Χωρίς την βαλίτσα, το Βαλς αρ. 2 δεν θα υπήρχε.
Εγώ που γνώρισα τον Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς Σοστάκοβιτς, φανατικό υποστηρικτή της Ζενίτ Λένινγκραντ, επιβεβαιώνω, πριν αναφερθώ στην βαλίτσα, πως είχε ειδικά τετράδια όπου κατέγραφε σχολαστικά όλα τα σκορ, τους σκόρερ και τα στατιστικά των αγώνων αυτής της ομάδας. Εξάλλου, είχε παρακολουθήσει μαθήματα διαιτησίας και είχε επίσημο πτυχίο πιστοποιημένου διαιτητή ποδοσφαίρου. Αν δηλαδή είχε επιλέξει την διαιτησία, όλα τα πράγματα θα ήταν εύκολα, ο βίος του ανθηρός και δεν θα είχε την βαλίτσα του, ας ήταν μανιακός με την καθαριότητα, έπλενε τα χέρια του ασταμάτητα και απαιτούσε απόλυτη αποστείρωση και τάξη στο νοικοκυριό του.
Εννοείται πως η βαλίτσα δεν θα επηρέαζε την εμμονή του με την ακρίβεια και τον χρόνο, πάει να πει πως συγχρόνιζε συνεχώς όλα τα ρολόγια του διαμερίσματός του, ώστε να δείχνουν ακριβώς την ίδια ώρα μέχρι δευτερολέπτου και απέφευγε δημόσιους χώρους, καμπαναριά εκκλησιών, σιδηροδρομικούς σταθμούς και καφενεία, όπου τα ρολόγια έκαναν του κεφαλιού τους. Ούτε θα μείωνε τον εκνευρισμό του η παρουσία της βαλίτσας, μόλις διαπίστωνε ότι το ραντεβού του καθυστερούσε, επειδή χιόνιζε, έβρεχε, παρελάσεις και κομματικές γιορτές δυσχέραιναν τους περιπατητές. Τις αντιρρήσεις του για τέτοια ακαταστασία διατύπωνε σε επιστολικά δελτάρια, τα οποία ταχυδρομούσε στον εαυτό του, προκειμένου να μετρήσει τον χρόνο παραλαβής στο διαμέρισμά του και να προβεί σε στατιστικές μετρήσεις λειτουργίας και αποτελεσματικότητας των σοβιετικών ταχυδρομείων.
Σε αυτή την διαδικασία, είναι αναντίρρητο πως η βαλίτσα ήταν απολύτως χρήσιμη ως αρχειοθήκη, όπως και η γάτα που κρατούσε στα γόνατά του, συνήθεια εκ της νεότητός του, όπερ σημαίνει ότι μια γάτα δεν σώζει από τα ποντίκια, μια βαλίτσα όμως παρηγορεί.
Η βαλίτσα του βαλς αρ. 2
Διότι στις 26 Ιανουαρίου 1936, ο Στάλιν, συνοδευόμενος από υψηλόβαθμα στελέχη του Κόμματος, επισκέφθηκε το θέατρο Μπολσόι για να παρακολουθήσει την όπερα του συνθέτη Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ και αποχώρησε επιδεικτικά, ενοχλημένος από την καπιταλιστική δυτική «μοντερνιστική» μουσική. Δύο ημέρες αργότερα, στις 28 Ιανουαρίου 1936, η επίσημη εφημερίδα Πράβντα
δημοσίευσε ένα ανώνυμο, απειλητικό άρθρο με τίτλο «Σύγχυση αντί για μουσική», κατηγορώντας το έργο ως φορμαλιστικό, αντεπαναστατικό και άλλα πολλά.
Τους επόμενους μήνες, ο Σοστάκοβιτς ζούσε με τον τρόμο της σύλληψης από τη μυστική αστυνομία «Λαϊκό Επιτροπείο Εσωτερικών Υποθέσεων» (NKVD). Κοιμόταν πλήρως ντυμένος, έχοντας έτοιμη την βαλίτσα του με τα απολύτως απαραίτητα (ρούχα, τσιγάρα, γραβάτα, νυχοκόπτη) κάτω από το κρεβάτι του. Για να μην ενοχλεί την οικογένειά του και για να αποφύγει την ταπείνωση εισβολής στο διαμέρισμά του, κλείδωνε την πόρτα, περνούσε τις νύχτες όρθιος στον διάδρομο δίπλα στο ασανσέρ, περιμένοντας τους πράκτορες να έρθουν να τον συλλάβουν. Θα τους παρακαλούσε να κατέβει από τις σκάλες, το ασανσέρ ήταν ένα σιδερένιο κλουβί.
Οι πράκτορες δεν εμφανίστηκαν, τα έργα του απαγορεύτηκαν, είχε βγάλει τα ρούχα και τα ξυριστικά του από την βαλίτσα, το εισόδημά του επέτρεπε να αγοράζει τσιγάρα και να κόβει τα νύχια του.
Ο Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς Σοστάκοβιτς που γνώρισα, ολοκλήρωσε το Βαλς αρ.2 το 1955. Δέκα εννιά χρόνια το είχε στην βαλίτσα του, τόσα χρειάζεται η Ζωή για να χορεύουν τα χρώματά της.