«Εντός»
Σ’ αυτό το ποίημα,
δεν θα μιλήσω για τους μοναχούς
που ψιθυρίζουν μάντρας στα υψίπεδα των βουνών.
Ούτε για τους Κινέζους αναχωρητές
που τριγυρίζουν στις κοιλάδες και στους λόφους.
Θα ασχοληθώ με μένα
και τον Hopper αποκλειστικά.
Θέλω να πιστεύω ότι
ο Hopper, όπως κι εγώ,
δεν αγαπούσε τη μοναξιά.
Ούτε κι ο Lockwood υποθέτω, αλλά δεν είναι του παρόντος.
Ο Hopper, οδηγώντας τη μεταχειρισμένη Dodge του,
διασχίζοντας δρόμους ερημικούς, κυρίως τις νύχτες,
επισκεπτόταν μπαρ και μοτέλ.
Τι ακριβώς έψαχνε;
Τι ακριβώς ψάχνω;
Έτσι μια μέρα πήγα στο Ινστιτούτο Τεχνών,
ανάμεσα σε πίνακες διαφόρων καλλιτεχνών.
Το βλέμμα μου καρφώθηκε στα Νυχτοπούλια.
Απεικόνιζε
ένα diner κάπου στη Νέα Υόρκη.
Τον Hopper (;) να κρατάει ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο.
Τη γυναίκα πλάι του να φοράει ένα φόρεμα κόκκινο.
Απέναντί τους έναν άντρα με μύτη μάλλον γαμψή
και τον μπάρμαν να συνομιλεί μαζί τους.
Νυχτοπούλια
με τα ραβδία του αμφιβληστροειδούς τους
στραμμένα στις αχαρτογράφητες πτυχές του εαυτού τους.
Στο diner δεν υπήρχαν πόρτες.
Ούτε παράθυρα.
Έμεινα ώρες να αναρωτιέμαι.
Πώς θα βγουν εκείνοι;
Πώς θα μπω εγώ;
Ήμουν έτοιμη να φύγω,
όταν ξαφνικά ο Hopper με κοίταξε
με ένα βλέμμα,
όχι πολύ βαθύ,
ούτε πολύ ρηχό.
Κι ύστερα έκανε ένα νεύμα συναινετικό.
«Είσαι ήδη εδώ».