Στην καλύτερη περίπτωση του έλεγαν απλά: «Eεε, στα λέει καλά ο θεός;» ή «Πώς είσαι έτσι ρε, μού θες να πας και στον παράδεισο»
να μου μιλάνε, την οθόνη να κοιτώ / και να διαβάζω δίχως φόβο για το βράδυ / όπου δεν βλέπω – άρα ούτε ακούω Χριστό.
Ο δυνατός ξύλινος ήχος με τραβούσε πρωί πρωί έξω απ’ τον ύπνο και μαζί η γυναικεία φωνή: «ήρθε το λελέκι! Απ'την Αφρική»
Του φαινόταν τώρα πως φύλλα από κάποιο άγνωστο δέντρο έπεφταν τριγύρω κάθε φορά που έλεγε το όνομά της...
«Λάθος; Τι λάθος; Ο υπουργός προχθές υπέγραψε τα μισθωτήρια και τον άλλο μήνα ξεκινά τις εργασίες...»
Τριγύρω, ανάμεσα απ’ τους κίονες, / προβάλλουν οι προσκυνητές : / αμπέλια, πεύκα, κυπαρίσσια, ευκάλυπτοι / αθάνατα και ροδοδάφνες
Τα ποιήματα είναι οι οδηγοί μας / οι φανοστάτες του ουράνιου θόλου / οι σημαδούρες της μαύρης θάλασσας που μας σκεπάζει
Κατά μήκος και κατά πλάτος πηλός με υπόγεια ρεύματα να το χτυπούν –ενίοτε– κατά πρόσωπο. Το ζώο μου είναι στη θλίψη του μοναδικό.
[ «Είσαι ταχύς», μου λέει ο παθολόγος, εννοεί ταχυκαρδία. Με ήρεμη και σταθερή φωνή του απαντώ: ]
Αλλά της ίδιας το περίγραμμα / το θάμπωνε μια ασάλευτη κουρτίνα – θυμάσαι, τελοσπάντων, εκείνη τη γυναίκα απ’ το άλλο ποίημα;
Τα σπίτια τα επιπλώνουμε με / την ανάσα μας / και όταν αυτή τελειώσει / με την ψυχή μας
Διαλέγει η Κλυταιμνήστρα προσεχτικά τα κοσμήματα με τα οποία θα στολίσει λαιμό και δάχτυλα.