Αφιερώνεται στους αναγνώστες του Χάρτη, για την νέα χρονιά
Τα τελευταία αρκετά χρόνια, κατακλυζόμαστε από ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, που η φαινομενική παραδοξότητά τους δίνει την εντύπωση ότι εισήλθαμε σε μια φάση καθαρού παραλογισμού. Η πρωτοφανής απογύμνωση κρυμμένων αντιφάσεων και αντινομιών που τις ζούσαμε, αλλά δεν μας προβλημάτιζαν, ανατρέπει την κοινή λογική, που απορρίπτει τις λογικέ/λεκτικές αντιφάσεις, κοινώς ασυναρτησίες(« το δένδρο είναι καράβι»), αλλά και τις πραγματικές. Γι’ αυτό και αδυνατεί να κατανοήσει και να εξηγήσει πώς η αύξηση του πλούτου των λίγων προκαλεί εξαθλίωση των πολλών ή πως η ανεξέλεγκτη χρήση της ΤΝ απαιτεί τεράστιες ποσότητες ενέργειας, σε ευθεία αντίκρουση με την αγωνία των ισχυρών να αυξήσουν τα ενεργειακά αποθέματά τους.
Αυτός ο φαινομενικός παραλογισμός, που τον γεννά το ξεγύμνωμα κραυγαλέων αντιφάσεων, έχει τη δική του πολύπλοκη λογική που εξηγεί τα ανεξήγητα. Η φιλελεύθερη δημοκρατία της Δύσης χάνει πάλι τις δικλείδες ασφαλείας που της εξασφάλιζε το κράτος δικαίου, εγγυώμενο επί δυο αιώνες ( 1789-1989) μια τυπική ισονομία, στο πλαίσιο της λεγόμενης τυπικής δημοκρατίας, η οποία επέζησε για τόσο μεγάλο διάστημα, μόνο και μόνον γιατί, παρά τους δυο Παγκόσμιους πολέμους τού 20ού αιώνα, κινούνταν σε πορεία προόδου, ενισχύοντας με ιδεολογικούς και θεσμικούς μηχανισμούς, ένα κράτος πρόνοιας, το οποίο ενίσχυε η εκλογική πλειοψηφία, με την προοπτική της βαθμιαίας μετάλλαξης του ατομικιστικού φιλελευθερισμού σε μια κοινωνιοκρατική δημοκρατία* βάση ικανή να εξασφαλίσει τα ανθρώπινα, τα κοινωνικά και τα προσωπικά δικαιώματα των πολιτών.Υπήρχε, δηλαδή, σε γενικές γραμμές, μια εν δυνάμει αύξουσα ισορροπία μεταξύ του ατομικισμού των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και του κοινωνισμού στο οποίο επένδυαν οι οικονομικά ανίσχυρες κοινωνικές. τάξεις, ώστε με την κοινοβουλευτική πολυφωνική εκπροσώπηση, να αποσοβείται η ευθεία ταξική αντιπαράθεση. Ιστορικά, εδώ και αρκετά χρόνια, περάσαμε από την διατάραξη αυτής της πολιτικής ισορροπίας εντός της εν προόδω δημοκρατίας, στην βαθμιαία υπόγεια ανατροπή της.
Ανάλογη ανισορροπία υπήρξε στον Μεσοπόλεμο, με τον Φασισμό στην Ιταλία και τον Ναζισμό στην Γερμανία, καθώς ο ακραίος ατομικισμός των ισχυρών κρύφτηκε, εν είδει μεταμφίεσης, πίσω από την μαζικότητα των ανίσχυρων φτωχοποιούμενων μεσαίων και φτωχών.
Είναι κοινό μυστικό ότι την αναδιάρθρωση ή αλλαγή τών οικονομικο-πολιτικών δομών πιστοποιούν συμβάντα, γεγονότα, και καταστάσεις, ως αποτέλεσμα πολιτικών δράσεων σε συγκεκριμένους κοινωνικούς χωρο-χρόνους, που ποτέ δεν είναι τυφλές στην αμεσότητα τους, εκτός και αν πρόκειται για εν βρασμώ εγκλήματα ή για απεγνωσμένα εγχειρήματα ωμής βίας. Γιατί τα ανθρώπινα πράγματα διαμεσολαβούνταν πάντα και διαμεσολαβούνται και στη σύγχρονη εποχή, από ιδέες που διαπνέουν είτε το θετικιστικό γνωστικό μοντέλο, στο πλαίσιο της παραστατικής σκέψης, είτε το διαλεκτικό και διαφορικό γνωστικό μοντέλο, στο πλαίσιο της πραξιακής σκέψης.
Η παραστατική σκέψη διαχωρίζει την υποτιθέμενα ουδέτερη θεωρία από την εμπρόθετη πράξη , σε αντίθεση με την πραξιακή σκεψη που τις διασυνδέει. Φυσικά, οι ιδεες δεν μπορούν από μόνες τους να προκαλέσουν ανατροπές ή αλλαγές. Γι’ αυτό και η διαδεδομένη στην εποχή μας αντίληψη, ότι η φιλοσοφία ―τόπος παραγωγής ιδεών― είναι ξεπερασμένη , αν μη τι άλλο, γιατί είναι ανίκανη να συμβάλει στην παραγωγή τεχνο-επιστημονικής γνώσης. Δεν πρέπει, φυσικά, να ξεχνούμε ότι ακόμη και αν οι ιδέες από μόνες τους δεν μπορούν να βελτιώσουν ή να αλλάξουν τον κόσμο, χωρίς αυτές, δεν έγινε και δεν θα είναι ποτέ δυνατή οποιαδήποτε αλλαγή τού κόσμου που φιλοξενεί ο πλανήτης είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο.
Θέμα λοιπόν της ομιλίας μου είναι οι ιδέες που συνετέλεσαν, μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, στην κατασκευή ενός ιδιότυπου πολιτικού σχηματισμού, ο οποίος σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, βρήκε τον τρόπο να διαταράξει τον πολιτικό φιλελευθερισμό, πρώτα με τον Φασισμό του Μουσολίνι, στην Ιταλία, με τη δικτατορία του Φράνκο, στην Ισπανία και του Σαλαζάρ, στην Πορτογαλία, και στη συνέχεια, με την νίκη του Γ΄ Ράιχ στη Γερμανία.
Αναφέρομαι ειδικά στον εθνικοσοσιαλισμό στην Γερμανία του Μεσοπολέμου, που κινήθηκε με το ιδεολογικό τρίπτυχο «εθνικισμός, μιλιταρισμός, φυλετισμός» και που συγκριτικά με την Ιταλία του Μουσολίνι, λειτούργησε με απροκάλυπτα ωμή βία για την εδραίωση ενός καθεστώτος εξαίρεσης, που εκχωρούσε την απόφαση ισχύος στον Χίτλερ.
Το ιδεολογικό τρίπτυχο εθνικισμός, μιλιταρισμός, φυλετισμός , που έκφραζε τις συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις, στην Γερμανία, δεν θα αρκούσε για να θέσει τις μάζες στην υπηρεσία βλέψεων που είχαν πρωτοεκφραστεί, μετά την νίκη της Γερμανίας στον Γαλλο-γερμανικό πόλεμο του 1870, όταν ο Βίσμακ έσπευσε να οργανώσει την γερμανική οικονομία σε μονοπωλιακή βάση, καλλιεργώντας την αποστροφή των Γερμανών στον αγγλοσαξωνικό φιλελευθερισμό. Πιεστικός, ασφαλώς, παράγων υπήρξε και το διογκούμενο επαναστατικό κίνημα, σε όλο το β΄μισό τού 19ου
αι., των Ρώσων αρνητών του τσαρικού καθεστώτος, συγγραφέων και διανοούμενων, αυτο-αποκαλούμενων Μηδενιστών, που όσοι είχαν προλάβει να αποφύγουν τα κάτεργα, διέφευγαν σε ευρωπαϊκές χώρες.
Εκτός, λοιπόν, από το ιδεώδες μιας Γερμανίας υπεράνω των φιλελεύθερων ευρωπαϊκών χωρών και των ΗΠΑ, ρόλο πίεσης έπαιξε και ο υπόγειος φόβος του καπιταλισμού για τα επαναστατικά κινήματα, με αποκορύφωμα, αρχικά, την Κομμούνα του Παρισιού, και την ήττα της Γαλλίας, λίγο μετά, στον πόλεμο με την Γερμανία, όπως, αργότερα, και η Οκτωβριανή επανάσταση. Αποφασιστικός παράγων για τις μεγαλεπήβολες βλέψεις των Γερμανών εθνικιστών ήταν η ανάπτυξη της τεχνικής, στην οποία, από τα τέλη του 19 αι. και μετά, πρωτοστατούσε η Γερμανία έναντι της Βρετανικής αυτοκρατορίας.
Έτσι, από το 1900 και έως την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, μεσολάβησε πυρετός ζυμώσεων, στο εθνικιστικό στρατόπεδο των Γερμανών γαιοκτημόνων και βιομηχάνων, με εκδόσεις φιλοσοφικών έργων του μυστικιστή τού μεσαίωνα Έκχαρτ έως και των ύστερων σημειώσεων (1912) του Νίτσε κατάλληλα προσαρμοσμένων στα συμφέροντα των εθνικιστών μετουσιωμένα σε ιδεώδες υπερίσχυσης, με στόχο την μεγαλύτερη δυνατή απήχησή τους στους Γερμανούς ψηφοφόρους.
Οι ζυμώσεις αυτές εντατικοποιήθηκαν, μετά την ήττα της Γερμανίας, στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, προκειμένου να συρθεί στην λήθη ο κυρίαρχος, έως τα μέσα του 19ου
αι., ιδεαλισμός κορυφαίων Γερμανών φιλοσόφων και φιλολόγων. Ο γερμανικός ιδεαλισμός ― παρά την ενδελεχή κριτική εξέταση, στην οποία τον υπέβαλε ο Μαρξ, υπερβαίνοντας την ιδεαλιστική θεμελίωση και εφαρμογή της χεγκελιανής διαλεκτικής λογικής, θεωρήθηκε πρόξενος μιας υπερευαισθησίας που αδυνάτιζε το εθνικό φρόνημα των Γερμανών μιλιταριστών. Έπρεπε, επομένως, να δημιουργηθεί ένα άλλο ενθουσιώδες και σκληρό, πάνω απ’ όλα, φρόνημα των Γερμανών στον ανταγωνισμό τους με τον αγγλοσαξονικό φιλελευθερισμό.
Οι ιδεολογικές ζυμώσεις κορυφώνονται με τα κείμενα τού φιλοσόφου τού Δικαίου, Καρλ Σμιτ και τη θεωρία του για μιαν οιονεί υπέρβαση του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με την δημιουργία ενός καθεστώτος εξαίρεσης, που δικαιολογούσε τα σχέδια και την κήρυξη του πολέμου. Ορόσημο υπήρξε και η περίφημη συνομιλία του αντιδιαφωτιστή, συντηρητικού καθηγητή φιλοσοφίας Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον επίσης καθηγητή της φιλοσοφίας, υπέρμαχο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού Έρνεστ Κασίρερ, ο οποίος στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο διέφυγε και δίδαξε στις ΗΠΑ.
Στα μέσα του 1920, γινόταν κοινή η συνείδηση των Γερμανών συντηρητικών ότι το καθεστώς εξαίρεσης, στο ένδον πολιτικό πεδίο που θεωρητικοποίησε ο Κ. Σμιτ, θα είχε σαν συνακόλουθο την υπερίσχυση της Γερμανίας, στο εξωτερικό πολιτικό πεδίο. Η εξωτερίκευση του καθεστώτος εξαίρεσης της Γερμανίας, με τον πόλεμο με εκτός των συνόρων της, ανταγωνιστικές, δυνάμεις προκαθόριζε και την ερμηνεία των αρμοδιοτήτων του Διεθνούς Δικαίου. Πράγμα που ζούμε σήμερα με την σκλήρυνση της εξωτερικής πολιτικής όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά και των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών, που ενισχύουν την βιομηχανία οπλικών συστημάτων, για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης ρωσικής επίθεσης στα εδάφη τους.
Θα αναρωτιέστε πότε θα αναφερθώ στην Τεχνοδικία και στον χαϊντεγκεριανό μηδενισμό. Καθυστέρησα, όντως, να μπω στο προκείμενο, γιατί οι ιδέες δεν πέφτουν εξ ουρανού, από κάπου τέλος πάντων, εκτός της πραγματικότητας. Αντίθετα, είναι καρπός του ιστορικο-κοινωνικού φαντασιακού μιας χώρας, μιας ηπείρου ή ενός κόσμου ολόκληρου μιας ορισμένης ιστορικής εποχής.
Έρχομαι, τώρα, λοιπόν, στην τεχνοδικία και στη μεταφυσική του μηδενισμού που κατασκεύαζε ο Μ. Χάιντεγκερ (στο εξής Μ.Χ.) από τα μέσα του 1920 μέχρι το 1943. Την οποία δεν έπαψε να υπεραμύνεται με κείμενα και διαλέξεις, έως και στην 10ετία του 1960, τον ίδιο καιρό που ο Κ. Σμιτ έδινε διαλέξεις στην Ισπανία του δικτάτορα Φράνκο, υπερασπιζόμενος τον πόλεμο των αποικιοκρατών εναντίον αποικιοκρατουμένων ( βλ. τη Θεωρία του Αντάρτη του Κ. Σμιτ.
Πολύ συνοπτικά, επιτρέψτε μου να αναφερθώ στη σημασία των όρων «Τεχνοδικία» και Μηδενισμός. Ο όρος τεχνοδικία είναι ένας νεολογισμός που επινόησα, έχοντας κατά νου το πνεύμα της Θεοδικίας που επικράτησε, στα δεσποτικά ευρωπαϊκά κράτη τού 17ου
και 18ου αι. Ο Λάιμπνιτς ονόμασε Θεοδικία την ερμηνεία που έδωσε στο χριστιανικό δόγμα για να το συνδέσει με το σύστημά του μεταφυσικής και επιστήμης. Θεοδικία τιτλοφόρησε ο Λάιμπνιτς και σειρά δοκιμίων του. Στην πραγματικότητα, η θεοδικία ήταν άμεση αναφορά στην πολιτική θεολογία που δικαιολογούσε και νομιμοποιούσε τα δεσποτικά καθεστώτα της Ευρώπης, πριν από τον Διαφωτισμό .
Ο Κ. Σμιτ, επαναφέροντας στο προσκήνιο την πολιτική θεολογία των νεώτερων χρόνων, την εκσυγχρονίζει, με τους όρους κατάλυσης του συνταγματικού δικαίου και του δικαιικού κράτους της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Έτσι, νομιμοποιούσε και δικαιολογούσε, εν γένει, το καθεστώς εξαίρεσης εντός και εκτός του πολιτικού πεδίου του σύγχρονου κράτους.
Από την μεριά του, ο Μ. Χ. αναλάμβανε, από το 1925 και μετά, να νομιμοποιήσει στις συνειδήσεις των Γερμανών την νέα Τεχνική που βασιζόταν στην ατομική και όχι στην νευτωνική φυσική, αναδεικνύοντάς την ως τον βασικό παράγοντα για την πραγμάτωση του ιδεώδους της γερμανικής υπερίσχυσης στον δυτικό κόσμο. Αυτό που δηλώνω ως τεχνοδικία είναι, επομένως, το εγχείρημά του να συνδέσει την τεχνο-επιστήμη με την μηδενιστική μεταφυσική του Dasein, που κατασκεύαζε προκειμένου να πείσει τους Γερμανούς διανοούμενους ότι ο πολιτικός εθνικοσοσιαλισμός είναι αδύνατο να εδραιωθεί χωρίς την συμβολή της νέας τεχνικής ως μιας πανίσχυρης δύναμης που ήταν η μοίρα των Γερμανών, υλοποιώντας τον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό.
Όπως και η θεοδικία έτσι και η τεχνοδικία καλούσε τους Γερμανούς να πιστέψουν στην παντοδυναμία όχι του θεού, που ως απόλυτη και αυταπόδεικτη αρχή, είναι αιώνια, αλλά της νέας τεχνικής, την οποία ο Μ.Χ. προέβλεπε να χαθεί, με το τέλος του τεχνικού πολιτισμού. Το τέλος του τεχνικού πολιτισμού στα 2200 μ.Χ. πιθανολογούσε ο Όσβ. Σπέγκλερ στο Η παρακμή της Δύσης, όπου μιλούσε για τον οργανικό χαρακτήρα των επίγειων πολιτισμών που γεννιούνται, μεσουρανούν, και πεθαίνουν. Με τη επανέκδοση του έργου, το 1923, ―έργου-οδηγός― για τον Μ.Χ., μολονότι ο Σπέγκλερ δεν έγινε ποτέ μέλος του ναζιστικού κόμματος, με όσα έγραψε επέτρεπε στο ναζιστικό ρεύμα να καταδικάσει συλλήβδην τον ιδεαλισμό και την Αθηναϊκή Δημοκρατία, προάγγελο των συνταγματικών φιλελεύθερων δημοκρατιών στις ΗΠΑ και στη Γαλλία. Συγκεκριμένα, ο Σπέγκλερ υποστήριζε την κυριάρχηση του τεχνικού πολιτισμού, μέσω ενός καισαρισμού οικονομικών μεγιστάνων που θα ιδιωτικοποιούσαν ή θα αγόραζαν το κράτος προσαρμόζοντάς το στις δικές τους βλέψεις κυριαρχίας με σκληρούς εσωτερικούς και εξωτερικούς ανταγωνισμούς.
Ο Μ.Χ , ενώ ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα, στις αρχές του 1920, με παραδόσεις για τον Σοφιστή του Πλάτωνα και για κείμενα του Αριστοτέλη, δεν άργησε, στην ατμόσφαιρα αναβρασμού που δημιουργούσε η άνοδος του ναζισμού, να αντλήσει επιχειρήματα για την άρνηση του πνευματικού πολιτισμού και των ιδρυτών της φιλοσοφίας Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Έθετε, έτσι, το ιστορικό παρόν των μοντέρνων καιρών στην επικυριαρχία του τεχνικού πολιτισμού, καθώς αυτός θα έκανε τη δημοκρατία να υποκύψει σε ένα νέο δικαιικό καθεστώς εξαίρεσης.
Σημάδια ήπιου ακόμη καισαρισμού μαρτυρεί ο τρόπος με τον οποίο, σήμερα, καταργούνται θεσμικές κατακτήσεις του κοινοβουλευτισμού φιλελευθερισμού, στην τωρινή Δύση, με τον νεοφιλελευθερισμό που εξυφάνθηκε, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, με το δόγμα της Σχολής του Φράιμπουργκ και την άσκηση της βιοπολιτικής και μετά την ψυχροπολεμική περίοδο, μετατρέποντας την οικονομία του ελεύθερου εμπορίου σε χρηματοπιστωτική οικονομία της αγοράς.
Ο Μ.Χ. γενικεύοντας την σχετικά απαξιωτική στάση του Σπέγκλερ στον μυθοποιημένο από τους Γερμανούς φιλολόγους αρχαιοελληνικό πολιτισμό, απέδωσε την πτώση της Δύσης στον Πλατωνισμό, συμπεριλαμβάνοντας σ΄αυτόν, τη μεταστοιχείωσή του από τους Γερμανούς φιλοσόφους, δημιουργούς του ιδεαλισμού, αλλά και της υπέρβασής του. Στην 10ετία του 1970, ο Αμερικανός νεοπραγματιστής Ρ. Ρόρτι συνοψίζοντάς με τον όρο Platonism την ελληνοδυτική φιλοσοφική παράδοση, κήρυξε την ενορχηστρωμένη εναντίωση στον Πλατωνισμό από την παραστατική σκέψη, καθρέφτη της φύσης .
Δεν υπάρχει ασφαλώς χρόνος να μιλήσουμε για την ηθελημένη ή μη προώθηση του αντιπλατωνισμού από την λεγόμενη μεταμοντέρνα ανίσχυρη σκέψη, που περιόρισε τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα και τους ηθικοπολιτικούς προβληματισμούς της εποχής μας στα στενά όρια αυτής της εναντίωσης στον σύγχρονο Αριστοτελικό Πλατωνισμό. Αυτό το κάνω στο Β΄ μέρος του βιβλίου μου Νύχτα και ομίχλη, όπου φωτίζεται ―στο επίπεδο των ιδεών― η πολιτική κατάσταση παγιδευμένη στο κλείσιμο του ορίζοντα και στην απουσία προοπτικής.
Ας επιστρεψω, όμως, στον Μ.Χ. που επεδίωξε να σβήσει από την Ιστορία της σκέψης, τον σύγχρονο Αριστοτελικό Πλατωνισμό, με μια οιονεί υπέρβασή του που σπεύδει να παραδεχθεί στο σχετικό του δοκίμιο, ότι ο ισχυρισμός της υπέρβασης είναι ένα σόφισμα. Χωρίς να εξηγεί γιατί αποδίδει στον Μαρξ το τέλος της ελληνο-δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης, ο ίδιος αρνείται τον τίτλο του φιλοσόφου δηλώνοντας «φονικός ερμηνευτής», αφού όντως παρερμηνεύει, παραφράζει η διαστρεβλώνει πλατωνικά και αριστοτελικά κείμενα, αλλά και κείμενα σύγχρονων φιλοσόφων που μεταστοιχείωσαν τον αρχαίο Αριστοτελικό Πλατωνισμό.
Τις χαϊντεγκεριανές παραφράσεις των πλατωνικών και αριστοτελικών κειμένων επιβεβαιώνουν σύγχρονοι μελετητές της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Τις χαϊντεγκεριανές παρερμηνείες και διαστρεβλώσεις από τον Μ.Χ. των μεταστοιχειώσεων του Αριστοτελικού Πλατωνισμού από τους Καντ, Χεγκελ, Μαρξ, Νίτσε, και από σύγχρονους θεωρητικούς και φιλοσόφους Έρνεστ Μπλοχ, Β. Μπένγιαμιν, Κ. Καστοριάδη, Εντ. Μορεν, κ.ά., τις ελέγχω, στο αναφερθέν βιβλίο Νύχτα και ομίχλη, Χάιντεγκερ ο Μεταφυσικός του Μηδενισμού και οι αντιπλατωνιστές επίγονοί του (εκδ. Αρμός 2024). Οι πρώτες 100 σελίδες του καλύπτουν το θέμα της τεχνοδικίας και της μηδενιστικής μεταφυσικής του Μ. Χ.
Εδώ είναι αναγκαίο να πω ότι η χαϊντεγκεριανή μηδενιστική μεταφυσική δεν επικεντρώνεται στον μηδενισμό, γενικά και αφηρημένα, αλλά στον αντιδραστικό μηδενισμό. Τον μηδενισμό σε θετικό και σε αντιδραστικό διέκρινε ο Νίτσε στο δοκίμιο του «Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός», το τελευταίο που έγραψε πριν σιωπήσει τελειωτικά. Είχε μόλις διαβάσει τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, ήταν ενήμερος των όσων συνέβαιναν στη Ρωσία, στην Γαλλία και στην Αγγλία, επί των ημερών του, με τις επαναστατικές ιδέες των αυτοαποκαλούμενων μηδενιστών, που ζητούσαν είτε την καταστροφή είτε την αλλαγή του συστήματος, και είχε υπ’ όψη του τον Αντι-Ντύρινγκ του Ένγκελς που καυτηρίαζε τον ρατσισμό του Ντύριγκ. Υποχρεώθηκε, έτσι, να ξεκαθαρίσει τι είναι ο μηδενισμός που ανέπτυξε ό ίδιος στο Πέραν του Καλού και του Κακού, στην Γενεαλογία της ηθικής κλπ. Στο δοκίμιο, λοιπόν, για τον Ευρωπαϊκό μηδενισμό, ο Νίτσε δηλώνει ότι αντίθετα με τους μηδενιστές που επιζητούν το τίποτα της καταστροφής, ο δικός του μηδενισμός είναι θετικός, γιατί η άρνηση που εκφράζει η ιστορικο-κριτική προσέγγιση που επιχειρεί στα έργα του, δεν είναι στείρα, αλλά γόνιμη, θέτοντας σε προτεραιότητα τους παρίες, και την τύχη των οικονομικά εξαθλιωμένων. Μη ξεχνάμε ότι την ίδια περίοδο, ο Μαρξ δημοσίευε ιστορικο-κριτικά κείμενά του και τους δύο πρώτους τόμους του Κεφαλαίου.
Αυτή την ριζική διάκριση θετικού και αντιδραστικού μηδενισμού καταργεί ο Μ. Χ., στις παραδόσεις του για τον Νίτσε από το 1934 και μετά, ζητώντας να μεταδώσει πάθος και ενθουσιασμό στους φοιτητές που προορίζονταν να επανδρώσουν τον ναζιστικό κρατικό μηχανισμό. Σε αυτές, ερμηνεύει τον Νίτσε άλλοτε ως αντιπλατωνιστή και άλλοτε ως πλατωνιστή, πάντα, με βάση την λογική της κυριαρχίας η οποία, ελλείψει κατάλληλων λογικών κατηγοριών, υπαγορεύει γενικώς και αδιακρίτως διαχωρισμούς όρων που στην πραγματικότητα, διαπλέκονται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, κάνοντας να προκύψει είτε η ένωση ταυτού και θάτερου είτε η μεσότητα, στην οποία αποβλέπουν οι αρχές της συμπληρωματικότητας, του διαφορισμού, της ενοποίησης, της θετικότητας.
Οι παραπάνω αρχές είναι αρχές μιας όχι μόνον επιστημονικής, αλλά και ηθικοπολιτικής λογικής, που ανιστρατεύεται την εξουσία ως δράση πάνω στην δράση (κατά τον ορισμό της εξουσίας από τον Μ. Φουκό). Αυτή η διαλεκτική και διαφορική λογική αντιτάσσεται στην κυριαρχία, καθιστώντας δυνατή την δράση κατά της αντίδρασης και της ευτέλειας που την διαπνέει.
Ο Νίτσε ποτέ δεν ασπάστηκε τη λογική της κυριαρχίας που προωθεί η παραστατικής σκέψη, μέσω του μηχανικισμού και του θετικισμού. Γι΄αυτό και στην Χαρούμενη γνώση, εκθειάζει τις φιλοσοφίες του Καντ και του Χέγκελ, ενώ ο ίδιος συγκροτεί μια δυναμική μεταφυσική του γίγνεσθαι (βλ. σχετικά: Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Σκέψη & προοπτική, από το Quatrocento στο ηλεκτρονικό Novicento (εκδ. Αλεξάνδρεια 2002).
Στις παραδόσεις του, ο Μ.Χ. στηρίζεται στις σημειώσεις του Νίτσε, τις ο οποίες εξέδωσε, το 1912, ο μετέπειτα ναζιστής Μπάουμλερ, με την άδεια της αδελφής τού Νίτσε, και τίτλο Η θέληση της Δύναμης. Με αυτή την επιτομή ζητά να πείσει, άνευ όρων αντιλογίας, το αμφιθέατρο, θυσιάζοντας τον Νίτσε στις ανάγκες της προπαγάνδας υπέρ του ναζιστικού μιλιταριστικού εθνικισμού.
Βάση των παραποιήσεών του είναι η Εισαγωγή στη Μεταφυσική που ο Μ. Χ. εκδίδει το 1934 ως απολογία των αρχών του αντιδραστικού μηδενισμού. Το βιβλίο επανεκδίδεται ατόφιο , το 1953, στη φάση, δηλαδή, αποναζιστικοποίησης της Γερμανίας, ακριβώς όπως πρωτο-κυκλοφόρησε, ένα χρόνο μετά την εκλογή του Χίτλερ,το 1933. Σ΄αυτή την Εισαγωγή, ερμηνεύει μεταξύ άλλων, την πόλη ως τον τόπο (Da) εντός και εκτός του οποίου, συμβαίνει η Ιστορία τού Είναι της συνείδησης ως καταδαμάζουσας ισχύος, που δικαιολογεί την βιαιοπραγία ως τη μόνη δράση που φανερώνει την ισχύ ( βλ. Α. Δεληγιώργη, Καιρός. Σύγχρονοι προβληματισμοί για ένα καλύτερο κόσμο, εκδ. Αλεξάνδρεια 2008).
Αυτός ο ορισμός της Ιστορίας είναι άκρως γενικός, γιατί τόποι όπου συμβαίνει η Ιστορία, εκτός από τις τυραννίδες, και τις δεσποτείες, είναι και οι δημοκρατίες ως αποτέλεσμα ανατροπής τέτοιων ολοκληρωτικών καθεστώτων.Φυσικά, η δημοκρατία και η εν προόδω ανάπτυξή της δεν εξαρτάται από τυράννους, αλλά από τις επιλογές και τις διεκδικήσεις των ψηφοφόρων.
Με την Ιστορία ως σκηνή εκτύλιξης της καταδαμάζουσας ισχύος του Dasein, οφείλουν να συμμορφωθούν και ο τέχνες, οι φιλοσοφίες, οι επιστήμες και οι πολιτικές, ενεργοποιώντας το καταδαμάζον είναι, φανερώνοντας, έτσι, έργω, το Είναι ως παρουσία στην εμφάνειά του. Η αρχαία Δίκη δεν σημαίνει πλέον δικαιοσύνη, αλλά αρμογή και συναρμογή που βάζουν τα πάντα στο δίχτυ τής κατίσχυσης, εξαναγκάζοντας τα ανθρώπινα όντα στην προσαρμογή και συμμόρφωση. Ως τεχνοδικία τώρα, η Δίκη συμβολίζει την συμμόρφωση στην Ιστορία που γράφει το καταδαμάζον Είναι, υπό τον έλεγχο της παντοδύναμης Τεχνικής.
Έτσι, η σημασία και το νόημα του Dasein δεν προκύπτει από την τεχνογνωσία ή την αυτογνωσία, αλλά από την συμμόρφωσή του στην παντοδύναμη Τεχνική, που γίνεται η μοίρα του, αφού η συμμόρφωση είναι επ΄ ωφελεία της μάζας που εκχωρεί την απόφαση ισχύος στον Führer. Αυτός μόνον ο σύγχρονος δεσπότης ανταποκρίνεται στην αξίωση για την απόλυτη ισχύ που θέτει η παλιά ή νέα πολιτική θεολογία.
Πώς έγινε δυνατό όλη αυτή η θεώρηση να σταθεί και να πείσει ακροατές μαθημάτων, διαλέξεων, ομιλιών και ψηφοφόρους;
Εδώ λειτούργησε σα σφήνα μια φιλοσοφία που έδινε βάση σε τέτοιες οπισθοδρομικές θεωρήσεις. Έτσι, στη μηδενιστική οντολογική θεώρηση του Μ. Χ., το είναι, αποκόπτεται από το ον, και επιβάλλει τον διαχωρισμό της υποκειμενικής οντολογικότητας από την αντικειμενική οντικότητα. Ο διαχωρισμός, αν και αυθαίρετος, γίνεται δυνατός, εφόσον ο Χ.Μ. καταργεί την κατηγορικότητα τού είναι, που χρωστά, τώρα, την ύπαρξή του στον χρόνο.
Στην διατριβή του Είναι και χρόνος, ο Μ.Χ. εκθέτει την θεμελιώδη οντολογία, ανάγοντας το Dasein (το Ωδε-είναι) στο Μηδέν ως φυσική κατάληξη του βιο-ιστορικού Είναι που διακατέχεται από τη μέριμνα του θανάτου.
Την χρονική κατάληξη του Είναι στο Μηδέν καθιστά δυνατή η παραστατική σκέψη με τις εμπειρικές αρχές και μεθόδους της. Στο πεδίο της, η δικαιοσύνη, η ισονομία ή η παιδεία είναι αφηρημένες και γι’ αυτό εν πολλοίς αδιευκρίνιστες έννοιες.
Σε μια σύντομη παρέκβαση, ας μου επιτραπεί να πω ότι με τη μεσολάβηση του νομιναλισμού, που παραμέρισε τη θεολογική μεταφυσική, από το τέλος του μεσαίωνα ώς την ύστερη αναγέννηση, συγκροτήθηκε η παραστατική σκέψη ως καθρέφτης της φύσης, με αρχή και αφετηρία την αισθητηριακή εποπτεία.Για την παραστατική σκέψη, η ratio είναι η εργαλειακή ορθολογικότητα, η οποία, με την μεσολάβηση του μαθηματικού υπολογισμού, παράγει, αν όχι αληθή, πάντως, βέβαιη γνώση. Αυτή επέτρεψε στον φαουστικό άνθρωπο να «κυριαρχήσει» ορθολογικά πάνω στην φύση και αυτή έκανε δυνατή τη μανία ανταγωνισμού αντιμαχόμενων δυνάμεων, με κύρια βλέψη, την κυριαρχία. Για τον Μ.Χ., η ratio ως αδιαφοροποίητο εργαλείο της διάνοιας, επιτρέπει την απρόσκοπτη λειτουργία του καπιταλισμού, ένα σύστημα που αντέστρεψε την τάξη πραγμάτων, βάζοντας τα ιδιόκτητα μέσα παραγωγής και τις παραγωγικές σχέσεις που καθορίζουν, να καθορίζουν μονόπλευρα και την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό εξηγεί την καθοσίωση του Μ.Χ. στις συνειδήσεις των μεταμοντέρνων αντιπλατωνιστών επιγόνων του. Λίγο μέτρησε που η μηδενιστική μεταφυσική, που αντιπαραθέτει ο Μ.Χ. στον σύγχρονο μεταστοιχειωμένο Αριστοτελικό Πλατωνισμό, διαιωνίζει τον θετικισμό ως το ισχύον γνωστικό παράδειγμα, καταδικάζοντας την δυναμική οντογνωσιοθεωρία που τον ανατρέπει.
Η βλέψη του Μ.Χ. ήταν, από ένα παράλληλο δρόμο, να εξαφανίζει ως διά μαγείας την σύγχρονη μεταστοιχείωση του αρχαιοελληνικού Αριστοτελικού Πλατωνισμού, τον οποίο κληρονόμησε η αρχαία Ρώμη, ο βυζαντινός και ο ακινάτειος δυτικός μεσαίωνας, και που ξαναέκανε την εμφάνισή του στο τέλος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, με τις μεταστοιχειώσεις που του επέφεραν οι Καντ, Σέλινγκ, Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε αλλά και θεωρητικοί και φιλόσοφοι του 20ού αι. Αυτές, άλλωστε, τις μεταστοιχειώσεις καταδικάζει και το θετικιστικό γνωστικό παράδειγμα, υπηρετώντας τη λογική της κυριαρχίας να επικαθορίζει τα πάντα.
Γιατί, όμως, ο σύγχρονος μεταστοιχειωμένος Αριστοτελικός Πλατωνισμός είναι το τρομερό αντίπαλο δέος για τη μηδενιστική μεταφυσική του Μ.Χ. ώστε να πρέπει, πάση θυσία, να σβηστεί από τον χάρτη της ιστορικής μνήμης; Το ίδιο ερώτημα εγείρει και η μεταμοντέρνα άκριτη εναντίωση στον λεγόμενο αορίστως Πλατωνισμό, καθώς ως ανίχυρη σκέψη, δεν αντιστάθηκε στην μετάλλαξη της πολιτικής ως επίλυση προβλημάτων, στο πολιτικό (political) ως παίγνιο ανταγωνισμών ηγεμόνευσης-αντι-ηγεμόνευσης στραμμένο σε εκλογικές ή πολεμικές νίκες
Γιατί, λοιπόν, ο Μ.Χ. επιχειρεί να θάψει τον μεταστοιχεωμένο Αριστοτελικό Πλατωνισμό;
Γιατί απλούστατα το επίμαχο ζήτημα είναι ο αναστοχαστικός λόγος ως νοείν-λέγειν που ανέδειξαν και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης σε υπέρτατη λειτουργία του νου. Αυτή η νόηση νοήσεως που εκφέρεται με τη γλώσσα, είναι η καντιανή Vernunft ή ο χεγκελιανός Wort, που ελέγχει την διάνοια, και εμπλουτίζει την ελεγμένη από την διάνοια φαντασία και τα σύμβολά της, αλλά και τις έννοιες, με τις οποίες η διάνοια αποδίδει μιαν αφηρημένη πραγματικότητα, αποτέλεσμα της χρήσης των μαθηματικών.
Το ζήτημα του αναστοχαστικού λόγου είναι επομένως επίμαχο στην κρισιμότητά του, γιατί όπως έδειξε ο Καντ στην Κριτική του καθαρού λόγου και στην Κριτική της κριτικής δύναμης, ο νους επιστρατεύει τον αναστοχασμό και την κριτική δύναμη του όχι μόνο για να ελέγχει, με τη μέθοδο του διαλεκτικού τεχνάζει, δόξες, δηλ., γνώμες αθεμελίωτες σε αρχές, κανόνες, κριτήρια, αλλά και να εκφέρει αναστοχαστικές αξιακές κρίσεις, αποτιμώντας την τέχνη, την ηθική το δίκαιο ή την πολιτική, έτσι ώστε να συμφωνήσουν και όσοι δεν θα έκριναν άκριτα, δογματικά, και προκατειλημμένα, εάν γνώριζαν τις αρχές και τους κανόνες με τους οποίους ο αναστοχαστικός λόγος κρίνει την εγκυρότητα ή μή των επιστημονικών προτάσεων, επιπλέον, λογοδοτεί για την ελλογη κριση του όπως και για την αλήθεια ή το ψεύδος των φιλοσοφικών προτάσεων που εγείρουν διαφωνίες.
Με τις Κριτικές του, ο Καντ έδειξε ότι ο αναστοχαστικός λόγος με την ευριστική-γνωστική δύναμή του, μπορεί και συλλαμβάνει τα καθ’ εαυτά πράγματα, που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια των φαινομένων, και τα οποία αισθήσεις και διάνοια αδυνατούν να συλλάβουν. Επιπλέον, ο αναστοχαστικός λόγος, με την κριτική δύναμή του ως συνείδηση ή ως πνεύμα, απεργάζεται ἅ ἡ φῦσις ἀδυνατεῖ ἀπεργάζεσθαι. Μπορεί, δηλ. και δημιουργεί και καινοτομεί, όχι με παρεκκλίσεις, αλλά με υπερβάσεις και παρεγκλίσεις.
Η Καντιανή ΚΚΔ έδωσε την σκυτάλη στον Χέγκελ να μεταστοιχειώσει το αρχαίο διαλεκτικό τεχνάζειν, παράγοντας ένα νέο σύστημα λογικών κατηγοριών, ικανών να προσδιορίσουν το γίγνεσθαι Φύσης και Ιστορίας στην ολότητά τους, που απηχεί μια δαιδαλώδη αλύσωση διασυνδέσεων.
Φυσικά, ο Πλάτων έθετε ως ρήτρα ασφαλείας της γνώσης, την Γεωμετρία και την αριθμολογία τις οποίες όφειλαν να σπουδάσουν όσοι νέοι σπούδαζαν φιλοσοφία. Υπεράνω, όμως, αυτών, έθετε την διαλεκτική ως αναβαθμό της γνώσης. Ο Ντεκάρτ μαθηματικοποίησε την φυσική καθιστώντας την ικανή να παράγει, όπως είπα, βέβαιη γνώση, εγγυημένη από τον παντογνώστη θεό, που προίκισε τον άνθρωπο με τη ratio. Δεν αγνόησε, όμως, την Μεταφυσική που ρωτά και απαντά για θέματα που αδυνατεί να λύσει η επιστήμη. Η επιστήμη αδυνατεί να τα λύσει, όταν αρνείται την εν τω χρόνω διεύρυνση του γνωστικού της μοντέλου. Με όρους της σύγχρονης εποχής, αυτό συμβαίνει, όταν επιμένει στο αναλλοίωτο καθεστώς της, αρνούμενη να συμπληρώσει το θετικιστικὀ γνωστικὀ μοντέλο που ακολουθεί, με το διαλεκτικό, διαφορικό και πολύπλοκο γνωστικό μοντέλο, το οποίο εξακολουθεἰ να αποκλείει, εις βάρος τής κοινότητας.
Ο Μ.Χ., χωρίς να αμφισβητεί το κύρος του θετικιστικού γνωστικού παραδείγματος, ζητά ποικιλοτρόπως να καταργήσει τον αναστοχαστικό λόγο, που εγκαινιάζει το νέο γνωστικό μοντέλο πραξιακής σκέψης, γιατί εμπεριέχει το κρίναι λόγῳ και το λόγῳ διδόναι,τις δυο αυτές ασφαλιστικές δικλείδες της δημοκρατίας. Ο ίδιος ο Μ.Χ. προσχηματικά και ταχυδακτυλουργικά προσθέτει στο καρτεσιανό cogito, μια coagitatiο για να βεβαιώνει κι αυτή, μαζί με το cogito, την ύπαρξη του Εgo.
Το ζητημα είναι ότι με τον αναστοχαστικο λόγο, που έχει στον πυρήνα της η πραξιακή σκέψη, ο νους κατανοεί και εξηγεί όσα δεν μπορεί να μας γνωρίσει η παραστατική σκέψη, με την επαγωγική λογική. Η πραξιακή σκέψη συμπληρώνει την παραστατική, έχοντας στο κέντρο της την παραγωγική λογική του αναστοχαστικού λόγου που δεν ρυθμίζει μόνο, αλλά μας γνωρίζει το καθόλου ως μια συγκεκριμένη ολότητα, στην ενότητά της, για να προχωρήσει στα επιμέρους που την συνθέτουν, πράγμα που δεν σημαίνει ότι η ολότητα ως έννοια είναι εξ ορισμού κλειστή.
Αυτές οι κατακτήσεις της πραξιακής σκεψης είναι έκδηλες στην ατομική φυσική των Ν. Μπορ και Χάιζεμπεργκ, στις κοινωνικές επιστήμες και στις Ανθρωπιστικές Σπουδές.
Ο Μ.Χ. εκτοπίζει την πραξιακή σκέψη επινοώντας ένα ειδος meditatio, τον ένδον διαλογισμό, ως θεμέλιο της μηδενιστικής μεταφυσικής. Αυτός εσωτερικεύει στο δικό του Da (στον δικό του χώρο) την οντικότητα του αντικειμενικού κόσμου που μας γνωρίζουν οι επιστήμες ώστε να την φανερώσει τώρα όχι ως πράγμα που κατορθώσαμε να νοήσουμε με το νου, αλλά ως παρουσία που εκστατικά μας αποκαλύφθηκε.
Ο ένδον διαλογισμός καταργεί το ερώτημα τί ἐστι τὸ ὄν; ως την ιδρυτική πράξη του φιλοσοφείν από τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Μέχρι τον χαϊντεγκεριανό αυθαίρετο διαχωρισμό τους, το είναι ήταν και εξακολουθεί να είναι κατηγορικό, γιατί η φράση «είμαι» εντελώς απροσδιόριστη, ισούται με το «δεν είμαι». Ο αρχαίος αλλά και ο σύγχρονος φιλόσοφος, όταν λέει ότι κάτι είναι α ή β ή β και γ, οφείλει να μας πει πώς το γνωρίζει. Γιατί δεν μιλά χωρίς σημασία και νόημα. Ο Μ.Χ. διαχωρίζει την οντολογία από την γνωσιοθεωρία, και ίσως γι αυτό τον λόγο, άφησε ημιτελή τη διατριβή του, μη μπορώντας να προχωρήσει, χωρίς γνωσιοθεωρητική λογοδοσία. Αυτό που τον ενδιέφερε, σε όλη την παραπέρα πορεία του, ήταν να εντάξει ως οιονεί φαινομενιστής στο Είναι της συνείδησης το οντικό στοιχείο, περισυλλέγοντας το στην δική του αρπάγη, και συναρμόζοντάς το, με μόνο σκοπό να φανερώσει την ισχύ του, και μάλιστα, την καταδαμάζουσα ισχύ του. Γιατί αν το Dasein είναι καρπός του ένδον διαλογισμού, με τη σειρά του, πού στηρίζεται ο ενδον διαλογισμός πού το στηρίζει; Τι τον θεμελιώνει; Εκτός και αν είναι ξεκάρφωτος. Αλλά η σκέψη δεν λειτουργεί, σαν να πετά στον αέρα, χωρίς σημασία και νόημα.
Για τον Μ.Χ. ο ένδον διαλογισμός στηρίζεται στο λέγειν, και όχι στο νοείν/λέγειν. Διαχωρίζει αυθαίρετα την γλώσσα από την σκέψη, ώστε το είναι της συνείδησης να απαγγιάζει, τώρα, σε ένα λέγειν χωρίς νοείν. Αυτό τον αυθαίρετο διαχωρισμό του νοείν από τη γλώσσα τον δικαιολογούσε, στον Μεσοπόλεμο, η θέσμιση της γλωσσολογίας ως ξεχωριστής επιστήμης, που χαιρετίστηκε ως γλωσσική στροφή (linguist turn).
Ο Νίτσε σωστά θεώρησε αναγκαίο να ρωτάμε: Ποιος λέγει; Ο Μ.Χ. απαντά: λέγει ο θεόπνευστος ποιητής που ακούει ή μαντεύει τα λόγια των θεών και τα μεταδίδει σε ακροατές που τα αφουγκράζονται. Στην αρχαιότητα, αυτό γινόταν μέσω ραψωδών ή υποκριτών. Ο σύγχρονος ποιητής που λέγει, υπαινίσσεται τον προφήτη της παλιάς ιουδαϊκής παράδοσης, στο ρόλο του θεομάντη ποιητή που ξεχώριζε ο Πλάτων, στον διάλογο του Ίων, από τους ποιητες β΄ διαλογής.
Το μονολογικό λέγειν, με το οποίο ο Μ.Χ. αντικαθιστά τον διάλογο του αρχαίου φωνοκεντρικού λόγου, εκφράζει τον εκστατικό διαλογισμό που έχει ως αφετηρία του τον μεσαιωνικό μυστικισμό τού Έκχαρτ, και όχι πλέον την αρχαιοελληνική φιλοσοφική παράδοση. Ο Μ.Χ, σε διάλεξή του, το 1955, με τον υπότιτλο «Ελλάς», επιλέγει τον Χέλντερλιν ως εκφραστή του μυστικού διαλογισμού με τη μορφή απολογίας ή ομολογίας που εκτοπίζει το κρίναι λόγῳ και το λόγον διδόναι του αναστοχασμού. Το ομολογείν είναι, τώρα, η ουσια του σύγχρονου ανθρώπου που επιτρέπει στην νέα Τεχνική, ανεξέταστα και ανεξέλεγκτα, να ελέγχει, πραγματώνοντας τον πόθο της υπερίσχυσης. Ο Χέλντερλιν, όμως, ήταν λάτρης του γερμανικού ιδεαλισμού και της αρχαίας Ελλάδας, φίλος του Χέγκελ, και βέβαια, δεν απέκοπτε τον ποιητικο λόγο από τον αναστοχασμό, μόνο και μόνο για να προφητεύει, με την ποίησή του, την μεταβίβαση της ισχύος του Ωδε-είναι της συνείδησης στο Φύρερ ( βλ. το σχετικό κεφάλαιο στο Νύχτα & Ομίχλη). Ούτε συνέδεε τον κίνδυνο και την σωτηρία των σύγχρονων ανθρώπων με το Gestell, το σύστημα τής Τεχνικής που θα μας έκανε να έχουμε, ανεξάρτητα από την διαδικασία του εξανθρωπισμού μας, μέσω της οποίας, ο άνθρωπος από είναι ἐν ἑαυτῷ κατορθώνει να γίνει εῖναι δι΄ ἑαυτόν.
Το Gestell μάς αποκαλύπτει τη συμμόρφωσή μας σε αυτό ως μοίρα και ως προορισμό μας. Εδώ, η ελευθερία δεν είναι η χεγκελιανή γνώση τής αναγκαιότητας ούτε η καντιανή ελεύθερη αιτιότητα, που υψώνει τον άνθρωπο πάνω από την φυσική νομοτέλεια του σώματός του. Ούτε η νιτσεϊκή θετική δράση των πρώτων μεταξύ ίσων, που εναντιώνονται στην ευτέλεια τής αντιδραστικής δράσης εθελόδουλων και δούλων. Η ελευθερία μας είναι, τώρα, το ρίζωμά μας στο Gestell ως αύξηση του έχειν μας. Το Gestell, ως σύστημα δεν έχει Υποκείμενο. Είναι δομή που χωνεύει μέσα της το Υποκείμενο. Υποκείμεθα στο σύστημα της τεχνοκρατίας, στο οποίο ο ένδον διαλογισμός μας πείθει να υπακούσουμε, αφού μας υπόσχεται να αυξήσει το έχειν μας.
Έτσι, η τεχνική δεν είναι εργαλεία, είναι κάλεσμα του Ωδε-Είναι για παραγωγή (προφανώς, όπλων) και για ποίηση ως μυστική αποκάλυψη. Φυσικά, το πνεύμα ή η συνείδηση ως αναστοχασμός αδυνατούν να προτάξουν την ασύδοτη απληστία αντί της δημιουργίας, που είναι ο καρπός της κριτικής δύναμής τους. Αντίθετα, όμως, με την αναστοχαστική κριτική δύναμη, το Gestell μας καλεί, σα σειρήνα, να ανοιχτούμε στην δαιμονική δύναμη που καταργεί το ἀπορεῖν και θαυμάζειν με την ιδιότητα του μάρτυρα και επιτηρητή των κρυμμένων και άδηλων. Αυτή η δαιμονική δύναμη υπήρξε μάρτυς του στρατοκρατικού προτάγματος της καταστροφής του απόλυτου εχθρού που διατύπωσε ο Κ. Σμιτ στη θεωρία του για τον Αντάρτη. Μόνο που, τώρα, ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται ο απόλυτος εχθρός του εαυτού του.
Βέβαια, ο Μ.Χ. ακολουθώντας την πιθανολόγηση του Σπεγκλερ, μάς βεβαιώνει πως αυτό το σύστημα δεν είναι αιώνιο. Και βέβαια μετά την έκρηξη τής ατομικής βόμβας, το 1945, επικαλέστηκε τον Θεό ως τον μόνο που μπορεί να μας σώσει, για να συνεχίσει, την επόμενη εικοσαετία, να πορεύεται στον δρόμο που χάραξε προς το πουθενά.
* Η δημοκρατία με σοσιαλισμό που υπερασπίσθηκε ο Νίκος Πουλαντζάς.
______________
Ομιλια της 15ης Δεκεμβρίου 2025, στο Σεμινάριο για τηνΔημοκρατία, υπό τη διεύθυνση τών καθηγητών τού Τμήματος Πολιτικών
Επιστημών, κ. Άρη Στυλιανού και Γιάννη Σταυρακάκη.