στρίψτε δεξιά, / περπατώντας αργά στους έρημους, / θλιβερούς δρόμους / δίπλα στις επικές προσόψεις των Τραπεζών
Άρχισε να νιώθει πως ακόμα κι όταν δεν οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο, η κατάσταση δεν ήταν τόσο διαφορετική
ο άλλος — ανάκλαση εν δυνάμει, / φως που ζητά επιφάνεια / για να πάρει μορφή.
Στον πυθμένα της λίμνης στην αγκαλιά της λήθης, / η Λερναία Ύδρα ξυπνάει
Τα είδε όλα – Δεν του ξέφυγε τίποτα. Παρά μόνον η πιθανότητα του λάθους
Έπειτα έγινε συγγραφέας· / η μνήμη του παρέμεινε αβύθιστη
Με συμπαθείτε λέτε, και χαμογελάτε, κι έπειτα λέτε στον επόμενο, τον έβδομο, πως άλλο όνομα δεν έχω...
... ρεύματα π’ όλο γύρω του κυλούν και γαλαζώνουν / μέχρι και το αίμα της καρδιάς και τα όνειρα του νου
... οδεύει προς τα χάη // δίχως την Πύρρα στο πλευρό του ...
Αν δεν έχεις αυτογελοιοποιηθεί, δύσκολα να σου δοθεί η χάρη να μιλήσεις κάποτε με σοβαρότητα
Λάσπη παντού / Άντε να καθαρίσεις τώρα τόσες υποκρισίες / Με ένα μονάχα φτυάρι
δεν είχε καμία απολύτως πρόθεση να φτιάξει έναν Κύβο, και πολύ περισσότερο να τον κατοικήσει