Τρεις ποιητικές ενότητες
Την έπλυναν, την μύρωσαν, τη στόλισαν, από το γάμο της είχε να νιώσει τόση απόλαυση
Έμενε σ’ ένα καμαράκι με μικρή αυλή μπροστά, σε μία σπιτάρα, στην άκρη του επαρχιακού δρόμου που κατέβαινε προς τη θάλασσα
Στο άσυλο έμαθα πως τα όνειρα θέλουν προσοχή, οι σκέψεις χαλιναγώγηση...
Μήπως οι χρωματιστές λάμπες που τρεμόπαιζαν δίπλα στις οθόνες με τα διαγράμματα;
Το εκκωφαντικό φρενάρισμα έκανε τους κατοίκους στα κοντινά σπίτια να ορμήσουν στις εξώπορτες
η νύχτα δεν θα μας έπνιγε στο φως
Mα μένει πάντα ανάσα υπόκωφου ρυθμού / Σα ραψωδία βροχερής κι αέρινης ημέρας
ενώ τα δάχτυλά σου δορυφόροι / πολιορκούσαν κορμιά / και χάιδευαν κεφάλια / από τον παγωμένο βορρά / ως τη νήσο Ράπα Νούι
Υπάρχουν άνθρωποι, που αποφεύγουν τη δοκιμασία της αγκαλιάς, χωρίς καθόλου να περνούν την βάσανο της έγκαιρης αποσύνδεσης
Κατά τα λοιπά... διαβιούμε υπό την σκιά του
«Ευχαριστώ», λέει και χαμογελάει για πρώτη φορά. Το πιο σπαραξικάρδια θλιμμένο χαμόγελο που έχω δει