Έστω το λίκνισμα των ταξιανθιών / υπό υμέναιου άνεμου να νιώσει;
Πρόσεχα πάρα πολύ πώς πρόφερα το όνομά της...
να με θυμάσαι είπα / και χώρισα τον κόσμο σε μικρά / ίσα τετράγωνα
Κι εσύ δένεις μπαλόνια στα μπαλκόνια. Στολίζοντας τη φυλακή γίνεται καταφύγιο, λες
Η κίνησή τους / φωτόνια με διαρκή αλλαγή κατεύθυνσης
Γράμματα πια δε γράφει. / Σε ποιον να πει για το χθεσινό σύννεφο / από το δειλινό χρυσωμένο / πεφωτισμένο;
Σε καιρούς νηνεμίας χάσκουνε οι ανεμόμυλοι / θέλουν σφοδρούς αέρηδες οι φτερωτές
Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια / που στέκεται και σκονίζεται / και αναλογίζεται ...
«Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;»
Η μνήμη όμως επιμένει: κολυμπάμε στο ασύλητο νερό / στον επόμενο ουρανό
Γυρνά ατέρμονα ο κόσμος / γύρω απ’ την απουσία του / σε διαρκή ναυτία / μιας αναρρόφησης / του παλαιού του βάθους
Αλλά ακόμη πιο μεγάλο αίνιγμα, ήταν να διαχωρίσω τις μελιτζάνες παπουτσάκι, που απεχθανόμουν, από τα παπουτσάκια που φορούσα