Ο ήλιος τον τυφλώνει κι ας είναι ακόμα πρωί. Βάζει το χέρι αντήλιο και χαζεύει την απλωμένη μπουγάδα
Γελά γιατί με τους καπνούς έχει κάνει συμφωνία να πνίξουν το σπίτι ελεύθερα
Το παιχνίδι ήταν ένα λούτρινο σύννεφο που το πάταγες και έπαιζε ήχους του δάσους και τραγούδια και τέτοια
Στο καφενείο, οι γέροι με τη φλόγα έχουν φύγει
Μένω να υφαίνω στον αργαλειό / Πάντα η ίδια σκηνή, η ίδια ραψωδία
Δύο ποιήματα
τεχνοσκιές περιπλανώνται στις άνυδρες κοιλάδες του νου χαράζουν τη σκέψη
Κάτι μου λέει πως το κλειδί μάς είναι άχρηστο, ο χρόνος κατήργησε την κλειδωνιά
Τον κοίταζε λουσμένο στο φως του απορροφητήρα και καθόταν με το κουστούμι της δουλειάς πάνω από την κρεμμυδίλα
Τα γράμματα αποδρούν απ´ τον σκελετό τους αναπνέουν όπως οι αρχαίοι οργανισμοί, όπως οι μύκητες στους αόρατους πόρους
Στους γκρεμούς της Πλάκας και στα κατσάβραχα των γύρω ακτών κρύβονταν ξενομερίτες φυγόδικοι και κατατρεγμένοι από όλη τη χώρα
Θα ήθελα να μπορείς να διακρίνεις αυτό που χρειάζεσαι