Pain #8
στα οχτώ μου ήρθε ο κίνδυνος
να μπορώ να αναπαράγω τον εαυτό μου
η αντίστροφη μέτρηση από τα τετρακόσια ωάρια
αρχίζει
σύμβολο του χρόνου
και η ρητίνη της τσίχλας
φιλτραρισμένη
απ’ το μικροσκοπικό στόμιο
της κλεψύδρας
η μάνα της μάνας μου, τόσο κατηγορηματική, τόσο χρυσή,
μου έδωσε έναν εσταυρωμένο
ο γιος του Θεού
τόσο λεπτός τόσο αφοσιωμένος
φύτρωσε απ’ την πλεξούδα
πρόσεχε τους άντρες,
από τώρα, είπε
πρόσεχε την αγάπη,
από τώρα, είπε
τώρα είσαι αληθινή γυναίκα
και το ενδομήτριο
μιμήθηκε ένα γέρικο ψάρι
στο ξεφλούδισμά του
ο τρόμος του να μπορείς να κουβαλήσεις παιδί
κουλουριασμένος
στα έντερά μου
επειδή είχα ήδη φιλήσει τρεις ή τέσσερις
πρωτεύοντες
άρχισε να απλώνεται
σαν φανταστική επιδημία
άνοιξα
την υποχονδρία μου
πήρα τη συνήθεια
να γράφω ποιήματα σε όλα τα αγόρια
και τα κορίτσια
με απαλές ραγάδες
και απαλά μάτια
που μου ψηλαφούσαν την καρδιά στο διάλειμμα
τι ακριβώς σημαίνει μήτρα
και τι ακριβώς σημαίνει
να ξεκινάς οικογένεια
η Enid Blyton
εμφύτευσε τον καλοκαιρινό της κανόνα
στο τύμπανό μου
κι εγώ ήθελα να είμαι σαν τον George ή τη Georgina
στο χτύπημα των χεριών μου
έπεφταν σταγόνες
αίμα δελφινιού
κι εγώ έκανα πως δεν με νοιάζει
μπροστά σε τόση
βροχή
στα οχτώ μου
σε εξήντα ίντσες χαρούμενου
οστού και χαρούμενου μυ
ήρθε ο κίνδυνος
να μπορώ να αναπαράγω τον εαυτό μου
και να πολλαπλασιάζομαι
χωρίς λογοτεχνία
κι ένας μπλε ήλιος
λέκιασε τα γεράνια με οιστρογόνα
και προγεστερόνη
κι ένας μπλε ήλιος
λέκιασε τις δειλές μασχάλες μου
με πρωτοφυτρωμένο
χνούδι
**Συνομιλία με τον Adam Zagajewski
που συνομιλεί με τον Friedrich Nietzsche στην ταράτσα του σανατορίου**
Αγαπημένε μου Adam Zagajewski:
βρίσκεσαι στην ταράτσα που ήδη αρχίζει να παγώνει,
μιλάς φιλικά μ’ ένα ουγγρικό μουστάκι
για τον Νόμο των απρόβλεπτων συνεπειών
της πάντοτε αμήχανης ανθρώπινης — και ευρωπαϊκής — πράξης,
όπως τον διατύπωσε ο Robert Merton·
αναφέρεις την Άννα Φρανκ
και βήχεις.
Εσύ, στη Residencia de Estudiantes·
εγώ, χαζεμένη και γόνιμη στην πρώτη σειρά,
κρατώ σημειώσεις για το πώς γράφεις νέκταρ και γύρη
χωρίς να παραιτείσαι απ’ το αίσθημα του τραγικού:
το εύθυμο και το άλυτο,
την αγάπη χωρίς ορθοδοξία,
κι ακόμη κάτι ωραιότερο: το άχρηστο ωραίο.
Δεν το ξέρεις —γιατί διαβαίνεις,
γιατί μεταφέρεις
ποιήματα
σε διαδρομές, σε μετάξια—,
μα ο νεφρικός μου κολικός
πήζει εδώ, επιτόπου·
η συγκίνησή μου,
σε παλιά καστιλιάνικα,
όταν λες παιδική ηλικία, αίμα, γιορτινές μέρες
στα πολωνικά,
είναι να τη δεις…
Τι είναι οι λέξεις; Πες, γιατί ρωτάς;
Τι θέλεις να απαντήσω;
Περιμένεις έναν Pantone
παστέλ αποχρώσεων ή έναν ευφημισμό;
Και τώρα υπογράφεις αυτόγραφα στο βάθρο·
εγώ, εντερική, σου λέω: I love your poetry.
Έχω διαβάσει χίλιες σελίδες σου και λέω:
I love your poetry.
Στην ταράτσα έχετε βάλει
δύο καρέκλες αντικριστά·
ο Friedrich κι εσύ,
εξελληνίζοντας τον κόσμο.
Σας βλέπω απ’ έξω,
απ’ το όριο του συνόλου:
του προτείνεις ήρεμα
να πεθάνει ο Θεός
με ίδιο του το χέρι,
κι εκείνος γελά·
εγώ σκέφτομαι:
οι δεσμοί είναι ροές.
Μας αγαπάει κανείς;
Όμως το χέρι σου δεν είναι ροή.
Υπογράφεις και μου λες:
This is very moving for me, Berta.
Παρά τη λογοτεχνική κοινότητα
και την κοινότητα των εραστών,
αγαπημένε μου Adam,
πρέπει να παραδεχτείς
τη μοναξιά.
Γι’ αυτό θέλω
να περιγράφω αγροτικούς δρόμους
με βασικά χρώματα χωρίς να αρνούμαι τον τρόμο,
να ξύνω τον παγετό του θώρακά μου
και να φυλάσσω
σε μια αλάνθαστη βιτρίνα
στιγμές σύνδεσης:
αγάπη,
παραγράφους,
medicamenta verborum.
Είμαστε κι οι τρεις εδώ.
Και νιώθω καλά.
Πορτρέτο κακού παιδιού σε άγριο φόντο
I
Πότιζες τις ντοματιές
και σε τσιμπούσαν τα πόδια
κι άνοιγες τρύπες για να κάψεις έντομα.
Οκλαδόν, μασούσες τη σκέψη:
θα με τιμωρήσουν όταν με πιάσουν.
Έτσι σ’ αγαπώ περισσότερο:
αναίσθητο και σκληρό,
αργό,
σιωπηλό.
Τώρα είσαι στάχυ
και πιστεύεις στις βλάβες
των απρεπών ψαριών,
είσαι οικολογικός,
κι η μνήμη αυτού που ήσουν περνά απ’ το τίποτα
μέχρι να σκάσει αυτιά και ποδαράκια:
ένας αναπτήρας
είναι το όπλο
αυτού του καλού παιδιού
που είσαι εσύ.
Αγνοείς
ή αγνοούσες
τι είναι μια ενάρετη πράξη.
Είσαι όμορφος.
Είσαι το πιο όμορφο.
II
Όταν ήσουν καλό παιδί και σχεδόν
τυφλό,
σκότωνες έντομα.
Δεν θέλω να κάνω απολογία
του θανάτου αθώων κολεόπτερων·
έγκλημα είναι έγκλημα,
αν και το πιο τρομερό
έγκλημα
είναι ο μυς,
εκείνο το κλάμα.
Αν σε δικαιολογώ
είναι γιατί με συμφέρει:
θα ήταν επώδυνο να μη με αντικατοπτρίζεις,
να βρίσκεσαι έξω απ’ τον κόσμο
και την ασυνειδησία του.
Γι’ αυτό σε προτιμώ
αναίσθητο και σκληρό,
αργό,
σιωπηλό·
αυθαίρετο εμπρηστή της Δ΄ Δημοτικού:
να μην ξέρεις τίποτα,
να μην νιώθεις τίποτα·
η ζωή είναι αυτό
όταν δεν υπάρχουν ποιήματα
κι ο εγκέφαλος
είναι ακόμη μια πρωτόγονη καρδιά.
Έτσι γίνεσαι πειστικός
και σ’ αγαπώ, πρώην δολοφόνε,
γιατί μοιάζεις μ’ εμένα
στα εννιά μου χρόνια:
να βρίζω ένα κορίτσι
χοντρή ηλίθια χαζή κακιά
και να το απολαμβάνω.