Ποιήματα

Ο Διονίσιο Λόπεθ (Dionisio Lόpez) γεννήθηκε στο Κάθερες το 1978 και σπούδασε Ισπανική Φιλολογία. Σήμερα εργάζεται ως καθηγητής λογοτεχνίας. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα και ποιήματα σε διάφορες προσωπικές εκδόσεις και ανθολογίες. Διευθύνει το λογοτεχνικό ιστολόγιο Aves de paso.
Η συλλογή του Τα ονόματα του χιονιού (Ril Editores 2022) ξεκινά με το ακόλουθο εισαγωγικό σημείωμα αντί προλόγου, για να μας θέσει ενώπιον του επικείμενου βάρους της: «Τίποτε δεν είναι απλό ως αίσθημα, το τραύμα ιδωμένο ως χιόνι και μέσα από τα συστατικά του νοηματοδοτείται συμβολικά ως ο υπαρξιακός ορίζοντας του διαρκούς, του αιώνιου όπως το φως και ο συμπράττων χρόνος».
Οι ποιητικές εικόνες συνθέτουν την ψυχική ανάγκη επαναλαμβάνοντάς την ως γλώσσα τομών που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα ούτε της λείπει το πάσχον υποκείμενο, ο φορέας της μνήμης και του τραύματος. Το τραύμα διαυγάζει τη ζωή ως μια κατά συνθήκην έλλογη υπόθεση για το πρωτόγονο, το αρχέτυπο και την τραγωδία. Γι’ αυτό και κανένα στοιχείο δεν είναι ενισχυτικό του άλλου, αλλά το καθένα αυθύπαρκτα ορίζει τη γλωσσική οικονομία ως το απαραίτητο που πρέπει να τεθεί υπό ανάγνωση. Ο ποιητής γίνεται ο (ανα)γνώστης του πόνου του.
Στην ποίηση του Λόπεθ είναι παρών ο χρόνος που δεν αφήνει τον πάσχοντα ασυνόδευτο αλλά τον εγκλείει σε ένα χρονικό πόνου και κάθαρσης. Αυτή έρχεται εν εξελίξει, μέσα από τους στίχους, την κάθε λέξη αντιμέτωπη προς την άλλη, σε μία κατά μέτωπον επίθεση, ενόσω η ένταση δεν χάνεται από την εκφορά των στίχων αλλά αντιθέτως τους μετουσιώνει σε δυνατή πραγματικότητα λόγου και (συν)τριβής. Ακόμη μία φωνή που μας δωρίζει το υλικό της μέσα από τη συγχρονία έργου και βίου, για να ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αξία της γλώσσας και τους ορίζοντες που διαμορφώνει διά των γλωσσών της.    § Α.Κ.


Ο Διονίσιο Λόπεθ
Ο Διονίσιο Λόπεθ


Σήμερα φτάνω εδώ τσακισμένος από σκιά και φωτιά

Έχω την επιδερμίδα με τον κισσό και το κρινάκι.

Τα μάτια μου ―προτού πέσουν― είδαν
το επικήδειο φως του σώματός του,
τη βαθιά μυρωδιά της θάλασσας,
την πορφυρή γεύση της σκόνης
και το ψέμα του ουρανού.

Σήμερα φτάνω εδώ ορφανός από όνομα,
με τη λέξη ―δάδα του χρόνου―
για να φωτίσω τούτη την ιστορία
σάρκας, φωτός κι ονείρου.

Χιονιού και σιωπής.


Από το «Πρώτο βιβλίο, το Λευκό»:

                                            Ι

Πέφτει το χιόνι
επάνω στο μαραμένο άνθος της επιδερμίδας μου
και ρίχνει το φως της άμμου του
σε κάθε γωνιά αυτού του άδειου κουτιού.

Πέφτει στο χρηματιστήριο των ματιών μου
όπου ζουν σκοτεινά υπνοδωμάτια,
τυφλοί λαβύρινθοι,
συντριβάνια δίχως άσμα και μνήμη.

Πέφτει το χιόνι
στο τζάμι και τη σκιά
για να χαϊδέψει έναν κρυφό κόσμο, απόμακρο,
δοσμένο πίσω τώρα από εκείνη.

Πέφτει
στους αγρούς και τα σώματα
απ’ όπου και η αδύνατη λάμψη της επιδερμίδας του.
Ανοίγει την πλατεία των ώμων μου,
πλημμυρίζει τον αέρα με την ψυχή του
και φιλά τα χείλη του στα χείλη μου,
τα μάτια του στα μάτια μου.

Το λευκό χιόνι του γιου μου
πέφτει αιώνια επάνω μου.


                        ΙΙ

― Ο ουρανός μάς λέει ψέματα, λένε.
―Η ζωή είναι ψέμα, επαναλαμβάνω.

    Εγώ μόνο είδα, γιε μου,
    το πρόσωπό σου σαν τη σκιά του άστρου
    εδώ κι αιώνες εξαφανισμένου.


                            ΙΧ

    Διέτρεξα το ποτάμι του θανάτου
    μέσα από τα μάτια σου

    και το κενό τους
    σαν ένας χειμώνας
    κόλλησε στη ζωή.

    Τα βήματά μου αφήνουν
    μία ουλή νερού.


    Από το «Δεύτερο βιβλίο, τη Σιωπή»:

                            ΧΙ

    Δεν ξέρουν τίποτα για το παγωμένο δάκρυ στο μάτι μου,
    τον λαβύρινθο από διαδρόμους τη νύχτα,
    τη βροχή κρυφοκρυστάλλων,
    τον ποταμό από μαχαίρια στο λαιμό.

    Δεν θέλουν να ξέρουν το κρυφό χρώμα του γέλιου μου,
    το μυρωδικό ίχνος σου στην επιδερμίδα μου,
    το σπίτι σου από ρίζα και γη.

    Εκείνοι προαισθάνονται πως εγώ πια δεν ακούω τον κόσμο,
    διαισθάνονται πως η φωνή του είναι ένας απόμακρος ήχος.

    Κανείς δεν ρωτάει, αλλά υποψιάζονται
    πως υπάρχει ένα ουρλιαχτό αίματος εντός μου,
    μία σιωπή ταφόπλακας στα μάτια μου,
    πως ζω πια μόνο μέσα στη φωνή των νεκρών.


                            ΧVIII

    Κάθεσαι πίσω από τα τείχη
    για να ρίξεις από πάνω σου
    όλο τον θάνατο του σώματός σου,
    το ασοβάτιστο ναυάγιο των ημερών.

    Χωρίς να το επιθυμείς
    αναπνέεις έναν παρελθόντα χρόνο
    κι έτσι μαθαίνεις,
    μετά των υδάτων,
    το πεπρωμένο που θα είμαστε.


    Από το «Τρίτο βιβλίο, το Γαλάζιο»:

                            ΧΧII

    ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΡΟ ΦΥΛΛΟ

    Στο αργό φθινοπωρινό δείλι
    με έναν ήλιο από βροχή και φως
    πέφτει,
    προς την κούνια των χεριών μου,
    το στερνό χρυσόφυλλο.

    Άπαξ και σπάσει ο κρόκος,
    πέφτει
    η καθαρή επιδερμίδα του ακτή
    που σιγοφέρνει η θάλασσα
    και χορεύει
    με τον αέρα,
    λευκό σεντόνι αφρού,
    παίζοντας ότι ονειρεύεται
    τη μοναδική του πτήση.

    Στο σταματημένο φθινοπωρινό δείλι,
    ναυαγό αίματος,
    πέφτει
    στον τάφο των χεριών μου
    το στερνό χρυσόφυλλο.

    Κάθε μέρα θα αισθάνομαι
    το βάρος του σώματός σου
    στα άδεια μου χέρια.


                            XXIII

    Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΚΤΗ

    Φτάσαμε στο τέρμα της διαδρομής
    ―το ξέρω―.

    Το χέρι σου αφήνει τον ήλιο του στο δέρμα μου,
    το χάδι μου σε φιλά όπως το ατσάλι.

    Ξεμακραίνεις τόσο γυμνός
    σε ένα σύννεφο κέδρου και τριαντάφυλλων!

    Μια θρακοθάλασσα πλημμυρίζει το τοπίο
    και σφυρηλατεί ένα τείχος πάγου.

    Αναχωρείς προς τα δάση
    με την φωτεινή πατημασιά σου
    προς τον χρόνο στα άδεια χιόνια.

    Αναχωρείς
    για να φτιάξεις μιαν εστία
    ανάμεσα στα σπασμένα άνθη
    της σιωπής.



    [ Από Τα ονόματα του χιονιού, Ril Editores 2022 ]

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: