Είναι ξαπλωμένη στο πλάι, ακίνητη, βράδυ είναι, στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιος την έβαλε στην άκρη του δρόμου, ίσως αυτός που την πάτησε με το αυτοκίνητο. Μπορεί να ήταν μηχανάκι αυτό που την πάτησε, δεν ξέρει. Ούτε τι να κάνει ξέρει. Να την κοιτά μόνο, στην άκρη του δρόμου. Είχε αρχίσει να βρέχει και δεν ήθελε να τη βγάλει βόλτα. Ούτε η Μπέττυ ήθελε, με το ζόρι τη σήκωσε από τον καναπέ, μέχρι τον δρόμο θα πήγαινε και θα χτυπούσε με τη μουσούδα της την πόρτα να της ανοίξει. Έβαλε το φαγητό που είχε μαγειρέψει από χθες στον φούρνο να το ζεστάνει, άνοιξε και την τηλεόραση να δει ειδήσεις, μέχρι να ζεσταθεί το φαγητό, ξεχάστηκε. Η Μπέττυ στον δρόμο, κάτι μύριζε, δεν το άκουσε το αυτοκίνητο. Ο δρόμος στενός, χωρίς πεζοδρόμιο, δεν το άκουσε το αυτοκίνητο η Μπέττυ. Ούτε το όνομά της το άκουγε, όταν της φώναζε, κόντευε να κλείσει τα δεκαεπτά.
Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα την είχαν πάρει από το καταφύγιο στην αμερικάνικη βάση. Ο Μάθιου επέμενε, τον έπεισε. Την προσοχή του είχε τραβήξει ένας σκύλος μεγαλόσωμος, δεν του άρεσαν τα μικρόσωμα σκυλιά. Καλύτερα να διαλέξετε κάποιον άλλο, αυτός είναι δεμένος τρία χρόνια, του είπε ο Άγγλος που δούλευε αφιλοκερδώς στο καταφύγιο κι έδειχνε περισσότερο λιπόσαρκος κι από τα υποσιτισμένα σκυλιά. Ήθελε να τον ρωτήσει γιατί, αλλά του έκανε νόημα ο Μάθιου να προχωρήσουν. Μπροστά τους πρόβαλε ένα τεράστιο κλουβί. Μόλις τους είδε να κοιτάζουν προς το μέρος της, άρχισε να χορεύει, τα πόδια της στο συρμάτινο πλέγμα, το βλέμμα της πάνω τους. Δεν σταμάτησε, μέχρι που την πήρε στα χέρια του ο Μάθιου, μέχρι που την πήρε στην αγκαλιά του και δεν την άφησε ξανά, ώσπου να φύγει για την Αυστραλία. Δεν ήταν στο καταφύγιο περισσότερο από δυο μήνες, τους είπαν. Στην αυλή ενός σχολείου την είχαν παρατήσει ετοιμόγεννη. Οι μαθητές την έφεραν στο καταφύγιο, τα κουτάβια, τρία έκανε, τα έδωσαν, εκείνη στο κλουβί να περιμένει τον επόμενο ιδιοκτήτη, να κρέμεται από τα σύρματα, όποτε έβλεπε κάποιον να πλησιάζει, να βάζει όση δύναμη της είχε απομείνει μήπως και την επιλέξουν. Ο Μάθιου την πήρε στην αγκαλιά του κι εκείνη έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, σαν να ήταν πρωταγωνίστρια σε ρομαντική ταινία. Το βράδυ αναγκάστηκαν να την πάρουν στο κρεβάτι. Μέχρι το τέλος στο κρεβάτι κοιμόταν. Στα πόδια τους. Κι όταν έφυγε ο Μάθιου, στα δικά του.
Δεν του έφταιγε η Μπέττυ που τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμενε. Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερε τι να περιμένει. Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος ήταν πως το σκυλί θα έμενε μαζί του. Άρχισε να συνηθίζει τη νέα κατάσταση. Δέχτηκε να πάει και στο πάρτι που τον κάλεσαν, να δει κόσμο, να γνωρίσει κάποιον που δεν θα τον άφηνε με ένα σκυλί που δεν το ήθελε στην αρχή, κάποιον που δεν θα ήταν από την Αυστραλία. Ο Μανόλης θα περνούσε να τον πάρει μετά τα μεσάνυχτα, θα αντάλλασε ευχές με τη μάνα του και θα περνούσε να στον πάρει. Άρχισε να πίνει από νωρίς, ήταν μόνος στο σπίτι και δεν είχε μάνα να ανταλλάξει ευχές. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα του ήρθε στον νου να σπάσει το ρόδι στην εξώπορτα. Μήπως κι αλλάξει η τύχη του. Η Μπέττυ πίσω του. Με το που έσπασε το ρόδι, έσκασαν τα πυροτεχνήματα. Με το που άκουσε τα πυροτεχνήματα, το έσκασε. Άρχισε να την κυνηγά, να τρέχει με όση δύναμη του είχε απομείνει, μήπως και την προλάβει. Τα πυροτεχνήματα του φάνηκαν ατέλειωτα, όπως κι οι πέντε μέρες που έκανε να τη βρει. Από τα ξημερώματα ξεκινούσε την αναζήτηση, στο σπίτι επέστρεφε αργά το βράδυ. Όλες τις υπόλοιπες ώρες στο ίντερνετ, να δημοσιεύει ξανά και ξανά το ίδιο μήνυμα. Χάθηκε η Μπέττυ. Αν τη δείτε… Το απόγευμα της πέμπτης μέρας τον πήραν από ένα μαγαζί με ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα δίπλα στο αεροδρόμιο. Ήταν κι εκείνη στο αυτοκίνητο, όταν πήγε τον Μάθιου στο αεροπλάνο για την Αυστραλία.
Οι ειδήσεις κοντεύουν τα τελειώσουν, το φαγητό έχει ζεσταθεί. Βάζει στο πιάτο το ζεσταμένο φαγητό, κάθεται στο τραπέζι κι αρχίζει να τσιμπολογά ανόρεχτα. Συνειδητοποιεί ότι το σκυλί στον δρόμο είναι ακόμη και σηκώνεται να της ανοίξει την πόρτα. Το ψιλόβροχο έχει σταματήσει. Δεν τη βρίσκει στην αυλή, ούτε στον δρόμο μπροστά από το σπίτι που με δυσκολία χωράει αυτοκίνητο. Σκέφτεται να κοιτάξει στην αυλή του γείτονα, αφήνει αποφάγια στην εξώπορτα κι η Μπέττυ το ξέρει. Ούτε εκεί τη βρίσκει κι αποφασίζει να κάνει τη διαδρομή που ακολουθεί με το σκυλί δυο φορές τη μέρα. Την κάνει δυο φορές τη διαδρομή και δεν καταφέρνει να την εντοπίσει. Επιστρέφει στο σπίτι με την ελπίδα ότι θα τη βρει στην εξώπορτα. Δεν έχει σταματήσει να φωνάζει το όνομα της, το ίδιο που έκανε και με το όνομά εκείνου που πίστευε ότι δεν μπορούσε χωρίς. Δεν έπιασε. Είναι καιρός που έχει σταματήσει. Όταν καμιά φορά τον ρωτάνε, κάνει πως δεν ακούει. Η Μπέττυ το αυτοκίνητο δεν το άκουσε. Όλη της η προσοχή σε αυτό που μυρίζει, τα φώτα πάνω της, το αυτοκίνητο... Έχει πέσει το σκοτάδι και η Μπέττυ είναι τόσο μικροκαμωμένη. Ξαπλωμένη στην άκρη του δρόμου, η γλώσσα της σε έκταση, τα μάτια της ανοιχτά, όπως της μάνας του στο νοσοκομείο, όταν σταμάτησε ο ρόγχος. Κάντε κάτι, είχε φωνάξει της νοσοκόμας κι εκείνη τη σκέπασε με το σεντόνι. Είχε προλάβει να της κλείσει τα μάτια. Την Μπέττυ την κοιτά ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Δεν έχει και σε ποιον να φωνάξει. Της κλείνει τα μάτια και την παίρνει στην αγκαλιά του. Την παίρνει στην αγκαλιά του κι εκείνη δεν μπορεί να γείρει το κεφάλι της στον ώμο του. Στο πλάι, όπως την βρήκε στην άκρη του δρόμου, όπου την ξάπλωσε αυτός που δεν την πρόσεξε, ήταν σκοτάδι κι έβρεχε. Νιώθει μια γαλήνη που δεν μπορεί να την προσδιορίσει, να την εξηγήσει, κι αποκοιμιέται.