Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
θα το φώναζες «Μαρία»,
ή «Βασιλική» ή «Αγγελική» ή «Διονυσία».
Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
αυτό θα αντιδρούσε.
Σαν καταραμένος αέρας να το φίλαγε,
θα χτυπούσε τα φτερά του,
όπως αν σ' αγκάλιαζε,
κι όπως αν αγκάλιαζε
σπουργίτι δικό του.
Κι ύστερα,θα σε
κοιτούσε μ΄απελπισία.
Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
θα το πέταγες στην πόλη με τα μνημεία,
και θα του 'λεγες:
«βρες την Ακρόπολη»,
«πιες τα τσίπουρα»,
και
«αγάπησε τα βράχια
και τ' ανάγλυφα».
Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
θα του έραβες τα φτερά,
και θα του ζητούσες να πετάξει,
θα του 'γιανες τα αίματα,
τόσο―όσο
για να νομίσει ότι μπορεί να πετάξει.
Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
θα το αγαπούσες αρκετά για να μην πετάξει ποτέ ξανά.
Ανοίγοντας αυτό το κλουβί,
θα έβλεπες παντού,
στον τοίχο γράμματα, πάντα
καλυμμένα.
Γράμματα για σένα.
Λέξεις,
όλες γραμμένες
για να παλέψουν να γίνουν ο
καθρέφτης σου.
Ποτέ δεν τα κατάφεραν.
Αν φυλάκιζες ένα πουλί,
θα το κράταγες
σφιχτά στο χέρι σου
σπουργίτι χωρίς
να το ρωτήσεις,
και θα το βάφτιζες,
θα το βάφτιζες αγάπη.
Αν φυλάκιζες ένα πουλί