Η Κυριακή εκείνη δεν ήταν όπως οι άλλες
Πρωτόγονες λέξεις που τις λες μια φορά και καρποί της γης στο τραχύ του ασβέστη πέλμα, ελαφρόπετρες
Προσπαθώ να βγάλω την άμμο από την κάλτσα μου χωρίς να χώσω το χέρι μέσα στο παπούτσι
«Όποιος αντέχει να περιμένει, βγαίνει απαρέγκλιτα κερδισμένος», είχανε πει οι σοφοί
Έπλεε μέσα στη μελωδία, με ένα αχνό χαμόγελο...
Με κουρασμένα πέλματα / οι λεπτοδείκτες, / σπρώχνουν το παρόν / στο χείλος των ματιών
«Η ευθεία γραμμή» σκέφτεται «Αυτή είναι στην πραγματικότητα η ατέλεια που υπάρχουμε...»
Προσπάθησε να ορίσει ποια είναι τα υλικά και τα άυλα κι από πού προέρχεται το καθένα. Ποια καθορίζονται μέσα μας ποια απέξω μας...
Σφιχτά κρατά στα χέρια του κι ο Ορφέας των υδάτων / σαν άγιο δισκοπότηρο κύπελλο με νερό / γεμάτο από τη γαλανή ψυχή των αθανάτων
Δεν ήταν άνθρωποι καλυμμένοι. Ήταν άνθρωποι υφασμάτινοι. Όταν πέθαιναν, έμεναν μόνο κλωστές
Να μη λερώσει ο οίκτος το καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Να μη ξεγυμνώσει η παρουσία του την κενότητα και τη ματαιοδοξία
Κάποιοι ισχυρίζονται πως, καθώς πέφτει η νύχτα στις κορυφογραμμές, ο άνεμος μεταφέρει ένα μοναχικό τραγούδι...