Προσφιλέστατε Κάρπο

«Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των περί αυτής Χωρίων», απεικόνιση του Παναγιώτη Ζωγράφου με καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.
«Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των περί αυτής Χωρίων», απεικόνιση του Παναγιώτη Ζωγράφου με καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.



Προσφιλέστατε Κάρπο*
Από τότε που έφτασε η είδηση του θανάτου σου, δεν ησυχάζω. Έρχεσαι τη νύχτα, σε όνειρο, πότε νέος όπως σε γνώρισα, και πότε γέρος, όπως δεν έγινε βολετό να σε ιδώ, αφότου με τον ερχομό του Όθωνα, έκανες πατρίδα το Μεσολόγγι κι εγώ βρήκα ανάπαψη στο κτηματάκι στη Δάρα.
Νέος ή γέρος, στο όνειρο μου θυμίζεις ό,τι δεν έκανα αφότου σε πρωτοείδα, στην Οδησσό, και ήταν μέρος του χρέους που μοιραστήκαμε, σε όρη και λαγκαδιές του Μωριά και της Ρούμελης. Ξέρεις ποιου χρέους: της σωτηρίας της πατρίδας, που έγινε ένα με το πετσί μας και τρέμουμε μη τύχει και φύγει και απαξιωθεί η ζωή μας.

Πολλές φορές είπα πως πρωί-πρωί, δίχως άλλο, θα σου έγραφα. Με την καταδίκη του Κολοκοτρώνη σε θάνατο, αλλά και το ’37 που ανασκεύασες όσα είπαν για να σκεπάσουν τις ραδιουργίες που μηχανεύτηκαν στο κυνήγι του Οδυσσέα. Τότε στρώθηκα να καταγράψω λεπτομερώς όσα θυμόμουν από τον αγώνα. Και το ’43, με το κίνημα του Καλλέργη, αλλά και μετά την ταπείνωση της Κριμαίας, που βάλθηκα να διορθώσω ιστορικές ανακρίβειες. Και βέβαια, το ’62 με την επανάσταση που ξημέρωσε επιτέλους Σύνταγμα και δημοκρατία για την Ελλάδα. Το έλεγα την ώρα που νύχτωνε και με το ξημέρωμα το απόδιωχνα. Στο βάθος, περίμενα να ανταμώσουμε καρδιακά, χωρίς το δισταγμό και το φόβο μην αστοχήσω. Και τότες θα μάθαινες ότι ήταν μεγάλη η Τύχη που τα έφερε έτσι και μοιραστήκαμε τον συνταραγμό του αγώνα. Λίγοι τον έζησαν και είθε να μη χρειαστεί να τον ξαναζήσουν.
Αλλά οι βουλές του χρόνου εμπαίζουν όσους αισιόδοξα τον σκουντούν παραπέρα, μη τύχει και κάνει τετελεσμένα τα ατέλεστα. Το γνωρίζεις, είναι το παιγνίδι που παίζουμε με το θάνατό μας, κι όσο τον νιώθουμε να μας φτάνει, γιατί μας άφησε να γεράσουμε, τόσο μας παρασύρει να τον ξεχάσουμε, καθώς μας προστάζει, κρυμμένος, πίσω από την πόρτα, όσο αυτός καιροφυλακτεί για μας, εμείς ακόμα να πολεμάμε μη σβήσει ο πόθος για τη ζωή που θα ανταλλάξει το ίσιο με το άδικο. Ώσπου τώρα, σαράντα χρόνια μετά, έμαθα το μαντάτο, και το κρυφτούλι που έπαιζα φανέρωσε την παγίδα που μου είχε στημένη.

Πάντα μου έλεγες πως αν ήμουν πληρεξούσιος στις Εθνικές Συνελεύσεις, δεν θα καθόμουν με τους πεδινούς, αλλά στα ψηλά καθίσματα σαν τους ξεβράκωτους και τους ορεινούς στην επαναστατημένη Γαλλία, και πως εμένα δεν με πτοούσε η γκιλοτίνα που στήσανε στον Λουδοβίκο και τους μηχανορράφους του για ν’ ανακόψουν τη φόρα του μικρού λαού. Εγώ, πιο αψύς, δεν άντεχα να βλέπω η πολιορκία της Τριπολιτσάς να γίνεται από μνημείο ανδρείας τάφος και κόλαφός μας από τον Σπ. Τρικούπη, που τάχα δεν γνώριζε πώς έγινε η έφοδος και από ποιους, θαρρείς κι έγραφε μυθιστόρημα για όσους δεν τα ’ζησαν. Τα ίδια και ο Π. Πατρών, αντιγράφοντας τον Σπ. Τρικούπη. Ναι! Έγινε σφαγή, το τουφέκι δε σταματούσε τρεις ολόκληρες μέρες· οι Έλληνες εκδικούνταν όσα πάθαιναν χρόνια από τους τυράννους τους. Οι Τούρκοι ποτέ δεν σκέφθηκαν ότι μια μέρα θα σηκωθούν οι ραγιάδες. Όμως, οι Έλληνες δεν τους σκότωναν από ωμότητα, όπως μας κατηγόρησε η πολιτισμένη Ευρώπη, αλλά από δικαίαν εκδίκηση. Ηύραν εμπρός των τους εχθρούς που είχαν ατιμάσει αυτούς τους ιδίους και είχαν σκοτώσει και αιχμαλωτίσει πολλούς συγγενείς και γνώριμους, στον παρόντα πόλεμο, ενώ τα αίματα των φονευθέντων ακόμη άχνιζαν. Κι όμως τους καλούς Τούρκους, όσοι πρότερον δεν τους κακομεταχειρίζοντο, οι Έλληνες τους επήραν μαζί των, τους είχαν ομοτράπεζούς των, τους έσωσαν και τους έστειλαν όπου ήθελαν.

Τέλος του ’37, όταν έμαθα από έμπορο στην Οδησσό για την ανασκευή που τους έστειλες, όσων είπαν οι κκ. Σουρμελής και Φαβιέρος, αλλά και το ελληνικό τακτικό σώμα εναντίον του αντάρτη Ανδρούτσου, το πρώτο που ανέφερα στο γραφτό μου ήταν η προτροπή του φίλου κ. Τερτσέτη να μνημονεύσω όσα είδα, έζησα και διασταύρωσα από τα χρόνια μου στον αγώνα. Και τον ευχαριστούσα γι’ αυτό. Όμως, η αλήθεια είναι πως στρώθηκα να το πράξω, όταν έμαθα τα δικά σου μνημονεύματα που αποκαθιστούσαν την τιμή του δύσμοιρου Οδυσσέα.

Απορούσες που δεν με ενδιέφεραν οι τιμές και τα μεγαλεία, ενώ εσύ λαχταρούσες από υπασπιστής του, λοχαγός και χιλίαρχος, μετά την απελευθέρωση, να γίνεις με τα επίσημα ελληνικά, δυνατός στην πένα όπως ήσουν και στο τουφέκι. Μετά την μιαιοφονία του αρχηγού σου, έτρεξες φρούραρχος του Μεσολογγιού, κι όταν ο Κουντουριώτης το άφησε στην τύχη του, με την ηρωική έξοδό σας, έγινες τακτικός. Είχες προείδει ότι η Διοίκηση θα αποτέλειωνε το αντάρτικο και οι οπλαρχηγοί δεν θα άντεχαν για πολύ να πολεμούν με τους Τούρκους και τους πολιτικούς. Ηταν χρεία να οργανωθεί το ασκέρι για τον δανεισμό, αφού παράδες για τα αναγκαία δεν περισσεύανε.

Σε θαύμαζα και σε ντρεπόμουν μαζί, γιατί αγιουτάντης κι εγώ του Κολοκοτρώνη, με το κυάλι στο ένα χέρι και το καλάμι στο άλλο, χωρίς να ξέρω να διοικήσω ακόμη και το άλογο της Εφορείας του στρατοπέδου, πολλές φορές φοβήθηκα, όπως τότε που πήρα τα όρνια για στρατιώτες με άσπρα βρακιά και γελέκια, ή για τους πεθαμένους που έπρεπε να θάψουμε, στην πολιορκία στο Ναύπλιο, κι εγώ κρύφτηκα γιατί φοβόμουν να πιάσω νεκρούς. Τέλος πάντων, κάθε φορά που με περιέλουζε κρύος ιδρώτας, σε έβλεπα μπροστά μου και ο φόβος γινόταν ντροπή. Εσύ ήσουν το παλικάρι που λαχταρούσε η επανάσταση να φτάσει το γρηγορότερο ως τη Μακεδονία και ως τη γενέτειρά σου, τον Αίνο.

Ήταν ίσως η λάμψη που έβλεπα πάνω σου, με φόντο τη λάμψη της Οδησσός, που με θάμπωσε, στο ταξίδι μου εκεί, μετά τον όρκο στην Εταιρεία. Λάτρευες την Οδησσό και στο ταξίδι του ερχομού μας στην Πελοπόννησο συχνά την μνημόνευες͘ εκεί πρόκοψες, εκεί αγάπησες, την Οδησσό την είχες κάνει πατρίδα σου. Με το που τράβηξες για τη Ρούμελη, χωρίς ούτε λεπτό να σταθείς στον Μωριά, σκέφτηκα πως έτσι ήσουν πιο κοντά στα μέρη σου. Γι’ αυτό και μετά το φονικό του Ανδρούτσου συνέχισες ακατάβλητος τον αγώνα στο Μεσολόγγι, έτοιμος για τα πιο βόρεια.

Πάντα το έλεγα πως έδωσες πίστη στον Κυβερνήτη γιατί γι΄ αυτόν η Ελλάδα, με ελευθερωμένο τον Μωριά και τη Στερεά, ήταν μισή και είχε το θάρρος και το κατέθεσε στο ραπόρτο που του ζήτησαν οι ξένες δυνάμεις. Τότε ήταν που άρχισαν να ραδιουργούν σε βάρος του, γιατί αυτό έλειπε, να λευτερώναμε ολόκληρη την Ελλάδα και να γινόμασταν νοικοκύρηδες μέσα στο σπίτι μας. Τα ίδια διέδιδαν και για τον Κολοκοτρώνη.

Στο Ναύπλιο, μετά τον σκοτωμό του Κυβερνήτη, δεν ξεχνώ που απορημένος μου έλεγες «δεν μπορεί, κάποια κατάρα μας βαραίνει κι έγινε πιο βολετό να διώχνουμε τους εχθρούς παρά να τα βρίσκουμε αναμεταξύ μας». Κι όταν κάπως ησύχασαν τα πράγματα από τα αίσχη των ανταγωνισμών, πάλι τόνιζες ότι παρ’ όλα τα δεινά και αισχρά που ζήσαμε, εμείς δεν φτάσαμε εκεί όπου έφτασαν, σε ανάλογες περιστάσεις, άλλοι λαοί. Το πρώτο που μου είπες, τότε που διάβαζες μανιωδώς όσα μετάφραζε ο γραμματικός του Κυβερνήτη Ν. Δραγούμης, ήταν ότι ο στρατηγός Αρνόλδος, δούλος των ίδιων του των παθών, πρόδωσε ολόκληρη επαρχία κι αυτομόλησε στους εχθρούς. Και πως μόνο με τη σύνεση του Βασιγκτώνα και των πατριωτών δεν πήγε στράφι η αμερικάνικη επανάσταση. Εμείς, έλεγες, δεν αξιωθήκαμε να έχουμε έναν Βασιγκτώνα. «Πού να μας αφήσει ο φθόνος που έβγαζε το μάτι», σου έλεγα, «του ενός ή του αλλουνού, αφού όλοι νόμιζαν πως γεννήθηκαν αρχηγοί». «Κι όμως», μου απαντούσες, «τέτοια αίσχη δεν είχαμε στην Ελλάδα, κι ας κατηγόρησαν τον Ανδρούτσο, τον Βαρνακιώτη και άλλους για τη δήθεν υποταγή των στους Τούρκους». Για σένα, η προδοσία ήτανε το χειρότερο. Μια φορά, ανέφερες τον Αμερικάνο αντιπρόσωπο Ιωσήφ Ρηδ, που αρνήθηκε δόξες, τιμές και 10.000 λίρες για να πείσει την Συντακτική να δεχθεί όσα πρότεινε η Αγγλία. Και βέβαιος πως θα με εντυπωσίαζες, πρόσθεσες τι είπε στους Άγγλους απεσταλμένους, ͘ πως ο ίδιος κόστιζε τόσο ακριβά που ούτε ο βασιλιάς της Αγγλίας δεν ήταν σε θέση να τον εξαγοράσει. Προς κατευνασμό μου, πρόσθεσες πως οι Έλληνες ποτέ δεν πρόδωσαν, ούτε ο πληρωμένος από τον Μαυροκορδάτο Μπότσαρης στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγιού, ούτε η ένδοξη φρουρά στη δεύτερη, ούτε ο Καραϊσκάκης, όταν πάνω στη γαλλική ναυαρχίδα αρνήθηκε την στρατιωτική αρχηγία της Ρούμελης από τον Κιουταχή. Μού θύμισες ακόμη και την απάντηση του Γ. Μαυρομιχάλη στον Ιμβραΐμη. Εσύ, βέβαια, ασχέτως με την προδοσία του Αρνόλδου, θαύμαζες την Αμερικάνικη επανάσταση περισσότερο από τη Γαλλική, εξαιτίας του Ναπολέοντα που εμπόδισε το Σύνταγμα στη Γαλλία. Και πάντως, δεν ξεχνούσες να τονίσεις το μέτρο που, όταν χαθεί, τυφλώνεται όποιος το έχασε. Αλλά στο Μωριά, όπως και σε Ανατολική και Δυτική Στερεά, δεν ήταν λίγοι αυτοί που το έχασαν και τυφλώθηκαν.

Εσύ ήσουν όντως άλλος χαρακτήρας, με αλλιώτικο ήθος που εμάς μας έλειπε· στιφός, δε λέω, αλλά ακέραιος. Κι αυτό με έκανε ακόμη πιο πολύ να σε θαυμάζω και να σε ντρέπομαι. Αναγνώριζες πως πολεμήσαμε μια μεγάλη αυτοκρατορία και τρεις σατραπείες, μέσα στη δίνη λυσσαλέων ανταγωνισμών στην Ευρώπη, ριγμένοι στον αγώνα με σουβλιά και τις τσεμπέραις των γυναικών για σημαίες, στερημένοι τροφή και ανατροφή, και κατορθώσαμε τα ακατόρθωτα, δρομολογώντας την επανάσταση για λευτεριά, σύνταγμα και δικαιοσύνη. Στο Ναύπλιο, δεν μιλούσες για την Οδησσό και τον Αίνο. Καταλάβαινα πως άφησες την ψυχή σου στο Μεσολόγγι κι εκεί θα επέστρεφες. Το μόνο παράπονό σου ήταν πως ενώ οι μεγάλοι άνδρες της αμερικάνικης επανάστασης ονομάσθηκαν Πατέρες-ιδρυτές της νέας πατρίδας που κυβερνούσαν ο ένας κατόπι του άλλου, σε εμάς, οι μεγάλοι άνδρες δοκιμάστηκαν από την ένδεια και την αχαριστία, στη στενή φωλιά που έγινε η ελευθερωμένη Ελλάδα. Απείλησαν ακόμη και τον Κολοκοτρώνη με λαιμητόμο, μήπως και φοβίσουν και τους άλλους αγωνιστές, σα να ήταν προδότες της πατρίδας κι όχι οι πατέρες και ιδρυτές της.

Εγώ σε άκουγα κι είχα μάθει να περιμένω την τελευταία φράση σου, που ήτανε πάντοτε θετική. Μετά τον θυμό, την πίκρα ή το παράπονο, ακολουθούσε το «κι όμως», και δε σου το κρύβω, αναρωτιόμουν ένας θεός ξέρει γιατί, όπως όταν βλέπω λουστρίνια αντί για τσαρούχια στα γυμνά μας ποδάρια. «Κι όμως», μου είπες, «οι ‘Ελληνες εξελλήνισαν και την ξένη κηδεμονία. Το βλέπεις, καλοί ή κακοί, οι ρωμιοί τσακώνονται από φόβο μη περιπέσουν στην απάθεια κι ανεχτούν ξανά τυραννία, τον εξανδραποδισμό, την ερήμωση».

Εγώ είχα αντιρρήσεις και δεν ησύχαζα. Κι εσύ με διαβεβαίωνες ότι για να γίνουμε δημοκράτες, όπως ποθούσαμε, χρειαζόταν να αποκτήσουμε το φιλελεύθερο πνεύμα που δεν το κατέχαμε. Και το ’43, με το που άκουσα Μακρυγιάννης, Ανδρέας Λόντος και Μήτρος Δεληγεώργης να βοηθούν τον Καλλέργη, εσένα πρώτον θυμήθηκα, όπως και στο νικηφόρο ‘62. Γιατί εσύ με έκανες να πιστέψω πως η επανάσταση, για να ολοκληρωθεί, χρειάζεται να παρατείνεται συνεχώς, έτσι που ο χρόνος, ενώ τελειώνει τις υποθέσεις, αυτήν την κάνει ατέλειωτη.

Όλα αυτά ημέρευαν τους φόβους μη ξεχαστούν τα ακατόρθωτα, και καλλιεργούσα κτήμα και φρόνημα. Το συναπάντημά μας ήταν για εμέ το ελατήριο που κίνησε την Τύχη να μου φανερωθεί ο πιο βαθύς εαυτός μας, που σέρνουμε μικρά παιδιά στο κατόπι μας χωρίς να τον ξέρουμε. Αυτός μας έριχνε στις δίνες της ψυχής που μας ανάγκαζαν να βρίσκουμε τον ξεθυμασμό σε πολέμους φανταστικούς και καυγάδες που σύγχυζαν τον Παπαγιαννάκη, που με ήθελε παπά κι έτρεμε πως με τον χαρακτήρα που είχα θα τα ’βαζα και με τον Σελίμη. Έτσι μ’ έστειλε στη Ρωσία, και οι Φιλικοί, λίγα χρόνια μετά, στη Οδησσό. Δεν ήταν καιρός για εμπόρια. Ήταν τόση η οργή που κουβαλούσαμε, από την κοιλιά ακόμη της μάνας μας, για κάμποσες γενιές, που δεν υποφέραμε άλλο να μένουμε ραγιάδες αφεντάδων και ραγιάδων μαζί. Αν με άφηνε η αγωνία της στερνής ώρας, θα είχα προκάνει να σου καθρεφτίσω τον εαυτό που έπλασα από τον Φωτάκο-παιδί, αφ’ ότου σε γνώρισα. Δοξολογώ την Τύχη με Ταφ κεφαλαίο, για τον Αγάπιο και μετά τον Παρθένιο στη σχολή της Βυτίνας που μού ’μαθαν γράμματα. Αλλιώς πως θα μπορούσα να σε έχω συνομιλητή μου και σύμβουλο;

Την υμνητική αποστροφή που σου χρωστούσα από την Οδησσό σού τη γράφω τώρα, βέβαιος πως θα γίνει αχός κι αντιλάλισμα όχι στη μνήμη, αλλά σε εσένα που την έτρεφες με όσα έκανες και όσα έγινες. Απαγόρευες στον εαυτό σου να λυγίζει υπό το βάρος προσωπικών παθών κι αισθημάτων. Τα δικά μου βήματα, χάριν του γλιτωμού της πατρίδας, καθρεφτίζουν τις δικές σου επιλογές. Υπασπιστής εσύ του Οδυσσέα κι εγώ του Κολοκοτρώνη, η μοίρα ήταν μία και για τους δυο. Εσύ ήξερες τι περίμενε όποιον είχε χαρίσματα που δεν τα αντέχουν όσοι δεν τα ’χουνε. Το ’58, ανασκεύασα τις ανακρίβειες γιατί εννόησα πως η επανάσταση με τα καριοφίλια και τις πιστόλες συνεχιζόταν με την πένα και τις άσπρες κόλλες χαρτί, και της χρωστούσαμε να ’μαστε συνεχώς στο ποδάρι. Κάθε που ποτίζω τα δενδράκια μου με νερό και το χαρτί με μελάνι, σε δοξολογώ στον αιώνα, γενναίε Κάρπο!

Ο αδελφός σου

Λοχαγός Φωτάκος

Δάρρα Μαντινείας, Απριλίου 3, 1872


*
Πρόκειται για τον αγωνιστή [Πολύ]Καρπο Παπαδόπουλο. [ Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφ. Μακεδονία, 6/6/2021
]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: