Ο μάγειρας της αγάπης & άλλα ποιήματα

Μετάφραση: Γιώργος Θάνος
Φωτ. Gezett
Φωτ. Gezett

Ο μάγειρας της αγάπης

Άφησε με να σου φτιάξω κάτι για δείπνο.
Κάθισε, βγάλε τα παπούτσια σου
και τις κάλτσες σου και γενικά
όλα σου τα ρούχα, πιες ένα ντάκιρι,
βάλε λίγη μουσική και χόρεψε
σ’ όλο το σπίτι, μέσα κι έξω,
είναι νύχτα και οι γείτονες
κοιμούνται, οι βλάκες,
και τα αστέρια λάμπουν ψηλά
κι εγώ έχω ανάψει τα μάτια
για σένα, πεινασμένο πλάσμα.

O ποιητής είναι αθάνατο πουλί

Ένα δευτερόλεπτο πριν, η καρδιά μου ανέβασε παλμούς
και σκέφτηκα «Πολύ κακή στιγμή
να πάθεις καρδιακή προσβολή και να πεθάνεις,
στη μέση ενός ποιήματος», μετά ανακουφίστηκα
στην ιδέα πως δεν έχω ποτέ ακούσει για κανέναν που να
πέθανε ενόσω έγραφε
ένα ποίημα, όπως τα πουλιά δε πεθαίνουν ποτέ ενόσω πετούν.
Νομίζω.

Καθήλωση

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να σκαρφαλώσεις
σ’ ένα σταυρό και να σου περάσουν καρφιά
στα χέρια και τα πόδια.
Θα ήταν σίγουρα επώδυνο, μα αν
ήσουν δυνατός τω πνεύματι
ούτε που θα το καταλάβαινες. Θα
καταλάβαινες πόσο πιο μακριά
μπορείς να δεις από εδώ πάνω, πως
υπάρχει ακόμα κι ένα αεράκι
να σου δροσίζει το αίμα που στάζει.
Οι λόφοι με τους ελαιώνες διπλώνονται κάτω
από άλλους λόφους με δρόμους και καλύβια,
πλήθη αμνών ξυπνούνε, μακριά στον ορίζοντα.

Κυνηγώντας Κελεπούρια

Στην Τέσι

Φαντάσου πως βρίσκεις ένα κελεπούρι τόσο απίστευτο
που μένεις για μια στιγμή εμβρόντητος
μη μπορώντας να πιστέψεις πως αυτό το πράγμα
πουλιέται σε τόσο χαμηλή τιμή: αυτό ακριβώς συμβαίνει
όταν γεννιέσαι, κι όσο τα χρόνια περνούν,
η τιμή ανεβαίνει κι ανεβαίνει, μέχρι που κοντά στο τέλος
της ζωής σου, είναι τόσο υψηλή που ξεμένεις εκεί
εμβρόντητος για πάντα.

Αλατιέρα & Πιπεριέρα

Η γυναίκα μου κι εγώ σκοπεύουμε να αγοράσουμε ένα σετ αλατιέρας – πιπεριέρας εδώ και αρκετά χρόνια. Έχουμε ήδη ένα, που το πηγαινοφέρνουμε από την κουζίνα στην τραπεζαρία. Για κάποιο λόγο, δεν κουνήσαμε ποτέ να πάρουμε και δεύτερο. Προφανώς, δεν είναι και τόσο σημαντικό για μας ώστε να αγοράσουμε ένα, αλλά αρκετά ώστε να μας κάνει να σκεφτόμαστε πως πρέπει, κάποια στιγμή. «Που είναι το αλάτι και το πιπέρι;» ακούγομαι συχνά να ρωτώ.
«Α, είναι στην κουζίνα» απαντά η γυναίκα μου βαριεστημένα. Και στο σημείο αυτό, ο γιος μας λέει «Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα», και πηγαίνει να φέρει το αλάτι και το πιπέρι.
Κι έτσι δε θυμόμαστε να αγοράσουμε δεύτερο σετ. Αν κάποιος ερχόταν μέσα στη μέση του δρόμου και προσφερόταν να μας το δώσει εκείνη τη στιγμή, θα αναφωνούσαμε «είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε, είναι τέλειο!» Αλλά κανείς δε το κάνει. Βγήκα έξω πριν λίγο, για να τσεκάρω. Οι δρόμοι όμως ήταν γεμάτοι βαρετούς «ανθρώπους» που δεν έβρισκαν το παραμικρό ενδιαφέρον στο να μου δωρίσουν ένα σετ αλατιέρας – πιπεριέρας.
Ίσως αυτή η «κι αύριο μέρα είναι» στάση μας να πηγάζει από την ικανοποιητική ομορφιά της αλατιέρας και της πιπεριέρας που ήδη έχουμε. Είναι της κοπής παλιού φαστφουντάδικου, γυάλινες με κατακόρυφες όψεις, με αλουμινένια καπάκια – διάφανα όμοια δίδυμα, μόνο που το ένα γράφει «moi» και το άλλο «tu». Τις αγοράσαμε 29 σεντς στο Άρκανσο το 1967. Θυμίζουν σπιτικές τηγανιτές πατάτες και καφέ, και δεν αμφιβάλω πως υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάζοντας τες και μόνο, μπορούν να περιγράψουν την κοινωνία που της παρήγαγε, με τον ίδιο τρόπο που μπορείς να διαβάσεις αυτό το ποίημα και να με γνωρίσεις.

Πώς φοράς το καπέλο σου*

Μπόινγκ, μπόινγκ, μπόινγκ
είναι ο ήχος που κάνει το θαυμαστικό
όταν πηδά μοναχό τριγύρω στη σελίδα
σαν τον Φρεντ Αστέρ με σμόκιν τη νύχτα
καθώς σκέφτεται πως η Τζίντζερ Ρότζερς
του κρατά μούτρα και πως μόνο τα ακροδάχτυλά του
θα φωτίσουν τη μαυρίλα. Ω!
τι όμορφος τρόπος να αρχίσεις το χορό,
με ένα απαλό γλίστρημα των δαχτύλων
στο γυαλιστερό μαύρο μάρμαρο.
Και στα ιδιαίτερά της, η Τζίντζερ
με ένα λευκό σατέν φουστάνι, με τα χέρια της
σταυρωμένα και τα χείλη σφιχτά —
επ, του κρατά μούτρα. Λογικό είναι:
βρίσκονται σε διαφορετικές ταινίες
που παίζονται σε διαφορετικά σινεμά!
Και δε θα βρεθούν ποτέ, ποτέ ξανά
γιατί ξεγέλασαν ο ένας τον άλλο
σε σημείο να μην υπάρχουν πια.



*Στίχος από το τραγούδι «They Can't Take That Away From Me» που ερμηνεύουν μαζί ο Fred Astaire και η Ginger Rogers στην ταινία «Shall We Dance» του 1937.



Λέξεις από το μέτωπο

Δε φαινόμαστε τόσο νέοι
όσο φαινόμασταν παλιά
παρά μόνο όταν το φως είναι χαμηλό
και ειδικά
στην απαλή ζεστασιά των κεριών
όταν λέμε
με κάθε ειλικρίνεια
Είσαι πολύ όμορφος
και
Ομορφιά μου!
Φαντάσου
δύο ηλικιωμένους
να φέρονται έτσι.
Είναι αρκετό
για να είσαι ευτυχισμένος.

Θυμάμαι πράγματα που χάθηκαν

Θυμάμαι να παίρνω γράμματα, που έγραφαν απέξω το όνομα και τη διεύθυνσή μου, ακολουθούμενα στην επόμενη γραμμή από την λέξη «Ενταύθα». Που σήμαινε πως ταχυδρομήθηκαν από την ίδια πόλη. Είναι δυνατόν να ήταν τόσο απλή η ζωή;
Θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα τον Joe Brainard να διαβάζει από το «I Remember»[2] του. Το σοκ της ευχαρίστησης γρήγορα αντικαταστάθηκε από τη ζήλεια και την ερώτηση: γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ αυτό; Η αισθητική απόλαυση έρχεται με πολλούς τρόπους και πολλές διαβαθμίσεις, όμως η ζήλεια μόνο όταν θαυμάζεις την καινούρια δουλειά κάποιου άλλου με όλη σου την καρδιά. Το να ζηλεύεις το ταλέντο κάποιου που αγαπάς είναι σίγουρα όμορφο και αναζωογονητικό. Και δεν χρειάζεται καν να απαντήσεις στην ερώτηση.
Θυμάμαι να τσαντίζομαι με τον Lorca γιατί με έκανε να κλάψω για κάτι που ίσως και να μη συνέβη ποτέ. Υπάρχει μια φωτογραφία του από το 1929, στην οποία στέκεται δίπλα σε μια μεγάλη σφαίρα σε ένα γρανιτένιο βάθρο, πάνω στο οποίο υπάρχει επίσης ένα ηλιακό ρολόι, στο campus του πανεπιστημίου Κολούμπια. Περνώντας από το ηλιακό ρολόι σήμερα το πρωί, ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ο Lorca είχε σταθεί σε αυτό ακριβώς το σημείο εβδομήντα χρόνια πριν, λίγα χρόνια πριν την εκτέλεσή του. Ήταν λες και βρισκόταν εκεί μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα. Τι βάρβαρος, ανόητος θάνατος! Μου ήρθανε δάκρυα στα μάτια. Όταν το ξανασκέφτηκα, δε μπορούσα να πιστέψω πως κάποιος τοποθέτησε μια τόσο μεγάλη σφαίρα σε αυτό το σημείο: δεν εμποδίζει το φως να φτάσει στο ρολόι; Αργότερα, όταν εξέτασα ξανά τη φωτογραφία, είδα ότι όντως εκεί είχε τραβηχτεί. Αλλά, τι παίζει με τη σφαίρα; Μου αρέσει, γιατί συνεχίζει να με αποσπά από την ιδέα του θανάτου του.
Θυμάμαι το μίλι, ένα νόμισμα που κυκλοφορούσε για λίγα χρόνια κοντά στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου κι αμέσως μετά. Ένα νόμισμα από χοντρό χαρτόνι (και αργότερα, από ελαφρύ μέταλλο) με μια στρογγυλή τρύπα στη μέση, το μίλι άξιζε το ένα δέκατο του σεντ. Είχε πλάκα να το πιέζεις κάπως δυνατά ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη, και να δημιουργείς μικρά λακκάκια στα δάχτυλα, που γρήγορα εξαφανίζονταν. Στις ετικέτες με τις τιμές, γραφόταν σα να ήταν εκθέτης: για παράδειγμα, δέκα σεντς και τέσσερα μίλι γραφόταν 104. Δεν ξέρω αν το χρησιμοποιούσαν οπουδήποτε αλλού εκτός από την γενέτειρά μου, και από τότε που καταργήθηκε έχω ακούσει για αυτό μόνο μια – δυο φορές. Ξεθώριασε, ξεχάστηκε πιο πολύ και από τα black pennies της ίδιας περιόδου. Όμως, αν το αναφέρεις σε ανθρώπους αρκετά μεγάλους για να το θυμούνται, τα πρόσωπα τους θα λάμψουν και θα αρχίσουν να εκτιμούν την παρέα σου λίγο περισσότερο.
Προσπαθώ να θυμηθώ πως ήτανε να μην έχεις καν ακούσει ποτέ για τηλεόραση, να είσαι έξι χρονών με τα παιχνίδια σου — και ίσως ένα σκυλί. Τσουλάς το ξύλινο φορτηγό πάνω κάτω στο χαλί και κάνεις ήχους φορτηγού που αλλάζουν σε κορνάρισμα όσο πλησιάζεις το τεντωμένο ποδάρι του σκύλου που σηκώνεται στα πόδια του, μπας και, και του λες «Έλα, δε θα σε χτύπαγα». Κουνώντας την ουρά του, έρχεται να σε γλείψει, που έχει πλάκα στην αρχή, μέχρι που η σκυλίσια ανάσα παραγίνεται έντονη. Τότε σκουπίζεις το πρόσωπό σου με το μανίκι σου, επιστρέφεις στο φορτηγάκι, και ξαναρχίζεις τη μηχανή του. Ήχος πιατικών από την κουζίνα.
Θυμάμαι όταν κάποια αυτοκίνητα, κάποια παλιότερα, είχαν σκαλοπάτια, και πόση πλάκα είχε να στέκεσαι πάνω τους, κρατώντας σφιχτά το παράθυρο όσο το αυτοκίνητο επιτάχυνε κατεβαίνοντας ως το άλλο τετράγωνο, τον άνεμο στα αυτιά μου. Σιγά σιγά, υπήρχαν όλο και λιγότερα, και ύστερα κανένα. Τουλάχιστον, τα καινούρια αυτοκίνητα είχαν ακόμη διακοσμητικά μπιχλιμπίδια, με πιο αξιομνημόνευτη την γυαλιστερή, χρωμιωμένη κεφαλή ενός Ινδιάνου, με το προφίλ του να κόβει τον αέρα που του φυσούσε προς τα πίσω τα φτερά που φορούσε. Κι ύστερα χάθηκε κι αυτός.

Τίτλοι των ποιημάτων στο πρωτότυπο: The Love Cook, Poet as an Immortal Bird, Fixation, Bargain Hunt, Salt & Pepper Shakers, Τhe Way You Wear Your Hat, Words from the Front, I Remember Lost Things.

Σχετικά κείμενα:
https://www.hartismag.gr/hartis-20/metafrash/ron-patzet-poihmata



 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: