Οι λέξεις του έπεφταν βροχή στο πάτωμα και σκόνταφταν κάτω από τα έπιπλα, προσπαθώντας να μετακινηθούν
Ήθελε να γίνει σαν εκείνους τους βαρετούς φιλόλογους των παιδικών του ετών, που τρώνε απ’ το τάπερ τους το κολατσιό τους
Όλα του τα σκυλιά είχαν πάντα το ίδιο όνομα. Και τα αγαπούσε εξίσου το ίδιο
Έτρεξα τότε στο πρώτο πιάνο και άνοιξα απότομα το καπάκι για να το τσακώσω. Έντρομος είδα ότι όλα τα σολ δίεση το είχαν σκάσει...
Περπατώ στον δικό μου Παράδεισο / σπουδάζοντας ταπεινοφροσύνη, / ευσέβεια και σύνεση κι εγκράτεια
Τα γυναικεία πουκάμισα με τις δαντελωτές / αποσπάσεις, τις αμφίλογες...
Έστω το λίκνισμα των ταξιανθιών / υπό υμέναιου άνεμου να νιώσει;
Πρόσεχα πάρα πολύ πώς πρόφερα το όνομά της...
να με θυμάσαι είπα / και χώρισα τον κόσμο σε μικρά / ίσα τετράγωνα
Κι εσύ δένεις μπαλόνια στα μπαλκόνια. Στολίζοντας τη φυλακή γίνεται καταφύγιο, λες
Η κίνησή τους / φωτόνια με διαρκή αλλαγή κατεύθυνσης
Γράμματα πια δε γράφει. / Σε ποιον να πει για το χθεσινό σύννεφο / από το δειλινό χρυσωμένο / πεφωτισμένο;