Μυθοτράγουδα

Μετάφραση: Ηρώ Τσαρνά
Μυθοτράγουδα




_________
Βλ. και Χάρτης#83


Le coucou/ Ο κούκος

Να που έφτασε ο Απρίλης,
Μην αποκαλύπτεσαι αμέσως.
Το τραγούδι άκου
του κούκου

Έφτασε και ο Ιούνης,
Καλοσύνη[1] στους Βεδουίνους,
Το τραγούδι ακούω
του κούκου.

Φθάνει και η Saint-Martin[2],
Αντίο αθλιότητα, αντίο θλίψη,
Δεν ακούω πια
το άσμα του κούκου.

Le papillon / Η πεταλούδα

Τριακόσια εκατομμύρια πεταλούδες
Κατέφθασαν στη Σατιγιόν[3]
Για να πιούν ζωμό,
Τη Σατιγιόν πάνω στον Λίγηρα
Τη Σατιγιόν πάνω στον Μάρνη
Στον Σηκουάνα πάνω, Σατιγιόν.

Κλάψτε τους ανθρώπους της Σατιγιόν!
Δεν κοιτούν πια το ζωμό τους
Μα τα εκατομμύρια των πεταλούδων.
Στον Σηκουάνα πάνω, Σατιγιόν,
Σατιγιόν πάνω στον Μάρνη,
Στον Λίγηρα πάνω Σατιγιόν.


L’ escargot / Ο κοχλίας, ο σαλίγκαρος

Το σαλιγκάρι αναρωτιέται
Τάχατε είν’ καλός καιρός;
Γιατί αν είναι καλοσύνη
Για μένα είναι κακός καιρός.
Θέλω πολύ νερό να πέφτει
Το φυσικό μου είναι αυτό.

Πόσο οι άνθρωποι και χωρίς κοχύλι,
Δεν αγαπούν ο ήλιος ν’ ανατείλει.
Σαν κρύβεται, λεν θα ξαναρθεί!
Το σαλιγκάρι τότε θα φαγωθεί

Le gnou / Ο αίγαγρος, η αντιλόπη

Τακ! Τακ! Τακ! ποιος την πόρτα μου κτυπά;
Τικ! Τικ! Τικ! μιας ελαφίνας είμαι το παιδί
Τικ! Τικ! Τικ! την πόρτα σου άνοιξέ μου
Τικ! Τικ! Τικ! σου φέρνω ένα παγώνι
Τακ! Τακ! Τακ! άνοιξέ μου την πόρτα
Τοκ! Τοκ! Τοκ! Έρχομαι απ’ τη Λαόν[4]
Τοκ! Τοκ! Τοκ! Αίγαγρος ο πατέρας μου
Ποιος ξέρει από πού,
Αίγαγρος με ουρά λευκή
Κι αύριο που ‘ναι Κυριακή,
Στις όχθες του Όρνα
Σε προσκαλεί.

La coccinelle / Η λαμπρίτσα
(σκαθαρίσκος-έντομο, λέγεται και Ζωάκι του Θεού (Bête-à-Dieu ), Αγελάδα θείκή (Vache-à-Dieu)

Μέσα σε ένα ρόδο του Πουθενά[5]
Γεννήθηκε μια μέρα η κοξινέλα.
Έπειτα στης Προβηγκίας ρόδο
Μέτρησε ως τα είκοσι και εκατόν.
Μέσα σε ρόδο του Μόγκαντορ[6]
Έζησε μες στον Θερμιντόρ[7].
Σε ρόδο στην Ιεριχώ,
Για ν΄αποφύγει τον Σιρόκο.
Στην Πικαρδία μέσα σε ρόδο
Τον δικό της βρήκε Παράδεισο :
Στιγμένη η Κοξινέλα επτά φορές
Του «Θεού ζωάκι» σε καλές στιγμές.

Le brochet / ο λούτσος,
(Ψάρι ποταμίσιο, του γλυκού νερού,το γουβλί, ο έσοξ /  ονομασία και αμερικανικής σαύρας)

Σχέδια κάνει
Το ψάρι ο Λούτσος.
Θα πάω, λέει,
Στον Γάγγη και στον Νείλο
Στον Τίβερη στον Τάγο
Και στον Γιανγκ-Τσε-Κιανγκ
Έχω το ελεύθερο τον χρόνο μου να δρέψω
Πέρα εκεί έξω.

Και η σελήνη;
Θα πας και στη σελήνη;
Έσοξ μου, ταξιδιώτη,
Λούτσε ανικανοποίητε,
Λούτσε σε σχέδια άφθαστε.

Le homard / Ο αστακός

Πασά της θάλασσας αστακέ
Αστακέ μπλε, κόκκινε αστακέ,
Αστακέ ύπτιε κολυμβητή,
Ταράζεσαι στη μετακίνησή σου.

Αστακέ, των βράχων ερημίτη,
Αγόρι κακό, καλός πρίγκιπας,
Της αγοράς η δόξα, αστακέ,
Της λαβής, αστακέ, Εκλαμπρότατε.

La fourmi / Το μυρμήγκι

Μέρμηγκας μέτρων δέκα οκτώ
Και στο κεφάλι του καπέλο,
Δεν υπάρχει αυτό,
αυτό δεν υπάρχει.

Μέρμηγκα κάρο σύροντας
Γεμάτο πάπιες, πιγκουίνους,
Δεν υπάρχει αυτό,
αυτό δεν υπάρχει.

Μέρμηγκας να μιλάει γαλλικά,
Ιαβανέζικα ή λατινικά,
Δεν υπάρχει αυτό,
αυτό δεν υπάρχει.

Και γιατί όχι, παρακαλώ;

La sauterelle / Η ακρίδα και γρύλος[8]
(Οι ακρίδες πηδούν και πετούν)

Πήδα, πήδα ακρίδα
Μέρα Πέμπτη που είναι σήμερα.
Θα πηδήξω, αυτή μας λέει, 
Δευτέρα με Σάββατο.

Ακρίδα, έλα, το άλμα σου κάνε το,
Σ’ όλη τη γειτονιά σου.
Πήδα και πέταξε, δεσποσύνη μας,
Μια κι αυτή είν’ η δουλειά σου.

La sardine/ Η σαρδέλα

Μια σαρδέλα της Ρουαγιάν[9]
Ταξίδευε στα νερά του Ζιρόντ.[10]
Μεγάλος είν’ ο ουρανός, η γη είναι στρογγυλή
Θα πάω το μπάνιο μου να πάρω στη Ρουαγιάν,
Μαζί με τη σαρδέλα
Μαζί με τον Ζιρόντ,
Ζήτω η οσμή της θάλασσας!
Κι ο κόσμος όλος ζήτω!

L’ hippocampe / Ο ιππόκαμπος

Δόξα! Δόξα στον ιππόκαμπο,
Θαλασσινό άτι, βαπτισμένο στο νερό,
Αναβάτης κανείς δεν τον έχει ιππεύσει,
Κανείς αμαξάς δεν τον έχει χαλινώσει. (ζεύξει)

Ιπ! Ιπ! Ιπ! Για τον ιππόκαμπο,
Στην κοιλιά του σε τσέπη,Φέρει και σκεπάζει τα αβγά του.
Εκεί τα μικρά του νιώθουν οικεία.

Ιπ! Ιπ! Ιπ! Για τον ιππόκαμπο.

L’ alligator/ Ο αλιγάτορας, ο κροκόδειλος
(Γένος ερπετών caïman-καϊμάν)

Στις ακτές του Μισισιπή
Ένας κροκόδειλος κρύβεται.
Βλέπει να περνά ένα μαύρο ψαράκι
Και του λέει : «Καλημέρα, αγοράκι.»
Το αραπάκι όμως του λέει « Καλησπέρα,
Πέφτει η νύχτα, όλα θα μαυρίσουν,
Είμαι μικρό και δεν θα ‘ταν σωστό
Στον αλιγάτορα να μιλήσω.»
Στις ακτές του Μισισιπή
Ο κροκόδειλος είν’ όλο πίκα,
Γιατί ήθελε στο ρεβεγιόν
Του αιθιοπίσκου να γευτεί τη γλύκα.

Le léopard /Ο λεόπαρδος 
(La Léoparde /Η λεοπάρδαλη, θηρίο αιλουροειδές)

Μέσα στα δάση άμα πας,
Απ΄τον λεόπαρδο φυλάξου .
Νιαουρίζει με μισή φωνή
κι έρχεται από το πουθενά.

Το βράδυ, όταν ρονρονίζει,
Ένα χαρούμενο αηδόνι κελαηδεί
Και χάσκοντας το δάσος
Έκπληκτο τους ακούει.

Έκπληκτο που τα δάση αυτά
Ο λεόπαρδος τα προτιμά
Που ρονρονίζει με φωνή μισή
Κι έρχεται από το πουθενά.

Les hiboux/ Οι κουκουβάγιες

Οι μάνες των κουκουβαγιών
Να ψάχνουν ήθελαν τις ψείρες
Των θησαυρών τους, των παιδιών τους,
Κρατώντας τα στα γόνατά τους.

Τα χρυσά μάτια τους είναι στολίδια,
Το ράμφος τους σαν τα πετράδια,
Σαν τα παιχνίδια είναι γλυκά,
Μα οι κουκουβάγιες δεν έχουν γόνατα!

Πού εξελισσόταν η ιστορία σας;
Στους Ζουλού; Στους Ανδαλουσιανούς;
Ή στην καλύβα από Μπαμπού;
Στη Μόσχα η στο Τιμποκτού;
Στο Ανζού ή στο Πουατού;
Στο Περού ή στους Μαντζούς;[11]
Ου ! Ου!
Μπα καθόλου, στους τρελούς.

Le lama /Το λάμα

Το λάμα, γιος του λάμα
Και πατέρας του λάμα,
Εξάδελφος του αλπακά[12]
Αδελφός της προβατοκάμηλου,
Αδελφός του γκουάνκ,
Έχει για ασχολία του
Ν’ ακούει την ηχώ,
Και να τρέχει μακριά από τον λυκάνθρωπο
Που ζει στο κλίμα του :
Περού η κατοικία του
Λίμα η πρωτεύουσά του.

Le crapaud / Ο φρύνος
(Η μπράσκα. Αμφίβιο από βατραχοειδή και άνουρα, καρκίνος θαλάσσης/ Παροιμιακή φράση: φύσει δυσειδής (laid comme un crapaud)

Στις όχθες του Μάρνη
Υπάρχει ένας κάβουρας
Που χύνει καυτά δάκρυα
Κάτω από μια ακακία.

―Πες μου γιατί κλαις;
όμορφε κάβουρά μου.
―έχω την ατυχία
Να είμαι άσχημος.

Στις όχθες του Σηκουάνα
Υπάρχει ένας κάβουρας
Που τραγουδά έξω φωνή
Στ’ αλαμπουρνέζικά του.[13]

―Πες μου γιατί τραγουδάς;
Ασχημοκάβουρά μου.
―Άδω μ’ ευχάριστη φωνή,
Γιατί είμαι όμορφος πολύ,

Από του Μάρνη ως του Σεν τις όχθες
Μαζί με τις σειρήνες.

Le kangourou /Το καγκουρό

Ο Καγκουρού ο πρώτος, βασιλιάς των Καγκουρό,
Έχοντας το μεγάλο του σπαθί κρεμάσει στο καρφί
Κάθεται σ’ ένα θρόνο με φύλλα λάχανου.

Φτάνοντας η γυναίκα του γεμάτη οργή,
Έχει στον θύλακά της τους γιους και τα λεφτά της,
Τα γάντια, το μαντήλι της κι όλα τα βότανά της.

Ο τελευταίος Καγκουρού, βασιλιάς των καγκουρό,
Ήταν πρασινομάτης με κόκκινα μαλλιά.
Χτένιζε η γυναίκα του τον σύζυγο και βασιλιά.

Ο Καγκουρού, ο ρούσος βασιλιάς των Καγκουρό,
Ο τελευταίος Καγκουρού, ο Καγκουρού ο Ρούσος.

Le zèbre / Η ζέβρα 
(Είδος όναγρου, ζέβρος)

Ο ζέβρος, άλογο των σκοταδιών,
Το πόδι σηκώνει, κλείνει τα μάτια.
Και κάνει ν’ αντηχούν οι σπόνδυλοί του
Χαρούμενα χλιμιντρίζοντας.

Στην ηλιόλουστη Βαρβαρία,[14]
Βγαίνει απ’ το στάβλο
Και στο λιβάδι πάει να βοσκήσει
Βότανα μαγικά.

Μα γύρω απ΄το τρίχωμά του
Έχει μείνει ίχνος από τη φρύξη.

La girafe / Η καμηλοπάρδαλη

Η καμηλοπάρδαλη κι η ανεμοδούρα[15]
Νότιε άνεμε, άνεμε ανατολικέ,
Τον λαιμό τους τείνουν προς τον κορυδαλλό,
Βόρειε άνεμε, άνεμε δυτικέ.

Και οι δυο ζουν κοντά στον ουρανό,
Νότιε άνεμε, άνεμε ανατολικέ,
Στο ύψος των χελιδονιών,
Άνεμε βόρειε, άνεμε δυτικέ.

Και το χελιδόνι σβούρα,
Άνεμε του νότου, άνεμε ανατολικέ,
Το καλοκαίρι πάνω στους ανεμοδείκτες,
Βορινέ άνεμε, άνεμε δυτικέ.

Το χελιδόνι μονογράφει,
Νότιε άνεμε, άνεμε ανατολικέ,
Όλο το χειμώνα γύρω από καμηλοπαρδάλεις,
Βορινέ άνεμε, άνεμε δυτικέ.

La tortue / Η χελώνα

Είμαι η χελώνα και είμ’ ωραία,
Δεν μου λείπουν παρά μόνο τα φτερά
Για να μιμούμαι τα χελιδόνια.
Τι; Τι;

Ο οστρακένιος μου κομψός στηθόδεσμος
Χωρίς κουμπιά, βερνίκια κι αγκυλώματα
Είν’ ακριβώς στα μέτρα μου.
Νι; Νι;

Είμαι χελώνα και όχι καμπούρα,
Είμαι χελώνα κι όχι λοβοζωσμένη,
Είμαι η χελώνα και όχι πλανημένη.
Λοιπόν, όχι;


Le tamanoir / Ο μυρμηγκοφάγος
(Μυρμηκολέων ο μέγας, ο μεγάλος με τέσσερα δάκτυλα, ο μικρός διδάκτυλος)

―Έχετε δει τον μυρμηκολέοντα;
Μπλε του ουρανού, γκριζογάλανο, λευκός, μαύρος ουρανός.
―Έχετε δει τον μυρμηκολέοντα;
Μπλε μάτι, μάτι γκρι, λευκό, μαύρο μάτι.
―΄Εχετε δει τον μυρμηκολέοντα;
Οίνος μπλε, γκρίζος οίνος, λευκός, μαύρος οίνος.

Δεν έχω δει τον μυρμηκολέοντα!
Έχει επιστρέψει στην καλύβα του
Και έπειτα με τον σβηστήρα του
Όλα τα κηροπήγια έχει σβήσει
Κατάμαυρη έγινε η φύση.

La baleine / Η φάλαινα
(Ο γίγας της θάλασσας που τρέφεται με τους μικρότατους ιχθύς και τα μαλάκια, λόγω του στενού της οισοφάγου)

Λυπηθείτε, λυπηθείτε τη φάλαινα
Που πλέει ακατάπαυστα
Και τρέφει τα μικρά της
Με κρύο αβέβαιο γάλα.
Που φτιάχνει μιαν ευνή
Μα με επιθυμία λιγοστή
Στα ωκεάνια βάθη
Για τα γιγάντια της νεογνά.
Ανάμεσα σε κοχύλια,
Κοιμάται στα αυλάκια
Πλοίων και πλοιαρίων
Που ταξιδεύουν στα κύματα.

La chauve- souris / Η νυχτερίδα
(Πουλί νυχτερινό)

Στα μέσα της Σαρακοστής, στο Καρναβάλι,
Φορά κανείς μια μάσκα από βελούδο.
Πού πάει η μάσκα αυτή μετά το χορό;
Πετάει με το πέσιμο της μέρας.
Με τρίχωμα πουλί, χωρίς φτερά,
Βγαίνει, τ’ αστέρι όταν ανάψει,
Απ’ της φωλιάς του τα χαλάσματα,
Νυχτερίδα του σκότους μάσκα.

Le pélican/ Ο πελεκάνος

Ο καπετάνιος Ιωνάθαν,
Στα δεκαοχτώ του χρόνια,
Μια μέρα έναν πελεκάνο αρπάζει
Από της Άπω Ανατολής νησί.

Ο πελεκάνος του Ιωνάθαν,
Το πρωί ολάσπρο αβγό γεννά
Βγαίνει ένας πελεκάνος
Που τον κοιτάζει έκπληκτα.

Μα και ο νέος πελεκάνος
Ένα ολάσπρο αβγό γεννά:
Απ’ όπου αναπόφευκτα βγαίνει
Άλλος που τα ίδια πάλι κάνει.

Αυτό πολύ μακριά μπορεί να διαρκέσει
Αν δεν πάρει κι η ομελέτα του αβγού αυτού τη θέση.

Le blaireau / Ο ασβός
Ο τρόχος, (άρκαλος/πινέλο ζωγραφικής, ρ. ζωγραφίζω)

Για να φτιάξω το γένι μου
Χρειάζομαι ένα πινέλο,
Σπόρε του ραβάρβαρου,[16]
Του πράσου σπόρε.

Από τις τρίχες του γενιού μου!
Κραυγάζει ο ασβός,
Σπόρε του ραβάρβαρου,
Του πράσου σπόρε.

Θα φτιάξεις το γένι σου
Με ένα πράσο,
Σπόρε του ραβάρβαρου,,
Δεν θα έχεις το δέρμα μου.

L’ ours /Ο αρκούδος 
(L’ ourse / Η αρκούδα)

Ο μέγας αρκούδος είναι στο κλουβί του
Όπου τέρπεται με μέλι.

Η μεγάλη αρκούδα[17] είναι στον ουρανό,
Στην κυανή των καταιγίδων χώρα.

Μπισκ! Μπισκ! Μπισκ! Οργή!
Δεν θα ‘χεις παρά μόνο σούπα
Στο νοικοκυριό μια σκούπα,
Ράπισμα για αμοιβή,
Το δωμάτιό σου στον όροφο τον πάνω
Και έναν πίθηκο θα ‘χεις για γάμο!

Le martin-pêcheur / Η αλκυόνα[18] 
(Martin: όνομα που δίνεται σε γαïδάρους/ ο άγιος Μαρτίνος είχε πάντα συνοδεία του έναν γάιδαρο)

Όταν η αλκυόνα, ή πες την όπως θες
Από πολύ νωρίς σηκώνεται,
Η αλκυόνα ή όπως θες τη λες
Ξυπνά τις μικρές ώρες.

Πάει να ψαρέψει τον κωβιό
Πλάι στα βούρλα, μες τον ποταμό,
Ευφραίνεται με το ψαράκι το μικρό
Αντί κρασί πίνει νερό.

Έπειτα η κορόνα η λάλος,
Θα κοιμάται μέχρι το πρωί.
Βαθιά από την καρδιά μου ευχή
Αλκυόνα-κυνηγός να γίνει.


Le lézard / το αρσενικό της σαύρας
(La lézarde η θηλυκή σαύρα)

Σαύρε των βράχων,
Σαύρε των τειχών,
Σαύρε των σπαρτών,
Σαύρε των καμπαναριών.

Περιπαίζεις,
Τα μάτια ανοιγοκλείνεις,
Κουνάς την ουρά,
Αλητεύεις, προχωράς αμήχανα.

Σαύρε το μπλε του διαμαντιού
Δαμάσκηνου το βιολετί
Και πράσινο του σμαραγδιού,
Σαύρε της ομορφιάς και της συναίνεσης.[19]


Le dromadaire / Η κάμηλος
H μονόκυρτος, ο δρομάς, αγωνιστική καμήλα (Χρυσαλίδα)

Θα σ’ αρέσει να δεις τον Ζαν απ΄το Παρίσι
Με τις δώδεκα αφρικανικές καμήλες του
Θα ευχαριστηθείς να δεις τον Ζαν απ΄το Μπορντό
Με τις δεκατέσσερις δικές του.
Μα προτιμώ τον Ζαν απ΄τη Μαδέρα

Με τους τέσσερις δρομάδες του.
Πολύ μακριά από δω ο Ζαν απ’ τη Μαδέρα
Ταξιδεύει με τον Ρομπέρ Μακέρ[20]
Και με τον φίλο τους Απολινέρ[21]
Που στον καιρό του, ήξερε θαύματα να κάνει
Με τους τέσσερις δρομάδες.


Le ver luisant / Η πυγολαμπίδα

Πυγολαμπίδα λάμπεις τα μεσάνυχτα,
Ανάβεις κάτω απ’ των αστεριών τη στέγη
Και μπαίνεις όταν η υφήλιος κοιμάται
Μέσα στη σελήνη και ρουφάς τον μυελό της.

Η σελήνη πυγολαμπίδες που ξενίζει,
Στο στερέωμα την τροχιά της συνεχίζει.
Σκορπίζει σε όλα τα παιδιά,
Σε όλα τα όμορφα στον ύπνο τους παιδιά,
Όνειρο στ’ όνειρο, σταγόνα τη σταγόνα.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: