Τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη και οι μεταφράσεις τους στα κινέζικα
Ο Νίκος Καζαντζάκης κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Κίνα, όταν συνάντησε έναν από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς της εποχής, τον Χου Σι. Ο Καζαντζάκης σημείωσε χαρακτηριστικά:
«Οι Κινέζοι και οι Έλληνες είναι σύντροφοι στον ίδιο αγώνα, γιατί η ίδια ιδέα μας ενώνει στις δύο άκρες της γης.» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 213).
Η σχέση του Καζαντζάκη με την Κίνα ξεκίνησε πριν από ενενήντα χρόνια, όταν το 1935 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Κίνα ως απεσταλμένος της εφ, Ακρόπολις. Αν και ήταν το πρώτο του ταξίδι, ήταν ιδιαίτερα καρποφόρο, καθώς μέσα από αυτόο Καζαντζάκης πήρε τον ρόλο του πρωτοπόρου που έφερε την Ελλάδα πιο κοντά στην Κίνα.
Αργότερα, συγκέντρωσε όλα τα δημοσιευμένα άρθρα του στην Ακρόπολι και τα ενοποίησε δημιουργώντας ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, υπό τον τίτλο Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα (1938). Αυτό το βιβλίο άνοιξε μια μοναδική προοπτική για τους Δυτικούς αναγνώστες να κατανοήσουν τον Ανατολικό κόσμο, και συγκεκριμένα την Κίνα, η οποία ήταν αρκετά άγνωστη έως τότε για τον έξω κόσμο.
Ο Νίκος Καζαντζάκης τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης το 1956 και το 1957, έπειτα από πρόσκληση της Κινεζικής Επιτροπής Υπεράσπισης της Παγκόσμιας Ειρήνης, ηγήθηκε τετραμελούς αντιπροσωπείας Ελλήνων συγγραφέων σε επίσκεψη στην Κίνα. Στα τέλη Ιουνίου η αντιπροσωπεία επισκέφθηκε το Πεκίνο και συνάντησε τον πρωθυπουργό Zhou Enlai και τους συντρόφους Guo Moruo και Shen Yanbing, ενώ συνέχισε προς Wuhan, Chongqing, Kunming και Guangzhou, γνωρίζοντας τη φύση, τα τοπία και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Κίνας. Ο Καζαντζάκης είχε ταξιδέψει στην Κίνα και την Ιαπωνία το 1935 και είχε συγγράψει το έργο Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα. Κατά την επανεπίσκεψη αυτή πολλά είχαν αλλάξει, γεγονός που τον συγκίνησε βαθιά· ο ίδιος χαρακτήρισε το ταξίδι «υπέρτατο θερισμό». Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον κινεζικό λαό, παραχώρησε στην Ένωση Κινέζων Συγγραφέων τα πνευματικά δικαιώματα των έργων Ο Καπετάν Μιχάλης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.» (Zhenji Wang, 2007, επίμετρο στη μετάφραση του Ο Καπετάν Μιχάλης).
Ο Καζαντζάκης πραγματοποίησε και το δεύτερο του ταξίδι στην Κίνα μετά από πρόσκληση της κινεζικής κυβέρνησης. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να εκδώσει το δεύτερο ταξιδιωτικό του έργο για την Κίνα λόγω ασθένειας, η οποία αργότερα τον οδήγησε στον θάνατο. Ωστόσο, η σύζυγός του, Ελένη Καζαντζάκη, κατάφερε να οργανώσει τις σημειώσεις του και να τις εκδόσει προσθέτοντας τις δικές της παρατηρήσεις με τη μορφή επιλόγου για το Ταξιδεύοντας Ιαπωνία Κίνα.
Περιττεύει να υπογραμμίσω ότι η λογοτεχνική επιρροή του Καζαντζάκη δεν περιορίστηκε μόνο στον ευρωπαϊκό κόσμο, αλλά έφτασε και στην Κίνα. Ξεκίνησε από τα τέλη του 20ού αιώνα, όταν τα έργα του άρχισαν να μεταφράζονται στα κινέζικα, από γαλλικά και από αγγλικά, και πρόσφατα από ελληνικά. Πάνω από τα μισά μεταφρασμένα έργα του Καζαντζάκη στην Κίνα έγιναν από τον εξέχοντα μεταφραστή, τον Zhenji Wang, που έκανε τις πρώτες μεταφράσεις έργο του στα κινέζικα, με την άδεια της Κινεζικής Ένωσης Συγγραφέων και τη πολύτιμη βοήθεια της Ελένης Καζαντζάκη. Όλες οι μεταφράσεις του έγιναν από τις γαλλικές εκδόσεις στα κινεζικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από τις γαλλικές μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη είχαν εγκριθεί από τον ίδιο για τη μεταφραστική τους επάρκεια.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Wang μετέφρασε στα κινεζικά τα εξής έργα: Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ελευθερία ή θάνατος, Ο τελευταίος πειρασμός και Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Οι μεταφράσεις του θεωρούνται από τις καλύτερες στην Κίνα μέχρι στιγμής, ενώ η μετάφραση του Ελευθερία ή Θάνατος (Ο Καπετάν Μιχάλης)
που δημοσιεύθηκε στο 1982, σηματοδότησε το πρώτο έργο του Καζαντζάκη στα κινέζικα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για την ελληνική λογοτεχνία στην Ανατολή.
Το Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα και η επίδρασή του στο κινέζικο κοινό της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Παρόλο που μόνο λίγα έργα του Καζαντζάκη έχουν μεταφραστεί απευθείας από τη νεοελληνική γλώσσα στα κινεζικά — όπως τα Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ασκητική και Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα, και τα τρία έργα μεταφράστηκαν από τον ίδιο μεταφραστή, τον Li Chengui. Ανάμεσά τους, τα Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα και Ασκητική εκδόθηκαν μαζί το 2007 υπό τον τίτλο Ταξίδι στην Κίνα (中国纪行), σηματοδοτώντας τις πρώτες απευθείας μεταφράσεις από τη νεοελληνική γλώσσα στα κινέζικα. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι στην κινεζική μετάφραση περιλαμβάνεται μόνο το δεύτερο μέρος και ο επίλογος του έργου Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα, δηλαδή τα τμήματα που αφορούν αποκλειστικά την Κίνα. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί ένα αξιοσημείωτο ορόσημο για τη διάδοση και κατανόηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Κίνα.
Η συμβολή του Λι αναδεικνύεται ιδιαίτερα μέσα από τις μεταφράσεις έργων του Καζαντζάκη. Ως ο πρώτος που απέδωσε στα κινεζικά το ταξίδι του Έλληνα συγγραφέα στην Κίνα, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση των νεοελληνικών λογοτεχνικών σπουδών στη χώρα και έδωσε στο κινεζικό αναγνωστικό κοινό τη δυνατότητα να γνωρίσει πώς προσέγγισε ο Καζαντζάκης την Κίνα σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα. Οι μεταφράσεις του διακρίνονται για την ακρίβεια και την ευκρίνεια στην απόδοση τόσο των αφηγήσεων όσο και των ιδεών, ιδίως όσον αφορά τη φιλοσοφική σκέψη του συγγραφέα, γεγονός που καθιστά το έργο του Λι σημαντικό εργαλείο τόσο για τη διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας όσο και για την εις βάθος κατανόηση του Καζαντζάκη ως συγγραφέα και ως στοχαστή.
Στην περίπτωση του Ταξίδι στην Κίνα (中国纪行), ο μεταφραστής Li Chenggui υπήρξε αρχισυντάκτης του κινεζικού πρακτορείου ειδήσεων Xinhua στην Αθήνα και παράλληλα μεταφραστής ελληνικής λογοτεχνίας. Αποφοίτησε από το Τμήμα Ρωσικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Ξένων Σπουδών του Πεκίνου και το 1964 στάλθηκε με κρατική υποτροφία στο Πανεπιστήμιο Τιράνων για να σπουδάσει ιστορία, γλώσσα και λογοτεχνία της Ελλάδας. Το 1979 αποσπάστηκε στο παράρτημα της Xinhua στην Αθήνα ως επικεφαλής δημοσιογράφος και μετά την επιστροφή του στην Κίνα διετέλεσε επιτελικό στέλεχος του διεθνούς τμήματος του οργανισμού. Μετά τη συνταξιοδότησή του το 1996, συνέχισε να εργάζεται για την προώθηση των πολιτιστικών ανταλλαγών Κίνας-Ελλάδας.
Οι συνεισφορές και οι περιορισμοί της κινεζικής μετάφρασης του Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα: Μια διαλεκτική ανάλυση
Η κινεζική μετάφραση του Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα έχει θεμελιώδη σημασία για τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην Κίνα. Για μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση, απαιτείται διαλεκτική εξέταση των συνεισφορών, των περιορισμών και των μεταφραστικών προκλήσεων που αντιμετώπισε ο μεταφραστής, ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας στην Κίνα.
Κατ’ αρχάς, η προσέγγιση αυτής της μετάφρασης είναι αξιοσημείωτη. Ο μεταφραστής διαθέτει βαθιά γνώση τόσο της κινέζικης όσο και της ελληνικής κουλτούρας, γεγονός που επέλεξε λέξεις και φράσεις ικανές να αποδώσουν με ακρίβεια τις έννοιες και απόψεις που ο Καζαντζάκης ήθελε να εκφράσει. Η μετάφρασή του συνδυάζει διάφορες μεθόδους ―π.Χ.: νοηματική μετάφραση, φωνητική μεταγραφή, κατά λέξη μετάφραση και χρήση της πολιτιστικής προσαρμογής— ώστε να διατηρείται το νόημα του πρωτοτύπου και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στις πολιτισμικές και γλωσσικές προσδοκίες των Κινέζων αναγνωστών.
Στην έναρξη του πρώτου κεφαλαίου του Ταξιδεύοντας Ιαπωνία-Κίνα, ο Καζαντζάκης περιέγραψε την ενδυμασία του φίλου του Λιάν-Κε: «μια μπλε ρόμπα» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 167). Η ελληνική λέξη «ρόμπα» σημαίνει: «ένδυμα οικιακό, που καλύπτει ολόκληρο το σώμα, με πρόσθιο άνοιγμα σε όλο του το μήκος και με κουμπιά» [ορισμός από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη)]. Ωστόσο, ο μεταφραστής κατάλαβε ποιο ακριβώς παραδοσιακό κινεζικό ένδυμα εννοούσε εδώ ο συγγραφέας και το απέδωσε με τον όρο «magua (马褂)», ένα συγκεκριμένο παραδοσιακό κινέζικο ένδυμα της δυναστείας Τσινγκ. Αυτή η επιλογή επιτρέπει στον Κινέζο αναγνώστη να κατανοήσει αμέσως την εικόνα, διορθώνοντας παράλληλα τη γενικόλογη περιγραφή του Καζαντζάκη με πιο ακριβή πολιτισμικό προσδιορισμό.
Παρόμοια, η αναφορά σε «μαύρα χοντρά γράμματα» (Καζαντζάκη, 2006, σ. 172) μεταφράζεται ως «καλλιγραφία με μαύρη μελάνη», που είναι ιστορικά ακριβής και πολιτισμικά εύστοχη. Με τη πολιτισμική προσαρμογή στη μετάφραση, το κείμενο παραμένει πιστό στη έννοια του πρωτοτύπου, αλλά γίνεται κατανοητό στο στοχευμένο κοινό.
Στο κεφάλαιο «Κινέζικο συμπόσιο», ο Καζαντζάκης περιγράφει το αίσθημα που του προκάλεσε το κινεζικό κρασί ποτ «έσκισε το λαρύγγι» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 187)· το ρήμα «σκίζω» σημαίνει «δημιουργώ διάμηκες άνοιγμα». Για να αποδοθεί η έντονη καυτερή αίσθηση του ποτού, ο μεταφραστής επέλεξε την έκφραση «κάψιμο στον λαιμό», η οποία αποτελεί συνήθη κινεζική περιγραφή για ισχυρά ποτά.
Η προσαρμογή φαίνεται επίσης στη χρήση κινεζικών ιδιωμάτων, των chengyu (成语), Τα chengyu είναι παραδοσιακές κινεζικές φράσεις ή εκφράσεις, συνήθως αποτελούν από τέσσερις χαρακτήρες. Έτσι, το «ανεβοκατέβαιναν» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 167) έγινε «σκαρφαλώνουν πάω και κατεβαίνουν κάτω» (爬上爬下), το «με ποίηση» (σ. 170) έγινε «άφθονες ποιητικές σκηνές» (诗意盎然), το «φιλάργυρος» (σ. 211) αποδόθηκε ως «άπληστος και αχόρταγος» (贪得无厌), ενώ το «χρυσάφι» (σ. 211) αποδόθηκε ως «τα μαργαριτάρια και οι πολύτιμοι λίθοι λάμπουν» (珠光宝气). Με τέτοιες τεχνικές, η μετάφραση όχι μόνο μεταφέρει με μεγαλύτερη ακρίβεια το νόημα, αλλά και αναδεικνύει τη μοναδική εκφραστική ομορφιάς της κινεζικής γλώσσας.
Ακόμη, ο μεταφραστής έλαβε υπόψη του τα ιστορικά συμφραζόμενα, ώστε η μετάφραση να ευθυγραμμίζεται με την πραγματική χρονολογική συνθήκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση του ονόματος της κινεζικής πρωτεύουσας. Όταν ο Καζαντζάκης αναφέρεται στην κινέζικη πρωτεύουσα, ο μεταφραστής επιλέγει το «Beiping (Μπεϊπίνγκ)», που ήταν η ονομασία την εποχή του ταξιδιού, και όχι το σημερινό «Beijing (Πέκινγκ)», αν και στα Ελληνικά η ονομασία παραμείνει σταθερή ως «Πεκίνο».
Σε επίπεδο μεταφραστικών τεχνικών, ο μεταφραστής δεν ακολούθησε αποκλειστικά μία μέθοδο, αλλά συνδύασε τη μετάφραση κατά λέξη με την ελεύθερη μετάφραση, επιδιώκοντας τη βέλτιστη ευκολίας κατανόησης. Στο κεφάλαιο « Πριγκίπισσα και ο Κίτρινος Ψυχάρης» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 209), η φράση «Το γαλάζιο δειλινό άρχισε να μπαίνει από τα ψηλά παράθυρα» (σ. 211) αποδόθηκε με το ρήμα «σέρνεται» (爬) αντί για «μπαίνει», μια προσωποποίηση που αποδίδει ποιητικά την αργή είσοδο της νύχτας στον εσωτερικό χώρο, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία της πρότασης διατηρήθηκαν με πιστή μετάφραση.
Παρά τη υψηλή ποιότητα της μετάφρασης, δεν λείπουν ορισμένοι περιορισμοί, οι οποίοι χρειάζονται κριτική αξιολόγηση και ανάλυση. Η ενδελεχής ανάλυση των περιορισμών συμβάλλει στη βελτίωση της μελλοντικής μεταφραστικής πρακτικής.
Στη συγκεκριμένη μετάφραση εντοπίζονται τρεις βασικές κατηγορίες προβλημάτων: τροποποιήσεις περιεχομένου, μεταφραστικές ανακρίβειες και έλλειψη απαραίτητων σχολίων ή εξηγήσεων.
Ως προς τις τροποποιήσεις, παρατηρούνται αλλαγές που έγιναν με σκοπό να καταστήσουν τη μετάφραση πολιτικά πιο «ορθή» και αποδεκτή στο πλαίσιο της κινεζικής εκδοτικής λογοκρισίας. Στον πρόλογο του Καζαντζάκη, όπου αναφέρεται κυρίως στο ταξίδι του στην Ιαπωνία, ο μεταφραστής προσέθεσε τεχνητά και την Κίνα σε δύο σημεία, χωρίς αυτό να προκύπτει από το πρωτότυπο, ώστε να διαμορφωθεί μεγαλύτερη σύνδεση με το κινεζικό περιβάλλον. Παρότι αυτές οι προσθήκες δεν αλλοιώνουν σοβαρά το περιεχόμενο, εντούτοις δεν δικαιολογούνται μεταφραστικά.
Επιπλέον, ο μεταφραστής προέβη σε ορισμένες προσαρμογές με σκοπό να μετριάσει τις αρνητικές περιγραφές της Κίνας. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο «Πεκίνο» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 173), όπου ο Καζαντζάκης περιγράφει τη νύχτα σε μια κινεζική πλατεία, σημειώνει: «τέλειωσαν το φαΐ τους, βρομάει ακόμα όλη η πλατεία» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 176). Ο μεταφραστής απέδωσε τη φράση ως: «Τελείωσαν το φαγητό τους, και η πλατεία εξακολουθούσε να μυρίζει φαγητό» (Καζαντζάκης, Λι (μετφ.), 2007, σ. 13). Στο σημείο αυτό, ο μεταφραστής αφαίρεσε τη σαφώς αρνητική έννοια της περιγραφής και τη άλλαξε με έναν ουδέτερο τρόπο, χωρίς ωστόσο να αλλοιώσει ουσιαστικά το γενικό νόημα του πρωτοτύπου. Παρά ταύτα, ορισμένες άλλες προσαρμογές μεταβάλλουν πράγματι σε κάποιο βαθμό το αρχικό νόημα.
Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο «Κινέζικες προλήψεις» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 195), ο Καζαντζάκης γράφει: «Τι ’ναι το Φογκ-Τσουέ, ο φοβερός αυτός μπαμπούλας της Κίνας» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 197), στη μετάφραση, η λέξη «μπαμπούλας» μεταφράστηκε στη «παππούς» (Καζαντζάκης, Λι (μετφ.), 2007, σ. 25). Αν και λόγω της ορισμένης ομοιότητας των δύο λέξεων, με βάση τον επισημότητα αυτής της μετάφρασης και το γεγονός ότι το πρωτότυπο κείμενο δεν χρησιμοποιεί λέξεις που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα, πιστεύω ότι μια παρόμοια λέξη χρησιμοποιείται εδώ για να αποφευχθεί μια αρνητική απεικόνιση της Κίνας. Όμως αυτή η αλλαγή αλλάζει το νόημα της πρότασης. Και το νόημα της πρότασης γίνεται ακατανόητο για τον αναγνώστη, επειδή «παππούς» από μόνος του δεν είναι αρνητικός, «παππούς» και «Φογκ-Τσουέ» δεν μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους, οπότε η συνοχή του κειμένου καταρρέει. Επιπλέον, παραποιείται και η αρχική πρόθεση του συγγραφέα, ο οποίος επιχειρεί να αναδείξει την κατά κάποιο τρόπο ιερή, ακόμη και φοβερή, επιρροή που ασκεί το «Φογκ-Τσουέ» στους Κινέζους.
Οι ανακρίβειες της μετάφρασης είναι ποικίλες∙ ορισμένες είναι δευτερεύουσες, όπως η λανθασμένη απόδοση γραμματικών μορφών, π.χ. ενικού ή πληθυντικού αριθμού. Ωστόσο, άλλες ανακρίβειες επιφέρουν σημαντικές αλλοιώσεις στο νόημα του κειμένου. Μία εμφανής ανακρίβεια εντοπίζεται στο κεφάλαιο «Κινέζικες προλήψεις» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 195), όπου ο Καζαντζάκης, συγκρίνοντας τη δεισιδαιμονική πίστη με τον πρακτικό νου των Κινέζων, γράφει: «οι δύο μεγάλοι αρχηγοί και συνεργάτες, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσος, δημιούργησαν τον κόσμο» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 200). Στη φράση αυτή, ο Καζαντζάκης παραπέμπει στους δύο κεντρικούς ήρωες του έργου Δον Κιχώτης του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες, προκειμένου να αναδείξει τη συνύπαρξη της δεισιδαιμονίας και της πρακτικότητας στην κινεζική σκέψη. Στη μετάφραση, όμως, μεταφράστηκαν κατά λέξη και φωνητικά χωρίς παραπάνω σχόλια ούτε εξηγήσεις, με αποτέλεσμα το Κινέζικο κοινό το οποίο που δεν έχει το αντίστοιχο πολιτισμικό υπόβαθρο, να μην κατανοεί τα νοήματά τους. Έτσι, το συγκεκριμένο σημείο χάνει πλήρως το αρχικό του νόημα.
Ένα ακόμη παράδειγμα απαντά στο κεφάλαιο «Η Απαγορευμένη Πόλη» (Καζαντζάκης, 2006, σ. 177), όπου ο Κρητικός συγγραφέας αναφέρει τους «Δροσουλίτες»* (Καζαντζάκης, 2006, σ. 183)∙ δεν πρόκειται για πραγματικούς στρατιώτες, αλλά για ένα φυσικό φαινόμενο. Με αυτή την αναφορά, ο Καζαντζάκης επιδιώκει να εκφράσει ότι, παρά την πάροδο του χρόνου, μπορεί ακόμη να «δει» νοερά πώς έμοιαζε ο Αυτοκράτορας της Κίνας στην Απαγορευμένη Πόλη, ακριβώς όπως οι Κρητικοί «βλέπουν» κάθε χρόνο τις σκιές των νεκρών στρατιωτών υπό την ηγεσία του Χατζημιχάλη. Ωστόσο, για τους Κινέζους αναγνώστες, ο όρος «Δροσουλίτες» είναι τελείως άγνωστος λόγω διαφορετικού πολιτισμικού υποβάθρου . Χωρίς επεξηγηματική σημείωση, το νόημα του αποσπάσματος μένει εντελώς ακατανόητο.
Συμπερασματικά, αυτή η μετάφραση αποτελεί ένα πρωτοποριακό και πολιτισμικά ευαίσθητο έργο που ενισχύει την κατανόηση του Καζαντζάκη στην Κίνα. Παράλληλα, όμως, οι προσαρμογές, οι ανακρίβειες και η απουσία επεξηγήσεων δείχνουν την ανάγκη για πιο κριτική επιμέλεια και εμπλουτισμένο σχολιασμό. Αν αυτές οι προκλήσεις αντιμετωπιστούν, η νεοελληνική λογοτεχνία θα μπορέσει να διαδοθεί στην Κίνα με ακόμη μεγαλύτερη πιστότητα και απήχηση, και ταυτόχρονα να προσφέρει στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα πολύτιμα δεδομένα για την κατανόηση και τη μελέτη του Καζαντζάκη και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
*«Ο (Χατζή) Μιχαήλ κατέλαβε το ενετικό φρούριο του Φραγκοκάστελου, για το οποίο έχω ήδη αναφερθεί. [...] Μια μέρα έλαβε χώρα μια σφοδρή μάχη έξω από το κάστρο. [...]λέγεται ότι μέσα στην ομίχλη πάνω από την πεδιάδα μπορεί κανείς να δει ακόμα πολεμιστές να μάχονται στον αέρα. Ο λαός τους αποκαλεί «Άνδρες της Δροσιάς» (Δροσουλίτες), επειδή τους βλέπουν νωρίς το πρωί.» (Dawkins, 1930, σσ. 30-31).