Η εποχή που οι σκύλοι βγάζουν βόλτα τα αφεντικά τους

Η εποχή που οι σκύλοι βγάζουν βόλτα τα αφεντικά τους




Χάιδεψε το σβέρκο του σκύλου. Έντονα, παρατεταμένα. Ο σκύλος τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη, με εκείνα τα ικετευτικά, ουράνια, σκυλίσια μάτια του.
Το χάδι στον λαιμό του ζώου, τον ζέστανε ακαριαία. Σαν ηλεκτρικό δέντρο η ζέστη διακλαδίστηκε σε όλο του το σώμα, διαπέρασε τα χέρια, τα πόδια, τις άκρες των δαχτύλων.
Έφτασε και στο κεφάλι. Εκεί τον χτύπησε κατακούτελα, σαν να είχε ανεβάσει πυρετό.
Η ζέστη, αυτή η ολοκληρωτική, κυκλωτική θαλπωρή, τον λίγωσε μέχρι τα σπλάχνα. Αισθάνθηκε όλο το μέσα του να ξεκουράζεται μετά από χρόνια, τα νεφρά του να ευφραίνονται, τα μελάτα αυγά και το κίτρινο τυρί που είχε φάει πριν από μερικές ώρες, ―ίσως και το κατσικάκι το χθεσινό―, να αρμενίζουν ξέγνοιαστα μέσα στην κοιλιά του.
Δάκρυσε. Το βούρκωμα τον ξάφνιασε, ανέβασε την παλάμη του στα βλέφαρά του, τα ακούμπησε ελαφρά, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί για την υγρασία τους, είχε χρόνια να κλάψει ή να βουρκώσει για κάτι.
Καταλάβαινε, όσο και να τον παραξένευε αυτό, πως αυτή η τόσο ευχάριστη θαλπωρή που είχε νιώσει, δεν ήταν παρά η τρυφερότητά του για τον σκύλο του, μια ανέλπιστη τρυφερότητα που μονομιάς τον πλημμύρισε σαν κύμα ζεστό.
Είχε ξεχάσει να νιώθει, δεν μπορούσε πια να φανταστεί πως θα αισθάνονταν ένα ολόκληρο ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ, οποιοδήποτε συναίσθημα που να ήταν όμως αρκετά ξεκάθαρο στην ψυχή του, ούτως ώστε να μπορέσει να το αφουγκραστεί, να μην αμφιβάλλει για το τι ακριβώς είναι.
Ο άντρας δεν ένιωθε τίποτα το ιδιαίτερο τα τελευταία χρόνια, τον κατέβαλλε όλο και πιο συχνά η βαρεμάρα και η αδιαφορία και ένα ολοένα και πιο επίμονο αίσθημα αργού μαρασμού που το έδιωχνε πάντα από το μυαλό του.
«Η χώρα των συναισθημάτων ήταν γι’ αυτόν μια άγνωστη χώρα, ένας τόπος εξορίας». Κάπου το είχε διαβάσει αυτό, σε κάποιο βιβλίο η περιοδικό ―ή μήπως το είχε σκεφτεί ο ίδιος;― δε θυμόταν.
Το νόημα της φράσης τότε, του είχε κάνει μόνο μια επιφανειακή, σύντομη εντύπωση, τώρα όμως οι λέξεις αναδύθηκαν στο μυαλό του, με αναπάντεχη σφοδρότητα, ολοζώντανες, ολοκάθαρες, σαν να καθρεπτίζονταν σε κρυστάλλινο νερό.
Αυτή η ξαφνική διαύγεια, τον τρόμαξε κάπως, διαισθάνθηκε πως τον αφορούσαν προσωπικά αυτές οι λέξεις, πως ο ίδιος ήταν αυτός που είχε εξορίσει τα συναισθήματά του, πως είχε χρόνια να νιώσει έλξη έντονη για κάτι ή έστω περιφρόνηση, αισιοδοξία ή απόγνωση, φθόνο ή θαυμασμό και πόσο μάλλον μίσος ή αγάπη.
Ίσως πάλι να τα ένιωθε όλα αυτά, να τα ένιωθε το καθένα από λίγο, λίγο φθόνο αίφνης, για τους χαρούμενους ανθρώπους, ―μα πως μπορούν και χαίρονται οι μαλάκες σε τέτοιους καιρούς ή κάτι τέτοιο―, λίγη χαρά, ανακούφιση περισσότερο για τους δυστυχισμένους ανθρώπους, μιας και ο ίδιος πίστευε πως δεν ήταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, αλλά μόνο κάπως πικραμένος, πικραμένος από μια «μισή αίσθηση των πραγμάτων και από κάτι σαν μόνιμη ανοστιά στη γεύση, τίποτα παραπάνω», όπως θα έλεγε.

Ήταν 42 χρονών, είχε δουλειά, σε αντίθεση με πολλούς άλλους άντρες νεότερους ή μεγαλύτερους απ’ αυτόν, αυτήν την εποχή της κρίσης που ταλάνιζε την Ελλάδα και σχεδόν όλη την Ευρώπη.
Είχε σπίτι δικό του, δικό του αυτοκίνητο, καταθέσεις αρκετές για να μην νιώθει μεγάλη ανασφάλεια και δική του θέση για παρκάρισμα, στην πυλωτή της πολυκατοικίας που ζούσε.
Είχε επίσης δόντια λευκά και όλα στην θέση τους, μαλλιά τόσα όσο για να μην αισθάνεται γερασμένος, εμφάνιση συμπαθητική, αν εξαιρούσε κανείς την συχνή χασμωδία του άχαρου στόματός του μπροστά σε γνωστούς και φίλους.
Είχε ακόμα, ύψος κανονικό, γύρω στο 1.70, θα έλεγες μάλιστα κοντά στο τέλειο για άντρα μεσογειακής καταγωγής, μόρφωση ικανή να τον βγάζει ασπροπρόσωπο σε κοινωνικές συναναστροφές και το πιο σημαντικό, ―όπως πίστευε ο ίδιος―, είχε το προτέρημα της διπλωματίας, μιας φυσικής όσο και καλλιεργημένης ευελιξίας στην συμπεριφορά που τον βοηθούσε ασφαλώς να επιβιώνει πιο εύκολα.
Ήταν ένας «κοινωνικός χαμαιλέων», τον χαρακτηρισμό τον είχε δώσει ο ίδιος στον εαυτό του, μια μέρα που ετοιμάζονταν να βγει έξω για να πάει σινεμά, μόνος του, όπως συνήθιζε τελευταία.
Κοίταζε τον εαυτό του στον καθρέπτη και τακτοποιούσε τις τούφες των μαλλιών του με τον συνηθισμένο του τρόπο, πληκτρολογώντας πάνω τους με κοφτές δαχτυλιές, σαν να προσπαθούσε να δαμάσει την όποια αταξία τους.
Κοίταζε τον εαυτό του με έναν τρόπο κάπως διαφορετικό αυτή τη φορά, λίγο πιο επίμονα από συνήθως, τις τελευταίες βδομάδες αισθάνονταν πως κάτι άλλαζε μέσα του, χωρίς να μπορεί ακόμα να το προσδιορίσει και τώρα μπροστά στον καθρέπτη ήταν σαν να προσπαθούσε να διακρίνει αυτήν την αλλαγή, στο πρόσωπό του ή στο βλέμμα του.
Δεν διαπίστωνε τίποτα το καινούργιο, καμία προφανή αλλαγή, το ίδιο κεφάλι, η ίδια μουσούδα λυπημένου ζώου παρόλο που δεν το έβλεπε ποτέ αυτό, τα ίδια λίγο κρεμασμένα μάγουλα στις άκρες κοντά στο στόμα του που έμοιαζαν κάπως με των σκύλων, η ίδια μεγάλη μύτη με τις δύο ―μα πάντοτε δύο, σαν να ήτανε ζευγάρι!―, παχύρευστες σταγόνες να κρέμονται από τα ρουθούνια του σαν δάκρυα, «κλαίει η μύτη μου», έλεγε συχνά για αυτό το ενοχλητικό σύμπτωμα που εμφανίζονταν εκεί, κυρίως νωρίς το πρωί.
Όσο για τα μάτια, κι αυτά ολόιδια φυσικά, «μα τι περίμενα;», είπε στον εαυτό του, «πως αυτή η αλλαγή που νιώθω θα με μεταμορφώσει σε κάποιο άλλο πλάσμα; Πως θα βγούνε κέρατα στο μέτωπό μου η πως το βλέμμα μου θα γίνει το βλέμμα μιας συναγρίδας ή ενός πετεινού;».
Κρυφογέλασε. Και τότε είπε φωναχτά, χλευάζοντας τον εαυτό του και μάλιστα με μια κρυφή, χαιρέκακη ευχαρίστηση, «είμαι όμως ένας χαμαιλέων, ένας κοινωνικός χαμαιλέων, η ικανότητα μου να προσαρμόζομαι στις καταστάσεις είναι απαράμιλλη», εννοώντας, πως ήταν ιδιαίτερα ευέλικτος στις σχέσεις του με τους ανθρώπους γιατί απλούστατα τον ενδιέφεραν όλο και λιγότερο οι σχέσεις αλλά και οι άνθρωποι.
Ο σκύλος έστεκε ξαπλωμένος στο χαλί, είχε γυρίσει μπρούμυτα και μετά ανάσκελα, μία, δύο φορές, πολύ χαρούμενος σίγουρα, που το αφεντικό του εξακολουθούσε να χαϊδεύει εδώ και μερικά λεπτά το σκληρό του σβέρκο και το εσωτερικό μέρος των ποδιών του.
Ήταν ένα αρσενικό μπουλ τεριέ, ένας νεαρός, οχτώ μηνών σκύλος, που τον είχε ψάξει, βρει και παραγγείλει, μέσω διαδικτύου.
Όλο το σώμα του ήταν λευκό, το ίδιο και τα πόδια του, στο μέτωπό του μόνο, πάνω από το ένα του μάτι σχηματίζονταν μια στρόγγυλη, μαύρη κηλίδα, σαν σκιά.
Ο άντρας ήθελε έναν σκύλο όχι απαραίτητα τρυφερό και παιχνιδιάρη, αν αποδεικνύονταν τρυφερός και παιχνιδιάρης λίγο τον ενδιέφερε, άλλωστε είχε διαλέξει επίτηδες μία ράτσα που δεν ενέπνεε αμέσως την μεγαλύτερη δυνατή εγγύτητα.
Η σχέση του με το ζώο δεν ήτανε ποτέ ιδιαίτερα στενή, δεν ήθελε τον πρώτο καιρό τουλάχιστον κάτι τέτοιο, τον ενδιέφερε μόνο, ως ένα είδος διακριτικής, ζωντανής παρουσίας, «να σαλεύει κάτι μέσα στο σπίτι, αλλά να μην είναι μόνο οι κουρτίνες απ’ τον αέρα ή κάποια σκιά που βλέπω την νύχτα απ’ το μπαλκόνι μου στο βάθος του δρόμου».
«Εντελώς αξιαγάπητα», είχε πει αναπάντεχα μια φίλη του που τον είχε επισκεφτεί πριν μερικές μέρες στο σπίτι του, για να πιουν ένα ποτό μαζί.
«Τα μπουλ τεριέ είναι εντελώς αξιαγάπητα, όπως όλα τα σκυλιά. Τόσο αξιαγάπητα, που μετά το αξιαγάπητα, μόνο αξιαγάπητα μπορεί να είναι στο διηνεκές. Στο αεί και στο πάντοτε. Αξιαγάπητα μέχρι τον ουρανό. Άκουσες Άκη αυτό που είπα;», ρώτησε η γυναίκα της οποίας το όνομα πάντα ξεχνούσε ο Άκης, ― «τι στο καλό, να μην μπορώ να θυμηθώ ποτέ το όνομα αυτής της γυναίκας! Βάνα την λένε, Άννα την λένε, η μήπως Λιάνα; Ποτέ δεν το θυμάμαι. Με μπερδεύει και το στυλ της, κάθε φορά που την βλέπω είναι διαφορετικό. Άλλο χρώμα μαλλιών, την μία μωβ, την άλλη πορτοκαλί ή πράσινο, κάθε μέρα διαφορετικά αξεσουάρ!» ―, «Ει, σου μιλάω», του είπε με δυνατή φωνή η γυναίκα, «που το’ χεις το μυαλό σου, βρε παιδί μου;»
Δεν της έδωσε σημασία, την βαριόταν στην πραγματικότητα. Κι αυτήν και τα τρελά ντυσίματά της και τις φανφάρες της που της περνούσε για ευφυολογήματα.
Βαριόταν ακόμα και το ενδιαφέρον που του έδειχνε κατά καιρούς, για το τι κάνει και που χάνεται, για την έλλειψη φροντίδας της διατροφής του, της άσκησης που πάντα ανέβαλλε, των ρούχων του που τελευταία στέκονταν πάνω του σαν ξένα, «σαν θήκες που ποτέ δεν βολεύεσαι μέσα τους», όπως του είπε ένα βράδυ που περπατούσαν στην παραλία της πόλης, από το λιμάνι προς τον Λευκό Πύργο και πιο πέρα προς το Μέγαρο.
Η Λιάνα ή Άννα η Βάνα του φαίνονταν βέβαια καμιά φορά έτσι όπως άλλαζε συχνά το στυλ της, πως ήταν πολλές γυναίκες μαζί σε μία, πράγμα όμως που τελικά δεν του προκαλούσε κανένα ενδιαφέρον, γιατί αυτές οι «πολλές» γυναίκες ήταν έτσι κι αλλιώς η ίδια γυναίκα στον πυρήνα τους.
Άλλωστε, ποιος ο λόγος να ασχολείται; Αυτός γνώριζε διάφορες γυναίκες για περιστασιακή παρέα ή για σεξ μιας βραδιάς, στην πραγματικότητα όμως γνώριζε ή πηδούσε μια ατέλειωτη παραλλαγή αυτής της μίας, που ήταν πάντοτε ακαθόριστη, κάπως σαν cyber εικονίδιο ή σαν τυχαία ενσάρκωση μιας ιδέας που ταξίδευε σαν άστρο στον ουρανό, απλώς άλλαζαν λίγο κάθε φορά τα στοιχεία αυτής της ενσαρκωμένης ιδέας, το χτένισμα των μαλλιών ή το σχήμα του αποτριχωμένου αιδοίου.
Έτσι κάθονταν τώρα μόνος του ο άντρας στον καναπέ του καθιστικού του, ο άντρας που το όνομά του ήταν Μίμης, Μάκης, Άκης, κανένας δεν ήξερε με σιγουριά, ούτε οι γνωστοί του, ούτε οι φίλοι του, αλλά μόνο οι γονείς του, το facebook στον υπολογιστή του και ο ίδιος φυσικά, μα ναι, ήταν παράξενο, τώρα το συνειδητοποιούσε, πως τώρα τελευταία, όλοι ήταν κάπως αφηρημένοι, κάπως πιο πολύ βυθισμένοι στον εαυτό τους, ξεχνούσαν ακόμα και τα ονόματα των ανθρώπων που ζούσαν κοντά τους ή τις διευθύνσεις των δικών τους σπιτιών.
Μπα, έτσι του φαίνονταν. Αυτός ήταν που ήταν βυθισμένος στον εαυτό του και δυσκολεύονταν να θυμηθεί , πρόσωπα, ονόματα, διευθύνσεις, κουβέντες ή συνήθειες των φίλων του και των συγγενών του.
Ήταν σαν να είχε πάθει μια μορφή αμνησίας και μια καθίζηση η σκέψη του, είχε λασπώσει το μυαλό του, ναι, βάλτωνε σε ένα θαμπό πράγμα σαν σκοτεινό ζυμάρι που τον ρουφούσε και τον συρρίκνωνε, τον εξαφάνιζε σιγά-σιγά.
Ο σκύλος τον κοίταξε, ―τον κοίταζε άραγε από ώρα;―, με εκείνα τα υποταγμένα, ουράνια, σκυλίσια μάτια του και τότε τον κοίταξε κι αυτός, με εκείνα τα γουρλωμένα, ουράνια, σκυλίσια μάτια του, ναι, έτσι αισθάνθηκε ξαφνικά, πως είχε μάτια και βλέμμα σκύλου, κυριευμένος από ένα αίσθημα ήττας, ταπείνωσης, σαν να είχε χάσει μέσα σε μια στιγμή, τον κόσμο όλο.
Μα τι είχε πάθει; Τι του είχε συμβεί και το ταβάνι έπεφτε με ραγδαία ταχύτητα πάνω του, σαν να του είχαν ρίξει χειροβομβίδα;
Για την ακρίβεια, ένιωθε πως το ταβάνι χαμήλωνε τρομαχτικά προς τα κάτω και πως θα τον πλάκωνε όπου να’ ναι, γι’ αυτό έβαλε τα χέρια του αμέσως πάνω στο κεφάλι του, έσκυψε και κρύφτηκε πλάι στην κοιλιά του σκύλου και κουλουριάστηκε κατά μήκος του ζώου, σαν έμβρυο.
Και εκεί, κοιμήθηκε. Κοιμήθηκε για μερικά λεπτά ή παραπάνω, δεν ήταν σίγουρος, πάντως όταν ξύπνησε και κοίταξε γύρω του, τίποτα δεν είχε αλλάξει, ο σκύλος εξακολουθούσε να είναι ξαπλωμένος δίπλα του, το ταβάνι βρίσκονταν στην θέση του, οι τοίχοι, τα έπιπλα, ήταν όλα ίδια.
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, ―την είχε ξεχάσει ανοιχτή; Την είχε ευθύς εξαρχής ανοιχτή ; Δεν θυμόταν―, και ακούγονταν η γυναικεία φωνή, μιας κατά πάσα πιθανότητα μεταγλωττισμένης εκπομπής που αφορούσε την σχέση των σύγχρονων ανθρώπων της πόλης με τα κατοικίδιά τους.
Ο άντρας σηκώθηκε από την εμβρυακή στάση που βρίσκονταν λίγο πριν, ξαπλωμένος πλάι στον ξαπλωμένο σκύλο του και βάδισε προς την κουζίνα του σπιτιού του, για να πιει νερό.
Είχε στήσει όμως αυτί στην γυναικεία φωνή της τηλεόρασης και άκουγε με προσοχή τα συμπεράσματα μιας έρευνας που είχε γίνει στις χώρες της Ευρώπης και αφορούσε την τεράστια αύξηση των ανθρώπων που έπαιρναν στο σπίτι τους κατοικίδια.
Σκύλοι ή γάτες ήταν κυρίως τα ζώα που προτιμούσαν οι κάτοχοί τους και σπανιότερα πουλιά, σαύρες, κουνέλια, χάμστερ, μικρούς σκίουρους, ή χελώνες, ακόμα και φίδια, ο κατάλογος ήτανε μακρύς.

Η έρευνα είχε μεγάλο ενδιαφέρον καθώς δεν συμπεριλάμβανε μονάχα, ασυνήθιστα μεγάλους αριθμούς, αλλά και μια μελέτη πάνω στο ερώτημα, «γιατί οι άνθρωποι και όχι μόνο αυτοί που ζούσαν μόνοι τους, αλλά ΟΛΟΙ αδιακρίτως, είχαν κατοικίδια και αν δεν είχαν μέχρι ΕΚΕΙΝΗ την στιγμή ―την στιγμή που γίνονταν οι ερωτήσεις δηλαδή προς τους ενδιαφερόμενους―, θα επιδίωκαν ΠΟΛΥ σύντομα, να αποκτήσουν;».
Η διατύπωση ήταν ακριβώς αυτή, ο άντρας την αποστήθισε πολύ εύκολα, τονίζοντας μέσα του, μόνο κάποιες λέξεις, αλλά αυτό που ακολούθησε είχε ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον, άγγιζε τα όρια μιας μη ονομασμένης ακόμα φαντασίας, επιστημονικής ή άλλης, μιας φαντασίας που δεν ξεπερνούσε την πραγματικότητα, αλλά ήταν η ίδια η πραγματικότητα.
Η φωνή έλεγε, πως Η ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕ ΤΑ ΖΩΑ ΤΟΥΣ, ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΟΥΣΕ ΠΛΕΟΝ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ!
Η γυναικεία φωνή με τον ίδιο μονότονο τόνο, έλεγε τα πιο παράξενα πράγματα, πως ελάχιστοι άντρες και γυναίκες ζευγάρωναν μεταξύ τους, γεννώντας έτσι όλο και λιγότερα μωρά και πως προτιμούσαν αντί για ανθρώπινα παιδιά να μεγαλώνουν κατοικίδια.
Ακόμη, ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι προτιμούσαν να ζούνε μόνοι τους, ο καθένας με το κατοικίδιό του, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να σχετίζονται με το είδος τους, πως αυξάνονταν τα εστιατόρια ζώων, τα πάρκα αναψυχής, τα νοσοκομεία και τα νεκροταφεία σκύλων, γάτων, κουνελιών κλπ. κλπ…, και φυσικά τα ανθρώπινα γηροκομεία.
Ο άντρας έξυσε το κεφάλι του, μια δυο φορές, άλλαξε κανάλι και πολύ σύντομα αποκοιμήθηκε στον καναπέ.
Κοιμήθηκε και είδε ένα τρελό όνειρο, πως είχε γίνει σκύλος ο ίδιος και πως το αφεντικό του, μια γυναίκα τερατώδης, γυμνή ―με αμέτρητες κοιλιές να στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη σαν πατσάδες, με ένα μάτι στη μέση της κάθε κοιλιάς―, τον τίναζε κάθε τόσο στον αέρα και μετά τον έπιανε στην χούφτα της, χωρούσε ολόκληρος μέσα στην τεράστια, τρομερή χούφτα της.
Ο σκύλος, ―ο ίδιος δηλαδή σε σώμα σκύλου―, κλαψούριζε απελπισμένος, η θηριώδης γυναίκα δεν του έδινε καμιά σημασία, μόνο διασκέδαζε μαζί του γελώντας τρανταχτά.
Το όνειρο ήταν γελοίο και τρομαχτικό μαζί, ένα παράξενο κράμα αστείας φρίκης που τον είχε φέρει σε μια πρωτόγνωρη απόγνωση.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ανακαλούσε στην μνήμη του με τόση δυσφορία, δεν ήταν όνειρο, αλλά μια εικόνα επίμονη που είχε σχηματίσει το μυαλό του, όση ώρα προσπαθούσε να κοιμηθεί και αυτό, τον τρόμαξε ακόμα περισσότερο.
Σηκώθηκε ιδρωμένος από τον καναπέ και έψαξε ανυπόμονα τον σκύλο του, ο σκύλος κοιμότανε του καλού καιρού, στην συνηθισμένη του γωνιά κάτω από το τραπεζάκι με το φωτιστικό.
Πλησίασε κοντά στην μουσούδα του και ένιωσε σαν αεράκι δροσερό την ανάσα του, του φάνηκε μάλιστα πως απ’ το στόμα του έβγαινε ένας γαλάζιος αχνός.
Κι άλλες φορές είχε αυτήν την αίσθηση του γαλάζιου στον σκύλο του, «τι παράξενο», σκέφτηκε, «το νιώθω αυτό το γαλάζιο και μετά το βλέπω σαν να είναι πραγματικό. Από πού προέρχεται άραγε; Μήπως είναι αυτή η μακάρια γαλήνη του που εκπέμπει αυτό το χρώμα που μοιάζει τόσο με τον ουρανό;»
Ο άντρας αιφνιδιάστηκε με τον εαυτό του, έκανε σκέψεις που δεν τις συνήθιζε καθόλου, ίσα-ίσα που κάτω από άλλες συνθήκες σίγουρα θα γελούσε ειρωνικά αν θα τις άκουγε από άλλους, πως όμως να εξηγήσει αυτήν την αίσθηση του γαλάζιου στον σκύλο του ή την έντονη παρόρμησή του, να κοιμηθεί δίπλα του κάτω στο πάτωμα, όπως είχε κάνει λίγο πριν, ακουμπώντας αυτή τη φορά την τριχωτή κοιλιά του με την δική του κοιλιά;
Πόσο εύκολο ήταν τελικά να συμπαθήσει ένα τέτοιο πλάσμα! Να το συμπαθήσει βέβαια εκ του ασφαλούς, καθώς το σκυλί ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένο σ’ εκείνον, χωρίς ποτέ να προβάλει απαιτήσεις, χωρίς να προκαλεί ούτως ή άλλως αντιπαραθέσεις και μνησικακίες, προσδοκίες και απογοητεύσεις και όλα τα δύσκολα και τα κουραστικά που έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις.
Ο σκύλος απλά υπήρχε εκεί γι’ αυτόν, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς επικρίσεις, ―αυτό κι αν ήταν ιδιαίτερα καθησυχαστικό―, ποτέ δεν σχολίαζε τον χαρακτήρα του, τις πράξεις του ή την συμπεριφορά του.
Κοντολογίς ο σκύλος ήταν ένα ΝΑΙ διαρκείας, μια ασφαλής κατάφαση σε ότι ήταν και σε ότι έκανε και ποτέ ένα «όχι», ένα «ίσως», ένα «δεν» ή ένα «κάποτε».
Ήταν δυνητικά η ιδανική οικογένειά του σε συμπυκνωμένη μορφή, ο πατέρας, η μητέρα, τα αδέλφια και οι φίλοι του, όλοι σε μία ενιαία και μοναδική οντότητα, τόσο ευρύχωρη, γενναιόδωρη και επιδεκτική μάλιστα που θα μπορούσε να συμπεριλάβει και όλο τον υπόλοιπο κόσμο, έναν κόσμο φιλικό και φιλόξενο και όχι βέβαια εχθρικό και αδιάφορο όπως ήταν ο πραγματικός.

«Άκης Γαβριήλ Φροστ. Άκης Γαβριήλ Φροστ. Τι όνομα είναι αυτό; Είναι αυτό το όνομά μου; Γαβ γαβ. Γαβ γαβ. Έλα Φροστ! Έλα να πάμε την βόλτα μας»

Ο άντρας ήταν πεσμένος στο πάτωμα, δίπλα στον σκύλο του και μονολογούσε. Κάθονταν μπρούμυτα κατά μήκος του ζώου και κάθε τόσο γάβγιζε προς το μέρος του, πολύ κοντά στο αυτί του.
Τις τελευταίες βδομάδες δεν έβγαινε πια καθόλου έξω, για μερικά λεπτά μόνο πήγαινε στο απέναντι πάρκο για να κάνει την ανάγκη του ο σκύλος.
Είχε πάρει μια άδεια άνευ αποδοχών από την δουλειά του, ήθελε να ξεκουραστεί, υπέφερε από αϋπνία και μεγάλη κόπωση και είχε αποφασίσει να κάνει κάτι γι’ αυτό, έτσι σκεφτόταν τουλάχιστον στην αρχή.
Ο σκύλος κοιμότανε, ο άντρας γάβγιζε χαμηλόφωνα. Ξαφνικά αποφάσισε να βγει στο μπαλκόνι, τράβηξε την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας στο πλάι και βγήκε έξω.
Η μέρα ήταν ζεστή, ο ήλιος έδυε, ο ουρανός από πάνω είχε ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα.
«Ένα έξοχα κατακόκκινο τηγάνι τηγανίζει μέσα στην ίδια του τη φωτιά τον ήλιο», σκέφτηκε κοιτάζοντας ψηλά και φαντάστηκε μονομιάς τον ήλιο σαν ένα πελώριο τηγάνι που τηγανίζονταν μέσα του τεράστιες ποσότητες από ψιλοκομμένες πατάτες.
Την παράξενη εικόνα την συμπλήρωναν εκατομμύρια πεινασμένοι που σαν τσαμπιά κρέμονταν από κάτω, περιμένοντας να γείρει το ηλιοτήγανο, να γλιστρήσουν και να πέσουν οι ξεροψημένες πατάτες στη γη, για να τρέξουν οι άνθρωποι να τις φαν.

«Θα τηγανίσω πατάτες», είπε φωναχτά, «άλλωστε κάτι πρέπει να φάω. Θα φάω πολλές, πάρα πολλές πατάτες. Θα φάω μέχρι να σκάσω. Μετά θα πέσω σε λήθαργο απ’ το πολύ φαί, θα ξαπλώσω δίπλα στον σκύλο και θα περιμένω να πεθάνω. Ή θα κοιμηθώ βαθιά για μερικές μέρες. Στο μεταξύ, η αγάπη, το άμυλο θέλω να πω, θα αλέθεται αργά και γλυκά στην κοιλιά μου, θα την ζεσταίνει, θα την παρηγορεί, θα είμαι τίγκα στους στοργικούς υδατάνθρακες».

Χαμογέλασε αχνά, κουρασμένα, αλλά αμέσως άλλαξε εντελώς το ύφος του, κοιτάζοντας πέρα στον απέναντι δρόμο: μια νέα γυναίκα με άθλιο ντύσιμο και εμφανέστατα ταλαιπωρημένη, κάθονταν στην άκρη του πεζοδρόμιου, σύρριζα στην ροή των αυτοκινήτων.
Σχεδόν ακίνητη, σκυμμένη πάνω στα ίδια της τα γόνατα, σαν να ενώνονταν ο κορμός της μ’ αυτά, έμοιαζε με ανθρωπόμορφη πέτρα που είχε απλώσει τις ρίζες της εκεί.
Κάθονταν στην άκρη του πεζοδρόμιου, σαν να κάθονταν στην άκρη του κόσμου, τόσο μόνη φάνταζε, έτσι όπως την κοίταζε από ψηλά.
Μιλούσε μόνη της και κάθε τόσο έφτυνε πέρα δώθε, σαν να ξόρκιζε κάτι, στο τέλος έφτυνε τον κόρφο της και ξανά πάλι γύρω της τον αέρα.
Ανάμεσα στις φτυσιές, κάθε τόσο έφτυνε και μια λέξη. Τις έφτυνε τις λέξεις, δεν τις άρθρωνε, άλλωστε η γυναίκα, όλη η παρουσία της είχε κάτι το άναρθρο, το σπασμωδικό και ταυτόχρονα, τι παράξενο, ήταν η ίδια μπροστά στα μάτια του ένα απόλυτο, ακόρεστο παρόν.
Ξαφνικά, σαν να μην υπήρχε τίποτα πριν απ’ αυτήν, αλλά θαρρείς, ούτε και μετά θα υπήρχε ποτέ, αυτό το ον είχε γίνει το ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΟ ΠΑΡΟΝ του κόσμου του και τον ρουφούσε στον δικό του χρόνο σαν χοάνη ηλεκτρικής σκούπας που δούλευε στο φουλ.
Τι του έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της;
Σαν αποσβολωμένος στέκονταν και την κοίταζε επίμονα για αρκετή ώρα, ώσπου σκέφτηκε πως για κάποιο λόγο η εικόνα της του ήταν ανησυχητικά οικεία. Ξαφνικά μπήκε στο σπίτι του τρέχοντας και πήγε κατευθείαν στον καθρέφτη του μπάνιου του, για να δει το πρόσωπό του εκεί.
Ανακουφίστηκε στη θέα του ειδώλου του, ναι, εξακολουθούσε να είναι αυτός ο ίδιος και όχι κάποιος άλλος στην θέση του, το είδωλό του τον μάλωσε γι’ αυτό, κοιτάζοντάς τον με βλοσυρή περιφρόνηση.
«Πώς είσαι έτσι σκατά», του είπε μια φωνή απ’ το πιο κοντινό υπερπέραν, από την πιο αποκρουστική δηλαδή εγγύτητα που ήταν η ίδια του η φωνή, αυτή η φωνή που έμοιαζε να έρχεται από τον πιο ανοίκειο εαυτό που είχε ποτέ, από μια άγνωστη χώρα που γίνονταν σιγά- σιγά ο ίδιος.
«Ναι!», φώναξε στον εαυτό του, «αυτή η γυναίκα είμαι εγώ, την ίδια αθλιότητα, την ίδια μοναξιά και απόγνωση έχω κι εγώ με εκείνη. Μιλάω κι εγώ μόνος μου, μάλιστα τώρα τελευταία δεν μιλάω με κανέναν άλλον άνθρωπο. Κάποιες φορές ξεχνιέμαι εντελώς και μιλάω με τις ώρες με τον σκύλο».
«Μιλάω με τον σκύλο. Μιλάω με τον σκύλο. Μιλάω με τον σκύλο», επανέλαβε στο τέλος την φράση τρεις φορές και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του σαν χορευτής, έτσι του ήρθε ξαφνικά, να αναπηδήσει ψηλά και γύρισε μια φορά γύρω απ’ τον εαυτό του, εξακολουθώντας να μιλάει μόνος του, ξεστομίζοντας αυτή τη φορά ακατανόητα, παιδιάστικα φωνήματα που τα έλεγε τραγουδιστά.
«Τρου οπα, τρου. Τρουπ, τρουπ. Τρουόπα τροφ, τροφ τροπ. Τρούφα και τρόπος, τρόπος και τρούφα, γουρούνι και φως, θα τρέξω στο δάσος θα γίνω καπνός. .. Βέβαια έχω σπίτι, αυτά τα ντουβάρια που μέσα τους έρπω σαν σαλιγκάρι. Ή αργοσαλεύω σαν πνιγμένο φύκι. Ή στραγγίζω σαν σφουγγάρι που κρατάει ακόμα τους ύστατους χυμούς της σπιτίσιας ζωής μέσα στις μουσκεμένες κυψέλες του, σάλτσα από κιμά με μακαρόνια, βρεγμένα ψίχουλα, το σκοτωμένο αίμα κάποιων μυρμηγκιών που είχαν την ατυχία να μπλέξουν με τα ψίχουλα....»
Ο σκύλος είχε ξυπνήσει από ώρα. Τον άκουσε να γαβγίζει μια δυο φορές κι ύστερα σώπασε.
Τον βρήκε να πλατσουρίζει την μουσούδα του μέσα στο μπολ με το νερό, δεν έπινε, δροσίζονταν, έκανε πολλή ζέστη.
Τον πλησίασε και του χάιδεψε το σβέρκο, ο σκύλος του απάντησε, κουνώντας πέρα-δώθε την μικρή του ουρά.
«Όλα θα μπορούσαν να είναι μια χαρά», σκέφτηκε ο άντρας κοιτάζοντας τον σκύλο, το πλεχτό κόκκινο χαλί στο πάτωμα που του άρεσε ιδιαίτερα, το διακοσμητικό γυάλινο ποδήλατο στον τοίχο που έτρεχε προς τα πάνω, σαν να πετούσε στον ουρανό.
Θυμήθηκε την Blondie Blue, την νεαρή Αμερικανίδα από το Ντιτρόιτ που του είχε συστηθεί μ’ αυτό το όνομα στην παραλία της Λευκάδας, στο Πόρτο Κατσίκι, πριν πολλά-πολλά χρόνια, αυτή του είχε χαρίσει αργότερα όταν γνωρίστηκαν, το γυάλινο ποδήλατο.
Μετά έπεσαν τα μάτια του σε έναν πίνακα με νεκρή φύση, κάτι μήλα καφεκίτρινα, ζωγραφισμένα φριχτά, μέσα σε κοκκινωπό φόντο, «πιο νεκρά, δεν γίνεται», φώναξε θυμωμένα, απογοητευμένος αυτή τη φορά εντελώς, «τι χάλια πίνακας είναι αυτός, ο μαλάκας τον αγόρασα επειδή τον πουλούσε κάποιος φίλος, τον πήρα και εγώ, να τον τιμήσω, φάε τώρα τα νεκρά, νεκρότατα μήλα, τόσο νεκρά και άσχημα που θέλουν να σαπίσουν, να αποσυντεθούν, να γίνουν το απόλυτο νιανιά του θανάτου και να γλιστρήσουν, να βγουν επιτέλους σε κατάσταση τσίρλας, έξω απ’ τον καταραμένο πίνακα».
Ο σκύλος τον κοίταζε, εξακολουθώντας να κουνάει την ουρά του, ίσως αισθάνονταν πως το αφεντικό του μιλούσε σ’ αυτόν ή πάλι μπορεί να ήθελε να κάνει τα κακά του ή να τον βγάλει βόλτα ή και τα δύο, άλλωστε αυτά τα δύο, όχι πολύ καιρό πριν, γίνονταν μαζί.
Ο άντρας θυμήθηκε ξαφνικά, πως δεν τον είχε βγάλει βόλτα, εδώ και δυο μέρες, παραξενεύτηκε με την υπομονή του ζώου, μετά αναρωτήθηκε μήπως έχεσε μέσα στο σπίτι και άρχισε να ψάχνει ένα- ένα τα δωμάτια.
Τελικά το σκυλί τα είχε κάνει σε μια γωνιά στο μπαλκόνι, τα καθάρισε από εκεί και ύστερα τον φώναξε να τον ταΐσει με επιπλέον φαγητό, να τον ανταμείψει που δεν του λέρωσε το σπίτι.
Δεν είχε πια καμιά όρεξη να βγει από το διαμέρισμα. Μια αιωνιότητα είχε περάσει από την τελευταία φορά που είχε βγει έξω και είχε αισθανθεί άνθρωπος, έτσι ένιωθε, πως ήταν αποκλεισμένος χρόνια μέσα στα τέσσερα ―ή μήπως χίλια δεκατέσσερα;― θλιβερά ντουβάρια.
Ωστόσο αναρωτιόταν καμιά φορά, ―όχι εντελώς σοβαρά―, αυτός είχε απομονωθεί από τον κόσμο ή ο κόσμος τον είχε απομονώσει μέσα στο σπίτι του, με κάποια αναπόδραστη συνθήκη του;
Με κάποιο φοβερό γεγονός, το λιώσιμο των πάγων αίφνης που ήδη ξεκινούσε από την Ανταρκτική και θα έπνιγε όπου να’ ναι το άπειρο, τρελό νερό το σπίτι του ή την συντριπτική πτώση του ουρανού πάνω στο κεφάλι του εάν ποτέ τολμούσε να βγει έξω;
Έβγαλε τον σκύλο να κάνει την ανάγκη του στο μπαλκόνι, ο σκύλος αντέδρασε, δεν ήθελε αυτή τη φορά να ανακουφιστεί στην γωνιά της βεράντας, ήθελε να βγει έξω.
Γάβγισε για πολλή ώρα χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος κλαψούρισε σύρριζα στα δάχτυλα των ποδιών του άντρα, επίμονα, σαν μωρό.
Οι μέρες περνούσαν, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο.
Το τηλέφωνο του δεν χτυπούσε ποτέ, είχε βγάλει το ακουστικό, είχε κλείσει και το κινητό του, αλλά για να μην κουβαληθεί κανένας συγγενής ή φίλος στο σπίτι και αρχίσει να βαράει τα κουδούνια, είχε φροντίσει μέρες πριν, να στείλει από ένα e-mail στον καθένα από αυτούς και να τους ενημερώσει πως δήθεν είχε πάει διακοπές σε κάποιο νησί των Κυκλάδων.
Όσο για τους γονείς του, εκείνοι παραθέριζαν πάντοτε τα καλοκαίρια στο εξοχικό τους στην Καλλικράτεια της Χαλκιδικής, τους είχε πει ότι θα τους επισκέπτονταν κάποια στιγμή, αλλά τους είχε κόψει και τη φόρα, να μην τον ενοχλούν, αυτός θα αποφάσιζε εάν και πότε θα επικοινωνούσε μαζί τους.
Περιπλανιόταν πια στο σπίτι του, σαν την άδικη κατάρα.
Κυκλοφορούσε μέσα στο διαμέρισμα σαν να ήτανε σε λαβύρινθο, έξοδος δεν υπήρχε ποτέ, πήγαινε από το καθιστικό στο μπάνιο, από το μπάνιο στο χολ, από το χολ στην κρεβατοκάμαρα, από την κρεβατοκάμαρα ξανά στο χολ, στο μπάνιο, στο καθιστικό και ούτω καθεξής.
Σέρνονταν σε έναν ατέρμονο κύκλο που στένευε σιγά- σιγά, ο κύκλος γίνονταν ολοένα και πιο ασφυχτικός, στο τέλος αισθάνονταν πως γύριζε γύρω από τον εαυτό του, είχαν «σωθεί τα ναύλα του ταξιδιού στα δωμάτια», το μόνο ταξίδι ήταν πια αυτό που έκανε εκείνος γύρω από την σκιά του.
Στο τέλος, ενέδωσε στην ακινησία, δεν έκανε τίποτα πια, το σπίτι άρχισε να βρομάει, όπως και ο ίδιος που έμενε άπλυτος για μέρες, αξύριστος και συχνά, εντελώς νηστικός.
Η μόνη του έννοια ήταν ο σκύλος, φρόντιζε να κάνει την ανάγκη του έξω, ―έβγαινε σχεδόν τρέχοντας απ’ το σπίτι, σούρνοντας τις σαγιονάρες του στην άσφαλτο, μισόγυμνος, με ένα σορτσάκι μόνο από κάτω, τον άφηνε ένα δυο λεπτά στον δρόμο να ανακουφιστεί και γρήγορα πάλι μέσα―, τον τάιζε καλά, του άλλαζε συχνά το νερό, όχι μόνο για να πίνει αλλά και να δροσίζεται, τον έλουζε στην μπανιέρα καλύτερα κι από ανθρώπινο μωρό.
Ο άντρας κοιμότανε δίπλα στον σκύλο, λερωμένος, νηστικός, τα μούσια του είχαν φτάσει μέχρι τον λαιμό του.
Κοιμόταν πάντα δίπλα στον σκύλο, στο πάτωμα, κάτω στο πάτωμα έχασκαν πιάτα με ψίχουλα, ποτήρια σπασμένα, ρούχα άπλυτα, βιβλία, σεντόνια χρησιμοποιημένα, στάχτες από τσιγάρα.
Ο σκύλος προσπαθούσε να τον ξυπνήσει για να τον βγάλει έξω, τον τραβούσε απ’ το μανίκι της μπλούζας του, απ’ το πόδι του, απ’ όπου μπορούσε.
Δεν εγκατέλειπε ποτέ. Τον έσπρωχνε με την μουσούδα του, του έγλυφε το πρόσωπο, τα αυτιά, τον δάγκωνε μαλακά στις γάμπες, στα μπράτσα, όπου υπήρχε γυμνή σάρκα, εκτός από το πρόσωπό του, που έτσι κι αλλιώς είχε σχεδόν χαθεί πίσω από ένα δάσος τρίχες, απ’ όπου μόλις πρόβαλλαν τα μάτια του, άδεια, κουρασμένα, σαν δυο μισοσβησμένα κέρματα.
Κάποτε ο άντρας ξύπνησε. Ξύπνησε απ’ τον βαθύ, αργό σαν θάνατο λήθαργο. Σηκώθηκε από το πάτωμα, σχεδόν σερνάμενος. Σαν υπνοβάτης γλίστρησε στο μπάνιο και πλύθηκε. Μετά, πήγε στην κουζίνα και έκανε καφέ.
Ο σκύλος τον ακολούθησε σε όλες του τις κινήσεις. Ήταν κοντά του από χαρά, αλλά και σαν να τον προστάτευε.
Βγήκε στο μπαλκόνι του και ήπιε τον καφέ του, γουλιά- γουλιά τον ρούφηξε, γουρλώνοντας τα μάτια του από την ευχαρίστηση.
Τα χέρια του έτρεμαν, ήταν νύχτα, η πόλη μπροστά του σπινθήριζε παντού από τα φώτα, κόκκινα, κίτρινα, χρυσά.
Στο πεζοδρόμιο, στον απέναντι δρόμο κάθονταν πάλι η άστεγη γυναίκα.
Φάνταζε χωνεμένη ακόμα πιο πολύ από την τελευταία φορά στο ίδιο της το σώμα, είχε γίνει πια ένας παντέρημος λόφος.
Ο σκύλος γάβγισε μια δυο φορές κοιτάζοντας κι αυτός πέρα, στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Ο σκύλος αποφάσισε να μην αφήσει το αφεντικό του να μείνει άλλο μέσα στο σπίτι. Κουτούλησε πάνω στα πόδια του με όλη του τη δύναμη και μετά άρχισε να τον τραβάει λίγο- λίγο με τα δόντια του από τις άκρες του παντελονιού του, ως έξω στον δρόμο.
Τον πήγε βόλτα. Ο σκύλος πήγαινε μπροστά, ο άντρας ακολουθούσε υπάκουα από πίσω. Όταν έφτασαν στο πάρκο, τον τράβηξε πάλι με τα δόντια του από το πέδιλο και υψώνοντας για ένα δυο δευτερόλεπτα στον αέρα το ένα μπροστινό του πόδι, του έδειξε το παγκάκι για να καθίσει εκεί.
Μόνο τσιγάρο δεν του πρόσφερε, αν είχε τσέπη στο σκυλίσιο δέρμα του να βάλει ένα κέρμα και ανθρώπινη ομιλία για να αγοράσει μ’ αυτό τσιγάρα, κι αυτό θα το έκανε.

«Α», φώναξε προς το μέρος του μια νεαρή γυναίκα που περνώντας από εκεί, είδε τη σκηνή, «ο σκύλος σας έβγαλε βόλτα κι όχι εσείς τον σκύλο, έτσι δεν είναι;»

«Έτσι είναι», της απάντησε ο άντρας, χωρίς να είναι καθόλου σίγουρος ότι τον άκουγε η γυναίκα, που ήδη είχε απομακρυνθεί, «είμαστε στην εποχή που οι σκύλοι βγάζουν βόλτα τα αφεντικά τους».

Το πάρκο ήταν γεμάτο από ανθρώπους με σκυλιά. Ή μάλλον ήταν γεμάτο από σκυλιά με ανθρώπους, οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες ακολουθούσαν τα ζώα τους πειθήνια από πίσω, σαν υπνοβάτες.
Τα πρόσωπά τους, έτσι όπως τα παρατηρούσε ο άντρας που κάθονταν στο παγκάκι, κάτω απ’ το φως των φαναριών, ήταν μουντά, ανέκφραστα, κανείς δεν χαμογελούσε, αλλά και κανείς δεν μιλούσε σε κανέναν.
Τα σώματά τους ήταν κάπως γερμένα προς τα κάτω, από μακριά φάνταζαν σαν λυγισμένα γιώτα, σαν παρενθέσεις, άλλοτε δεξιόστροφες και άλλοτε αριστερόστροφες, ανάλογα, από ποια οπτική γωνία τους έβλεπες να πλησιάζουν.
Ελαφριές καμπούρες με σβησμένα πρόσωπα, εναλλάσσονταν μπροστά στα μάτια του, με άλλες ελαφριές καμπούρες με σβησμένα πρόσωπα, οι σκύλοι χοροπηδούσαν πάντοτε μπροστά, ζωηροί, σβέλτοι, κάποιες φορές ξεμάκραιναν για λίγο απ’ τα αφεντικά τους, ξαμολιόντουσαν στο γρασίδι και έπαιζαν μεταξύ τους.
Ο άντρας ξαφνικά ένιωσε μια νοσταλγία για το πάτωμα του σπιτιού του και μαζί μια σφοδρή ανάγκη, να κοιμηθεί επιτόπου, εκεί στο παγκάκι, πράγμα που αμέσως έκανε.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: