Έτρεξα τότε στο πρώτο πιάνο και άνοιξα απότομα το καπάκι για να το τσακώσω. Έντρομος είδα ότι όλα τα σολ δίεση το είχαν σκάσει...
Περπατώ στον δικό μου Παράδεισο / σπουδάζοντας ταπεινοφροσύνη, / ευσέβεια και σύνεση κι εγκράτεια
Τα γυναικεία πουκάμισα με τις δαντελωτές / αποσπάσεις, τις αμφίλογες...
Έστω το λίκνισμα των ταξιανθιών / υπό υμέναιου άνεμου να νιώσει;
Πρόσεχα πάρα πολύ πώς πρόφερα το όνομά της...
να με θυμάσαι είπα / και χώρισα τον κόσμο σε μικρά / ίσα τετράγωνα
Κι εσύ δένεις μπαλόνια στα μπαλκόνια. Στολίζοντας τη φυλακή γίνεται καταφύγιο, λες
Η κίνησή τους / φωτόνια με διαρκή αλλαγή κατεύθυνσης
Γράμματα πια δε γράφει. / Σε ποιον να πει για το χθεσινό σύννεφο / από το δειλινό χρυσωμένο / πεφωτισμένο;
Σε καιρούς νηνεμίας χάσκουνε οι ανεμόμυλοι / θέλουν σφοδρούς αέρηδες οι φτερωτές
Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια / που στέκεται και σκονίζεται / και αναλογίζεται ...
«Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;»