Στα θερμοκήπια του Αυγούστου

Σήμαντρα ακούστηκαν κι ήρθαν οι μαντατοφόροι.
Δεν τους περίμενα λησμονημένη κι η λαλιά τους.
Ξεκούραστοι, φρεσκοντυμένοι κρατώντας κάνιστρα τους καρπούς.

Γιώργος Σεφέρης, Επί σκηνής, Β΄

 

Επέστρεψες για να θυμηθείς· τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια, το μούδιασμα στο ζεστό φως του ήλιου που τρυπούσε τα χαμηλά φυλλώματα, το τερέτισμα των τζιτζικιών στα λιόδεντρα, το βουητό της πολυήμερης απραγίας. Σηκώθηκες πρωί, πήρες τον προαστιακό ως το Αίγιο κι από εκεί ταξί μέχρι το σπίτι στο Λογγό.
Το περιβόλι με τις ελιές και τα οπωροφόρα που μπόλιαζε ο παππούς περίμενε αφρόντιστο, η αυλή στρωμένη σκόνη και φύλλα, τα φερφορζέ έπιπλα σκουριασμένα στις γωνίες· επέστρεψες αλλά δεν είσαι πια παιδί, δεν έχεις πια βεβαιότητες και χρόνο για χάσιμο, ένα βήμα πριν τα εξήντα, χωρίς τα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, με τις φύτρες στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου ν’ αραιώνουν όπως οι ίνες στην ύφανση της μνήμης σου. Και πίσω απ’ τα κλειστά παντζούρια ο πατέρας· με πυκνά, σκούρα μαλλιά ακόμα, σβήνει το τελευταίο τσιγάρο μετά το μεσημεριανό φαγητό στο τασάκι του κομοδίνου και πέφτει να κοιμηθεί. Το σπίτι ησυχάζει, τα τζιτζίκια επιμένουν, τα κλειδιά του Καντέτ στον πάγκο της κουζίνας· τα κλείνεις αθόρυβα στο χέρι σου, βγαίνεις από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, ξεκλειδώνεις την πόρτα του οδηγού, όχι για να καθίσεις πίσω απ’ το τιμόνι, μα για να σηκώσεις την πίσω ασφάλεια και να γλιστρήσεις στο πλαστικό κάθισμα: ζεματάει μα ξαπλώνεις, η ζέστη γεμίζει τα πνευμόνια σου, βουλώνει τους πόρους του δέρματός σου, μένεις εκεί για ώρα, ώσπου ζαλισμένος τελικά να πατήσεις ξανά στο κοκκινόχωμα του περιβολιού και να νιώσεις τις τρίχες στα μπράτσα σου να σηκώνονται λες και προσγειώθηκες μόλις σε αφιλόξενο πλανήτη.

——————

«Καλύτερα τώρα;» ρώτησε.
Τεράστιος,[1] σκυφτός, μια ανάσα από το πρόσωπό σου, βαρύ αφτερσέιβ — με το μεταλλικό του ραβδί να δείχνει τα ιερογλυφικά στον φωτεινό πίνακα.
«Έψιλον», μισόκλεινες τα μάτια μήπως καθαρίσουν τα ιερογλυφικά και γίνουν γράμματα κι αριθμοί, «όχι, οκτώ», μήπως καταφέρεις να μαντέψεις· από τριών ετών επισκεπτόσουν εκείνο το ιατρείο με τα έπιπλα από μαόνι, την καφέ μοκέτα και τα μονίμως κατεβασμένα παντζούρια· κάλπαζε η μυωπία σου, περίμενε το λαχανί Καντέτ ανεβασμένο στο πεζοδρόμιο με τα αλάρμ αναμμένα· τα ίδια γράμματα και σχήματα στη σειρά που ποτέ δεν μπόρεσες ν’ απομνημονεύσεις, ο ίδιος βαρύς μεταλλικός σκελετός που σου άφηνε σημάδια στη μύτη, το ίδιο χαρτάκι της συνταγής, «Παπασπηλιόπουλος Δ. Χ., οφθαλμίατρος, Δ.Ο.: τόσο, Α.Ο.: τόσο». Κάθε επίσκεψη και λίγο παραπάνω.
Τελευταία φορά εκεί, πριν το όνομα του τεράστιου εκείνου άντρα διαγραφεί οριστικά από το λεξιλόγιό σας, τέλη Ιουνίου, εσύ κλεισμένα τα δώδεκα, το 7ο Δημοτικό στο παρελθόν, το 4ο Γυμνάσιο να παραμονεύει, το καλοκαίρι ζεστό και βαρύ στους ώμους της πόλης: «Είσαι σίγουρος;»
Δεν ήσουν· κάθιδρος στην καρέκλα, σαν σε σχολικό διαγώνισμα στο οποίο απαγορευόταν να κάνεις λάθος, όσο η μητέρα κι ο πατέρας σου σε δυο καρέκλες στη γωνία, σταυροπόδι, κάπνιζαν ακίνητοι.
«Τώρα;»
Τα μεταλλικά γυαλιά σε πονούσαν στη μύτη κι εκείνος έβαζε ακόμα έναν φακό μπροστά απ’ το αριστερό μάτι, μα δεν έλεγαν να ξεκαθαρίσουν τα ιερογλυφικά.
«Έψιλον, ναι έψιλον»· μάντευες.
Μόνο όταν αφαίρεσε το αδιαφανές κάλυμμα μπροστά απ’ το δεξί σου μάτι πήραν σχήμα τα γράμματα κι οι αριθμοί· ανασηκώθηκε τότε κι εκείνος, πέρασε με αργά βήματα πίσω από το γραφείο του, πτυχία καδραρισμένα στον τοίχο και φωτογραφίες της κόρης του σε διάφορες ηλικίες: «έχει αρχίσει να τεμπελιάζει» κι εσύ δεν ήξερες αν εννοούσε εσένα ή το αριστερό σου μάτι — το ίδιο απόγευμα θα φεύγατε για το χωριό.

——————

Όλα αυτά όμως τότε, στριμωγμένα όπως όπως πια στο θερμοκήπιο της μνήμης· μεσολάβησαν οι κακοί βαθμοί σου στις Πανελλαδικές αναρτημένοι στο παράθυρο του 3ου Λυκείου, οι τσακωμοί με τον πατέρα κι η οδοντιατρική στο Βουκουρέστι, τα πακέτα από Ελλάδα με τις λαδιές στο περιτύλιγμα, το συνάλλαγμα σε δολάρια, η αφόρητη μοναξιά, ο παράφορος έρωτας με την Μαρτίνα και πάλι η αφόρητη μοναξιά, η επιστροφή στην Αθήνα, η μετοίκηση στον Λογγό, η Μάρω με το νυφικό στα σκαλιά του Ταξιάρχη όπου έφτασες με ταξί, το μωρό που έπαψε να αναπνέει στην θερμοκοιτίδα, η Μάρω μ’ εκείνον τον δικηγόρο σε κάποιο καφέ στα Ψηλά Αλώνια για να «υπογράψετε επιτέλους τα χαρτιά» ενώ της κρατούσε το χέρι, ύστερα πάλι η μοναξιά τα βράδια στο καναπεδάκι του ιατρείου κι ο χρόνος που μετριέται πια αλλιώς: τότε η κηδεία της μάνας, τότε η κηδεία του πατέρα, ημερομηνίες σημειωμένες με μολύβι πίσω από φωτογραφίες που είχες διαλέξει για τα μνήματα κι ο χρόνος να σέρνει τα πόδια του· εν τω μεταξύ, οι αφρόντιστες ελιές στοιχειώνουν το περιβόλι, τα κλειδιά του Καντέτ από χρόνια δοσμένα, το λουρί της μνήμης όλο και πιο κοντό — κι αν οτιδήποτε απομένει ίδιο με εκείνο το προ τεσσαρακονταετίας σύμπαν του θέρους, είναι αυτή η δυνατή μεσημεριάτικη ζέστη[2] συνδυασμένη με το τραγούδι των τζιτζικιών.
Γεννημένος 23η Ιουνίου — Καρκίνος με ωροσκόπο κάτι που είχε με ακρίβεια υπολογίσει η Μαρτίνα μα δεν θυμάσαι πια — να σβήνεις τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα, έντεκα κεράκια κάτω από το καφασωτό της αυλής, με την τούρτα — όχι από την Γαρδένια ή τον μεγάλο φούρνο στα Σελιανίτικα, αλλά «καλύτερη, της μαμάς» με κεράκια παράταιρα, σοκολάτα, και δυο στρώσεις Πτι-Μπερ στη βάση — επάνω στο φερφορζέ τραπέζι και γύρω γύρω παιδάκια από τη γειτονιά και από τα ενοικιαζόμενα στην παραλία που ακόμα φρόντιζε η γιαγιά σου Μάη με Σεπτέμβρη. Ο πατέρας σου άφηνε πιο νωρίς το μαγαζί κι ερχόταν με το Καντέτ από την Αθήνα για «να κόψετε μαζί την τούρτα», τα παιδάκια έτρεχαν, φώναζαν, έκλαιγαν κι εσύ ακίνητος στη μέση εκείνου του κυκλώνα: έτσι εξηγείται πως τα πάντα στις φωτογραφίες των γενεθλίων σου είναι φλουταρισμένα, όπως τα γράμματα κι οι αριθμοί στον φωτισμένο πίνακα του οφθαλμιατρείου, αλλά εσύ σαφής, ξεκάθαρος, τόσο που μοιάζει λες και κάποιος τοποθέτησε τη μορφή σου εκεί εκ των υστέρων, θέλοντας να παραχαράξει την πραγματικότητα των πρώτων στιγμών σου. Ας είναι· κανέναν δεν ενδιαφέρουν πια αυτές οι φωτογραφίες.

——————

«Ανισομετρωπία. Ξέρεις τι είναι αυτό;», σε ρώτησε.
Κούνησες το κεφάλι, οι γονείς σου ανακάθισαν στις καρέκλες τους, ο γιατρός άρχισε να μιλάει, σκάναρες εσύ τους αριθμούς και τα γράμματα με το βλέμμα μήπως αυτή τη φορά τους απομνημονεύσεις, «ας μην ανησυχήσουμε ακόμα» είπε ο τεράστιος άντρας καθώς ο πατέρας σου αντάλλασσε δυο χαρτονομίσματα για την καινούρια συνταγή γυαλιών — αργότερα, στο σπίτι, και όσο η μητέρα σου ετοίμαζε βαλίτσες κι ο πατέρας σου φόρτωνε το αυτοκίνητο βρίζοντας, εσύ αποστήθιζες τον ορισμό της «ανισομετρωπίας» από την εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμος 1ος, Α-ΑΝΟΜ:

Ανισομετρωπία ονομάζεται η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η διαφορά στους βαθμούς ή στο είδος της αμετρωπίας μεταξύ των δύο ματιών του ανθρώπου οδηγεί σε διαφορά στο σχηματισμό του οπτικού ειδώλου (βλ. ανισοεικονία). Όταν η ανισομετρωπία είναι μικρού βαθμού δεν προκαλεί πρόβλημα στον ασθενή. Όταν όμως η διαφορά ανάμεσα στα δύο μάτια είναι σημαντική (π.χ. μεγαλύτερη των έξι βαθμών στην περίπτωση δύο μυωπικών οφθαλμών) μπορεί να οδηγήσει σε αμβλυωπία, δηλ. σε αδυναμία εξίσωσης των δύο οπτικών ειδώλων από τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα την απομόνωση του πιο αδύναμου ματιού και την εκφύλιση του οπτικού του νεύρου. Τέτοια απώλεια διόφθαλμης, στερεοσκοπικής όρασης επιπλέον διαταράσσει την εκτίμηση των αποστάσεων και του προσανατολισμού στο χώρο. Η ανισομετρωπία μπορεί να είναι αξονική ή διαθλαστική. Συνήθως αντιμετωπίζεται με υποδιόρθωση του αδύναμου ματιού.

Στη διαδρομή, ανάμεσα σε τσάντες με πετσέτες για τη θάλασσα και πράγματα που είχε ζητήσει η γιαγιά μου από την Αθήνα, έκλεινες με το χέρι το ένα μάτι και παρατηρούσες τον κόσμο έξω απ’ το παράθυρο: αυτοκίνητα που προσπερνούσαν, τη νύχτα που έπεφτε πίσω από τα φουγάρα της Ελευσίνας, τον Ισθμό ορθάνοικτο στόμα κάτω από τα πόδια σας· κι όταν φτάσατε στον Λογγό και βγήκες από το Καντέτ, με το βεντιλατέρ ακόμα να βουίζει, κοίταξες απέναντι την ψηλή μάντρα του σπιτιού του γιατρού, με το επίχρυσο δεκατρία στην πράσινη γκαραζόπορτα, κάλυψες με την αριστερή παλάμη το αριστερό μάτι και εστίασες στο νούμερο, στέρεο, σαφές, τεράστιο όσο το χέρι του Δ. Χ. Παπασπηλιόπουλου. Πίσω σου η γιαγιά σου σκούπιζε τα χέρια στην ποδιά της και περίμενε να της δώσεις ένα φιλί.

——————

Δεν υπάρχει πια το Καντέτ, το θερμοκήπιο των παιδικών σου χρόνων· κάθεσαι στη φερφορζέ καρέκλα, χωρίς να ξεκλειδώσεις το σπίτι, χωρίς να βάλεις μαξιλάρι, τα διασταυρούμενα ελάσματα τρίβονται στα κόκαλα των γοφών σου, έχεις χάσει βάρος, πονάς, βγάζεις το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσέπη του πουκαμίσου σου, ψάχνεις στις τσέπες σου για αναπτήρα: κάτι ψιλά, ένα τηλέφωνο που δεν αναγνωρίζεις σημειωμένο βιαστικά σ’ ένα χαρτί, ένα ντεπόν τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Σηκώνεσαι, βάζεις τα κλειδιά στην πόρτα και παίρνεις μια βαθιά ανάσα λες κι ετοιμάζεσαι για ταξίδι στον χρόνο· στην κουζίνα συρτάρια γεμάτα σαβούρα που δεν τόλμησες να ξεσκαρτάρεις, ντουλάπια άδεια που μυρίζουν κλεισούρα, στη σερβάντα τίποτα εκτός από ένα κουτί από σοκολατάκια Τζοκόντα ξέχειλο από φωτογραφίες στις οποίες κανείς δεν μοιάζει γνωστός κι ένα ψιλόλιγνο κερί που θα ταίριαζε σε μανουάλι—αναπτήρας πουθενά και στη λοξή δέσμη φωτός που κόβει στη μέση το δωμάτιο ένα σύννεφο σκόνης.
Ούτε κατάλαβες πότε σού λύθηκαν τα γόνατά, πότε σωριάστηκες στο μωσαϊκό, πότε η σκόνη, ταξιδεύοντας μέσα από τα ρουθούνια και το μισάνοικτό στόμα σου, έφτασε ως τις κυψέλες των πνευμόνων σου να ανακατευτεί με το αίμα σου, αραιό από τα αντιπηκτικά,[3] πάνω από το αριστερό σου φρύδι ένα επίμηκες σκίσιμο να ματώνει και να πάλλεται.

——————

Εκείνος ο Αύγουστος, που χώριζε την 6η Δημοτικού από την 1η Γυμνασίου, που χώριζε τον παιδικό εαυτό σου με το ατσούμπαλο κορμί και τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά από τον αδύνατο έφηβο, επτά εκατοστά ψηλότερο πια, με τον μεταλλικό σκελετό γυαλιών και το καινούριο μαγιό-σορτσάκι, σου είχε φερθεί γενναιόδωρα.[4]
Το πρώτο πρωί φόρεσες βιαστικά το καινούριο μαγιό, τα καινούρια γυαλιά, μια πετσέτα γύρω από τον λαιμό και διέσχισες τον παραλιακό δρόμο ως την θάλασσα· τα μάτια σου έψαχναν στη στεριά και στο νερό για τη σιλουέτα της: στο βάθος, επάνω στο φουσκωτό του πατέρα της, δεμένο αρόδο στη σημαδούρα, ψηλή, με τα σκούρα μαλλιά της στιλπνά στον ήλιο και το ολόσωμο μαγιό της μπλε σκούρο όπως κάθε χρόνο, η Ξένια, έξι μήνες μεγαλύτερή σου, η κόρη του γιατρού, κολυμβήτρια, υπέροχη. Άφησες την πετσέτα και τις σαγιονάρες στα βότσαλα, τα γυαλιά σου προσεκτικά επάνω τους, βούτηξες και κολύμπησες ως το φουσκωτό, εκείνη σε κοιτούσε, βούτηξες το κεφάλι στο νερό να φτιάξεις τα μαλλιά σου, για μια στιγμή δεν σε αναγνώρισε, την επόμενη σου χαμογέλασε και η έκπληξη στο πρόσωπό της σ’ έκανε να χαμογελάσεις· είχατε μόλις συστηθεί ξανά.
Το επόμενο βράδυ καθίσατε δίπλα δίπλα στο σινεμά, όλο το βράδυ κοιτούσες λοξά την μεγάλη οθόνη να της φωτίζει το πρόσωπο — στο δρόμο της επιστροφής σου έπιασε το χέρι, γέλασε με κάτι που είπες, σου έκανε νεύμα να περάσεις μαζί της την πράσινη γκαραζόπορτα κι εσύ ακολούθησες, υπνωτισμένος, στις μύτες των ποδιών μη τυχόν και κάνεις θόρυβο και ξυπνήσεις από το όνειρο, βαδίσατε ανάμεσα από τα δέντρα, χέρι χέρι, «πάμε πίσω να δεις τις χελιδονοφωλιές» είπε και σε τράβηξε, «να εκεί», κοίταξες ψηλά και τότε γύρισε και σε φίλησε. Πεταχτά στα χείλη και θα ήταν όλα ιδανικά, όπως τα σχεδίαζες στο μυαλό σου κι ακόμα καλύτερα, αν από το μικρό θερμοκήπιο της πίσω αυλής, εκεί που ο γιατρός μεγάλωνε ντοματίνια και παράξενα λουλούδια και που «κανείς δεν επιτρέπεται να μπει», δεν διακρινόταν η μορφή της μητέρας σου, με τα πόδια ανοιχτά πάνω σε ένα πλαστικό τραπέζι να αναστενάζει πνιχτά κάθε φορά που ο γιατρός έσπρωχνε με δύναμη μέσα της. Η Ξένια, γυρισμένη πλάτη, δεν θα κατάλαβε για πιο λόγο το έβαλες στα πόδια ή ίσως απλώς νόμισε πως δεν σου άρεσε καθόλου εκείνο το φιλί στα χείλη.[5]

——————

Πέταξαν για τον νότο τα χελιδόνια, πέταξες για τον βορρά εσύ· τα δάχτυλά σου, όσο κοιμάσαι και σε ζαβλακώνει η ζέστη στο αμάξι, ενώ παραμένεις λιπόθυμος στο σκονισμένο πάτωμα, σχηματίζουν από μνήμης το τηλέφωνο του πατέρα στο μαγαζί:
«Τι είναι;»
«Τα κόμικς μου, μπαμπά, δεν τα βρίσκω.»
«Κάποιος θα τα μάζεψε. Ρώτα τη μάνα σου. Έχω δουλειά.»
«Δεν βρίσκω πουθενά τον αναπτήρα ή τα τσιγάρα σου, μπαμπά — θα έπρεπε να υπάρχει ένα σφραγισμένο πακέτο 22 Μπλε στο πρώτο συρτάρι της κουζίνας μαζί μ’ έναν αναπτήρα Μπικ. Κι οι ελιές θέλουν κλάδεμα, η εξώπορτα λάδωμα, το καντήλι του παππού και της γιαγιάς είναι σβηστό και στο μνήμα φύτρωσαν ξερόχορτα», κάνεις μια παύση· θες να του πεις για τη μητέρα και τον γιατρό μα λες: «καφέ να φέρεις, τελειώνει, όταν ξυπνήσω το πρωί θα βάλεις λίγο στο γάλα μου κατευθείαν απ’ το μπρίκι και πίνοντας θα περιμένουμε τον ήλιο ν’ σηκωθεί πίσω από τους λόφους, θα ανάψεις τσιγάρο, θα μου λες πόσες δουλειές σε περιμένουν στο μαγαζί», κι άλλη παύση· «να γυρίσεις νωρίς απόψε, μπαμπά».[6]

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: