Ο σπόρος του κακού και ο ρόλος της αγάπης

Ο σπόρος του κακού και ο ρόλος της αγάπης

Σκέψεις πάνω στο γνωστό μυθιστόρημα του Bernhard Schlink: Der Vorlesser
(στα ελληνικά: Διαβάζοντας στη Χάννα)

——————

Ποιος ήταν που είπε «στον έρωτα και στον πόλεμο επιτρέπονται όλα»; Ο Νίτσε; Και η Αναϊς Νιν είπε «δεν μπορείς να σώσεις τον άλλον, μπορείς μόνο να τον αγαπάς». Αλλά και κάποιος ή κάποια επίσης είπε «δεν υπάρχει τίποτα ανήθικο στην αγάπη». Γιατί η αγάπη είναι μία συνθήκη κατά την οποία αποδεχόμαστε τον άλλον, παραδινόμαστε και δεν τον κρίνουμε.

Στο γνωστό μυθιστόρημα του Bernhard Schlink Der Vorlesser, The Reader ή, στην ελληνική έκδοση, Διαβάζοντας στη Χάννα, ο κεντρικός ήρωας που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, καθώς το βιβλίο είναι γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο, έρχεται αντιμέτωπος με ένα τρομερό δίλημμα, όταν ανακαλύπτει πως η γυναίκα που ερωτεύτηκε και αγάπησε όταν ήταν νέος κατηγορείται για εγκληματική συμπεριφορά. Ο νεαρός Μίχαελ γνωρίζει και συνδέεται με αυτή την γυναίκα, την Χάννα, όταν ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος έχει λήξει. Είναι γείτονες. Εκείνη είναι πολύ μεγαλύτερή του. Θα μπορούσε να είναι και μητέρα του. Δεν γνωρίζει τίποτα από το σκοτεινό παρελθόν της, παρά μόνο πως κάποτε δούλευε στη Siemens. Τώρα δουλεύει εισπράκτορας στο τρόλεϊ στην πόλη όπου ζούνε. Η παθιασμένη και μυστική σχέση που έχουνε για δύο χρόνια περίπου τελειώνει απότομα. Χωρίς εξήγηση, μία μέρα η Χάννα εξαφανίζεται, φεύγει από την πόλη. Μαθαίνουμε πως από την δουλειά της, της έχουνε προτείνει ευνοϊκή μετάθεση από εισπράκτορας στα τρόλεϊ να εργαστεί στα γραφεία, κάτι που δεν δέχεται. Ο νεαρός αφηγητής για χρόνια την αναπολεί, ώσπου φοιτητής πλέον της νομικής την ξανασυναντά στο δικαστήριο. Είναι κατηγορούμενη για συνεργασία με το Τρίτο Ράιχ, για εμπλοκή σε εγκληματικές πράξεις. Ο ρομαντισμός διαλύεται ακαριαία και ο Μίχαελ έρχεται πλέον αντιμέτωπος με μία σειρά από ζητήματα ηθικά, συναισθηματικά, υπαρξιακά και πολιτικά.
Η Χάννα δούλευε σαν φύλακας στο Αουσβιτς. Κάθε εβδομάδα, μαζί με άλλες πέντε γυναίκες που δούλευαν εκεί και τώρα κατηγορούνται όπως και αυτή, επέλεγε δέκα άτομα για να θανατωθούν. Είχε στείλει πολύ κόσμο στους θαλάμους αερίων. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Μαθαίνουμε πως κατηγορείται και για μία ακόμη αποτρόπαια πράξη. Είχε κλειδώσει διακόσιες κρατούμενες σε μία εκκλησία για να τις φυλάει. Όμως η εκκλησία βομβαρδίστηκε και έπιασε φωτιά. Εκείνη, όπως και οι άλλες πέντε γυναίκες φύλακες των κρατουμένων, δεν ξεκλείδωσαν τις πόρτες της εκκλησίας για να βγουν οι κρατούμενες έξω και να μη καούν ζωντανές. Τις άφησαν να καούν. Από τύχη, γλίτωσαν δύο, μία εβραία μάνα με την κόρη της, οι οποίες και κατέδωσαν τις έξι κατηγορούμενες.
Ο νεαρός φοιτητής και πρώην εραστής της Χάννα παρακολουθεί συγκλονισμένος τη δίκη και την καταδίκη της σε ισόβια. Τι νιώθει πλέον για αυτόν τον πρώτο και μεγάλο του έρωτα;
Αυτό που κάνει το βιβλίο μεγαλειώδες είναι πως η Χάννα κρύβει ακόμη ένα μυστικό. Δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση και δεν θα μπορούσε να είναι αρχηγός όπως και δεν θα μπορούσε να είχε γράψει εκείνη την αναφορά αναλαμβάνοντας την ευθύνη και των άλλων πέντε κατηγορουμένων οι οποίες της την φορτώνουν. Ο αφηγητής γνωρίζει το μυστικό της και θα μπορούσε να το καταθέσει και να ελαφρύνει την ποινή της από ισόβια σε οκτώ έτη φυλάκισης. Το καταθέτει; Επιθυμεί να βοηθήσει την αγαπημένη του; Κρίνει πως πρέπει να τιμωρηθεί; Την αγαπά ακόμη;

Παρακολουθούμε τον ήρωα να αμφιταλαντεύεται, να κλονίζεται, να συγκρούονται μέσα του η αγάπη και η αδυναμία για την Χάννα με την γνώση πλέον πως η ίδια αυτή γυναίκα ήταν συνεργός των Ναζί, υπάκουε στις εντολές τους, είχε πάρει ανθρώπινες ζωές. Ήταν τέρας; Ήταν τόσοι άνθρωποι που συνεργάστηκαν με τους Ναζί τέρατα; Ήταν όλη η χώρα του μία χώρα τεράτων; Είχαν ή δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ναρκωθούν όπως λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας; Ώστε ναρκωμένοι να ευθυγραμμιστούν για να επιβιώσουν με ένα καθεστώς τρόμου και βίας; Έγιναν θύτες. Και ο ίδιος; Τι είναι ο ίδιος;
Ο συγγραφέας διαλέγει να παρουσιάσει τον ήρωά του σαν έναν άνθρωπο που πορεύεται τσακισμένος από τα γεγονότα. Αποφασίζει να συνεχίσει την σταδιοδρομία του σαν μελετητής του δικαίου και να μην γίνει δικαστής. Διαλέγει να μην αποκαλύψει στο δικαστήριο το μυστικό της Χάννα, να ακολουθήσει την δική της επιθυμία που είναι να τιμωρηθεί με την βαριά ποινή. Αυτό το κάνει μετά από μεγάλο βάσανο, καθώς δεν την μισεί. Θα ήθελε να μπορούσε να την σώσει. Η Χάννα παραμένει για αυτόν η γυναίκα που του έμαθα την ιεροτελεστία του έρωτα, μία πολύ ωραία συνθήκη, που μοιάζει πως δεν ξαναέζησε με άλλη γυναίκα. Έτσι, ενώ διαλέγει να μην της μιλήσει, να μην την επισκεφτεί, κάνει μία μυθιστορηματική, μία ποιητική χειρονομία.

Επί σειρά ετών, της διαβάζει βιβλία, τα μαγνητοφωνεί και της στέλνει τις κασέτες στη φυλακή. Εκείνη λαμβάνει τις κασέτες, καταφέρνει από αυτές να μάθει μόνη της ανάγνωση και γραφή και του γράφει σύντομα μηνύματα. «Έτσι κρατιέται μία μυθιστορηματική σχέση για χρόνια. Τι είναι; Είναι αγάπη; Είναι απελπισία; Ο συγγραφέας μας αφήνει εμάς να το κρίνουμε.
Περνάνε δεκαοχτώ χρόνια. Η Χάννα έχει επιδείξει καλή συμπεριφορά και πρόκειται να αποφυλακιστεί. Είναι πλέον μία γυναίκα εξήντα έξι χρόνων. Και ο Μ. είναι σαραντάρης. Η διεύθυνση της φυλακής έρχεται σε επαφή μαζί του και του ζητά να φροντίσει για την επανένταξη της Χάννα στην ζωή έξω. Τότε καλείται να την συναντήσει.
Συνειδητοποιεί πως δεν θέλει να την συναντήσει, ώσπου δεν μπορεί να αναβάλλει άλλο την συνάντηση. Ο συγγραφέας μας δείχνει μία συνάντηση αμήχανη, ψυχρή, ανάμεσα σε δύο τσακισμένους ανθρώπους. Η Χάννα μοιάζει να αναγνωρίζει πως ο άντρας αυτός δεν την αγαπά πια. Την επόμενη μέρα αυτοκτονεί.

Γεννιούνται πολλά ερωτήματα. Αν η Χάννα δεν ήταν ερωμένη αλλά ήταν η μητέρα του Μίχαελ θα άλλαζε κάτι στην ιστορία; Θα είχε διασωθεί το συναίσθημα της αγάπης; Η αγάπη που ένιωθε ο Μίχαελ για αυτή τη γυναίκα θα έπαυε έτσι και αλλιώς με το γήρας, όταν το γήρας της στερούσε τους χυμούς του σώματος; Είναι ο έρωτας έτσι και αλλιώς καταδικασμένος όταν συγκρούεται με οδυνηρές αλήθειες; Ποιος αγαπά τους εγκληματίες, τους βασανιστές, τους δήμιους; Αυτοί δεν έχουν δικαίωμα στην αγάπη, στην συγχώρεση;
Σε μία συνέντευξή του ο Bernhard Schlink λέει πως όταν κάποιος κάνει μία πράξη εναντίον ενός άλλου, μπορεί να ζητήσει συγγνώμη από αυτόν που έβλαψε, μόνο από αυτόν που έβλαψε, και ίσως λάβει συγχώρεση. Αν όμως ο άλλος δεν ζει πλέον, τότε ο θύτης είναι καταδικασμένος να ζει με τις τύψεις. Η Χάννα έζησε με τις τύψεις.
Ο ήρωας κάποτε την είχε αγαπήσει, όταν δεν γνώριζε τι είχε κάνει, καθώς η Χάννα τού είχε κρύψει την εμπλοκή της σε εγκληματικές πράξεις, εξαπατώντας τον κατά κάποιον τρόπο. Πιθανόν φοβήθηκε να του εμπιστευτεί την αλήθεια. Τώρα που ο αφηγητής γνωρίζει πλέον, την συνοδεύει από μακριά και χωρίς την φλόγα της αγάπης τους στην πορεία της. Δεν μπορεί να την σώσει. Ούτε προσπαθεί. Η ιστορία της όμως τον αφορά, τον καθηλώνει, τον παγιδεύει σε μία παράξενη μοναξιά, σε μία παγερή ατμόσφαιρα, τον τσακίζει.
Την αγαπά; Γι’ αυτό; Δεν την αγαπά; Γι’ αυτό τσακίζεται; Ο συγγραφέας δεν τοποθετείται. Το βιβλίο τελειώνει και μένει σε εμάς να αποφασίσουμε τι νιώθουμε. Τι νιώθουμε αντιμέτωποι με το κακό; Ειδικά όταν δεν είμαστε εκπρόσωποι του νόμου, ούτε θύματα, αλλά αναγνώστες ή αναγνώστριες. Τι νιώθουμε;

Η ερώτηση που θέτει ο Bernahrd Schlink σε αυτό το βιβλίο έχει κατά την γνώμη μου σημασία να απαντηθεί από τον καθένα μας χωριστά και σύμφωνα με τις περιστάσεις του καθενός, γιατί το τι νιώθουμε θα καθορίσει και την δράση και τις πράξεις μας. Μπορούμε να συμφιλιωθούμε; Το κακό μας γεννά φόβο; Μπορούμε να συμφιλιωθούμε με αυτό, να το δούμε σαν λάθος; Και υπό ποιες συνθήκες; Έχουμε και εμείς μέσα μας τον σπόρο του κακού. Τι τον κάνουμε; Και ποιος ο ρόλος της αγάπης;
Η τέχνη και μαζί και η λογοτεχνία λειτουργεί σε ένα παράλληλο κόσμο με την ζωή και την πολιτική. Προσφέρει την δυνατότητα να αναρωτηθούμε για και καίρια ζητήματα και να τα επεξεργαστούμε πριν αυτά συμβούν στην ζωή μας. Ίσως έτσι να μπορεί να μας προετοιμάσει να τα αντιμετωπίσουμε. Μέσα από την φαντασία και την τέχνη μας δίνεται η δυνατότητα να ανασκευάσουμε τον κόσμο. Να τον οραματιστούμε εκ νέου. Ακόμη και να αναζητήσουμε τις προϋποθέσεις για έναν κόσμο ειρηνικό.


Διαβάστηκε στο αφιέρωμα για τον Bernhard Schlink που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 5ο Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ Κύπρου, 3-6 Νοεμβρίου του 2021.



 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: