Στο τσακ πρόλαβε να δρασκελίσει στ’ αριστερά, για να την αποφύγει
H γυναίκα αυτή πενθούσε / όταν έχανε κάτι που είχε, / κρυστάλλινα ελάφια τότε ξεπηδούσαν / απ’ τα δάση των ματιών
Ένα εκτενές αφήγημα
Μια πικρή ελεγεία της νιότης που χάνεται— λίγο πριν σωριαστούνε στη γη τ’ αδειανά τους πουκάμισα
Εγώ είμαι απ’ τους τυχερούς / Υπήρξα θάλασσα / πριν γίνω έρημος / Όποιο κοχύλι κι αν ρωτήσετε / με θυμάται
Ο καθρέφτης έδειχνε ένα πρόσωπο ταλαιπωρημένο, με μαύρους κύκλους
Ξύπνησα πριν απ’ το φως. / Το σπίτι κρατούσε ακόμη τη νύχτα του
Ένα ναρκοπέδιο στην υδατώδη πραγματικότητα, ανάμεσα στο σκίρτημα, το ανεπαίσθητο, το λεπτεπίλεπτο
Σώπαινες στα ορυχεία του αλατιού και στα χαλυβουργεία
Εκείνος πεινούσε συνεχώς. Την έβλεπε που πάλευε στην κουζίνα χωρίς κανένα αποτέλεσμα
Ο Λόγος έγινε κραυγή, να συγκρουστεί με τον μουγγό αέρα
Σε μια πολυκατοικία, διαφορετικά διαμερίσματα γίνονται ιστορίες κι όλες μαζί οδηγούν στην ταράτσα...