Φοράει τριγωνικό μαντήλι στα μαλλιά. Η άκρη του τεντώνεται στον αέρα σαν εμπριμέ ανεμοδείκτης
Κοντοστεκόμουν λίγο στο άκουσμα της τελευταίας φράσης κι ύστερα θύμωνα κι άρχιζε ένας τρικούβερτος καυγάς
το μυαλό της / κολλημένο στου παρελθόντος μια περιοχή, μιαν ιδέα: / υπερασπίζεται τη δική της, ιδιωτική, Κριμαία
Ήθελε προσοχή όμως, τα ρέματα όλο και φούντωναν
και μυρίζει σκουριά σαν της δόξας τη φθαρμένη εξουσία που στέκει φυτεμένη ρηχά σε μιας όχθης σαθρής την κινούμενη άμμο
Περαστικοί. Η γειτόνισσα που κρατούσε από το χέρι ένα παιδί με κόκκινο μπαλόνι. Ένας σκύλος που κουνούσε την ουρά του χωρίς λόγο
Ο ήλιος τον τυφλώνει κι ας είναι ακόμα πρωί. Βάζει το χέρι αντήλιο και χαζεύει την απλωμένη μπουγάδα
Γελά γιατί με τους καπνούς έχει κάνει συμφωνία να πνίξουν το σπίτι ελεύθερα
Το παιχνίδι ήταν ένα λούτρινο σύννεφο που το πάταγες και έπαιζε ήχους του δάσους και τραγούδια και τέτοια
Στο καφενείο, οι γέροι με τη φλόγα έχουν φύγει
Μένω να υφαίνω στον αργαλειό / Πάντα η ίδια σκηνή, η ίδια ραψωδία
Δύο ποιήματα