Θαλής Ρητορίδης (1916-1983): Ο λησμονημένος ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Νέα Φύλλα» (1937)

Θαλής Ρητορίδης (1916-1983): Ο λησμονημένος ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Νέα Φύλλα» (1937)


Παρό­τι κα­τα­πιά­στη­κε με ένα ευ­ρύ φά­σμα από ερευ­νη­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα και καλ­λι­τε­χνι­κές ενα­σχο­λή­σεις, ο ποι­η­τής, δη­μο­σιο­γρά­φος, μου­σι­κός, εκ­δό­της και κρι­τι­κός, με σπου­δές στη φι­λο­σο­φία και την ια­τρι­κή, Θα­λής Ρη­το­ρί­δης (1916-1983), πα­ρα­μέ­νει ώς και σή­με­ρα λη­σμο­νη­μέ­νος στη χο­ρεία εκεί­νη των αφα­νών και ελάσ­σο­νων λο­γο­τε­χνών, στους οποί­ους η φι­λο­λο­γι­κή κρι­τι­κή έχει γυ­ρί­σει επι­δει­κτι­κά την πλά­τη. Πι­στός θια­σώ­της της τέ­χνης και γεν­ναιό­δω­ρος προς το κοι­νό του, στο οποίο πρό­σφε­ρε πλή­θος ποι­η­τι­κών συλ­λο­γών και δο­κι­μί­ων, συ­νερ­γά­στη­κε με ση­μα­ντι­κές εφη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά του 20ού αιώ­να, κά­ποιων εκ των οποί­ων διε­τέ­λε­σε και διευ­θυ­ντής (Έθνος [Φλώ­ρι­νας] [1931], Νέα Φύλ­λα [1937], Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα Νέα [1946], Βω­μός Τέ­χνης [Ρώ­μης] [1979-1983]). Ωστό­σο, η συ­νε­πής πα­ρου­σία του στους κόλ­πους των γραμ­μά­των και των τε­χνών πέ­ρα­σε σχε­δόν απα­ρα­τή­ρη­τη από την κρι­τι­κή, με απο­τέ­λε­σμα η πο­λυ­σχι­δής προ­σω­πι­κό­τη­τά του και το πλού­σιο έρ­γο του να πα­ρα­μέ­νουν ακό­μα στην αφά­νεια. Πρώ­τος ο Νί­κος Σι­γά­λας στη με­λέ­τη του για το υπερ­ρε­α­λι­στι­κό κί­νη­μα εντό­πι­σε το ερευ­νη­τι­κό κε­νό, ανα­φε­ρό­με­νος στο πε­ριο­δι­κό Νέα Φύλ­λα (1937): «Εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού εί­ναι ο Θα­λής Ρη­το­ρί­δης για τον οποίο λί­γα εί­ναι γνω­στά […] Η πε­ρί­πτω­ση του Ρη­το­ρί­δη έχει εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς το άτο­μό του πε­ρι­βάλ­λε­ται από σιω­πή (σ. 120-121).»[1]
Στο πλαί­σιο αυ­τό, σκο­πός του πα­ρό­ντος κει­μέ­νου εί­ναι να πα­ρου­σιά­σει συ­νο­πτι­κά πλη­ρο­φο­ρί­ες για τη ζωή και το έρ­γο του Ρη­το­ρί­δη, όπως αυ­τές προ­έ­κυ­ψαν από πρω­το­γε­νή έρευ­να σε αρ­χεία και στον Τύ­πο της επο­χής. Ο Θα­λής Ρη­το­ρί­δης, λοι­πόν, γεν­νή­θη­κε στην Αν­δρια­νού­πο­λη της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης της τό­τε Οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, σύμ­φω­να με τις πη­γές στα 1916, χω­ρίς ωστό­σο να απο­κλεί­ου­με την πι­θα­νό­τη­τα να έχει γεν­νη­θεί νω­ρί­τε­ρα. Αν και όλες οι πη­γές υπο­δει­κνύ­ουν ομό­φω­να ως χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σής του το 1916,[2] η πο­λύ πρώ­ι­μη εμ­φά­νι­σή του στα γράμ­μα­τα με πο­νή­μα­τα που προ­ϋ­πο­θέ­τουν συγ­γρα­φι­κή ωρι­μό­τη­τα και διεισ­δυ­τι­κό έλεγ­χο του κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού γί­γνε­σθαι, μας οδή­γη­σε σε υπο­θέ­σεις ότι μπο­ρεί να πρό­κει­ται για με­τα­χρο­νο­λό­γη­ση.
Ο Θα­λής ήταν γιος του αρ­χί­α­τρου Ξε­νο­φώ­ντα και της Ελέ­νης Ρη­το­ρί­δη, ο μι­κρό­τε­ρος από τα τέσ­σε­ρα αδέλ­φια της οι­κο­γέ­νειας, τον μα­έ­στρο Άγ­γε­λο, τον για­τρό Χα­ρί­λαο και τον Στέ­φα­νο. Σύσ­σω­μη η οι­κο­γέ­νεια θα πρέ­πει να εγκα­τέ­λει­ψε την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη λό­γω των ελ­λη­νο­τουρ­κι­κών διε­νέ­ξε­ων και των συ­να­κό­λου­θων με­τα­κι­νή­σε­ων πλη­θυ­σμών και να εγκα­τα­στά­θη­κε στη Φλώ­ρι­να, πριν από τον Δε­κέμ­βρη του 1923, όπο­τε βρί­σκε­ται ήδη κοι­νω­νι­κά δι­κτυω­μέ­νη στην πε­ριο­χή, εφό­σον το όνο­μα του Ξε­νο­φώ­ντα Ρη­το­ρί­δη κα­τα­γρά­φε­ται στον συν­δυα­σμό των υπο­ψή­φιων βου­λευ­τών των Φι­λε­λεύ­θε­ρων της Φλώ­ρι­νας,[3] κόμ­μα το οποίο φαί­νε­ται πως θα στη­ρί­ξει αρ­γό­τε­ρα και ο Θα­λής.[4]
Στη Φλώ­ρι­να ο Θα­λής Ρη­το­ρί­δης περ­νά τα παι­δι­κά και σχο­λι­κά του χρό­νια και εί­ναι εκεί που γρά­φει τα πρώ­τα του ποι­ή­μα­τα, συ­νά­πτει τις πρώ­τες του συ­νερ­γα­σί­ες με το­πι­κές εφη­με­ρί­δες και εκ­δί­δει τις πρώ­τες συλ­λο­γές του. Ωστό­σο, οι διε­νέ­ξεις με το εκ­παι­δευ­τι­κό προ­σω­πι­κό του σχο­λεί­ου του τον ανα­γκά­ζουν να ολο­κλη­ρώ­σει τις εγκύ­κλιες σπου­δές του στο Γυ­μνά­σιο του Σου­φλί­ου, κο­ντά στον συ­νο­νό­μα­το ξά­δελ­φο του και ποι­η­τή Κώ­στα Θρα­κιώ­τη (1909-1994) ή κα­τά κό­σμον Θα­λή Προ­δρό­μου. Ο ήδη ενταγ­μέ­νος στους λο­γο­τε­χνι­κούς κόλ­πους Κ. Θρα­κιώ­της και διευ­θυ­ντής του μα­θη­τι­κού πε­ριο­δι­κού Έβρος πι­θα­νόν να εί­ναι αυ­τός που μύ­η­σε στα μο­νο­πά­τια της ποί­η­σης τον αγα­λού­χη­το ακό­μα Ρη­το­ρί­δη.
Στο με­τα­ξύ θα πρέ­πει να έχει προη­γη­θεί κι ένα πέ­ρα­σμα του Ρη­το­ρί­δη από το αμε­ρι­κα­νι­κό κολ­λέ­γιο «Ανα­τό­λια» της Θεσ­σα­λο­νί­κης, αφού δύο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα εί­χε απευ­θύ­νει στο «αγα­πη­μέ­νο [τ]ου σκο­λειό» μια δι­θυ­ραμ­βι­κή αφιέ­ρω­ση.[5] Στη φοί­τη­σή του στο σχο­λείο αυ­τό χρω­στά την εξοι­κεί­ω­σή του με την αγ­γλι­κή γλώσ­σα και την επα­φή του με τη μου­σι­κή και το βιο­λί. Στο αρ­χείο του κολ­λε­γί­ου βρί­σκο­νται τό­σο φω­το­γρα­φί­ες του Ρη­το­ρί­δη ως μέ­λους της χο­ρω­δί­ας όσο και νε­α­νι­κές δη­μο­σιεύ­σεις στο πε­ριο­δι­κό του σχο­λεί­ου, που κυ­κλο­φο­ρεί με πρω­το­βου­λία των μα­θη­τών του, με τί­τλο The echo of our school.[6]


 



H χορωδία του «Ανατόλια» το έτος 1931. Ο Θαλής Ρητορίδης βρίσκεται στην πίσω σειρά,  πρώτος από αριστερά. © Έφοροι του Κολλεγίου Ανατόλια. Με ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Αρχείο του Κολλεγίου Ανατόλια
H χορωδία του «Ανατόλια» το έτος 1931. Ο Θαλής Ρητορίδης βρίσκεται στην πίσω σειρά, πρώτος από αριστερά. © Έφοροι του Κολλεγίου Ανατόλια. Με ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Αρχείο του Κολλεγίου Ανατόλια


Στα 1930 κα­τα­γρά­φε­ται η πρώ­τη δη­μό­σια απο-στρο­φή του Ρη­το­ρί­δη στο φι­λο­μα­θές κοι­νό, με ένα πρω­τό­λειο ποί­η­μα ερω­τι­κής ευό­δω­σης, τον «Κρυ­φό Έρω­τα» στον Τα­χυ­δρό­μο Εδέσ­σης που απο­τε­λεί και τη μο­να­δι­κή εμ­φά­νι­σή του στο εν λό­γω έντυ­πο και την πρώ­τη σύν­δε­σή του με την πό­λη της Έδεσ­σας, στην οποία θα με­τα­κο­μί­σουν οι­κο­γε­νεια­κά πε­ρί τα 1933.[7] Τη δη­μο­σί­ευ­ση αυ­τή θα ακο­λου­θή­σει πλη­θώ­ρα συ­νερ­γα­σιών, αραιό­τε­ρων και τα­κτι­κό­τε­ρων, με έντυ­πα της Φλώ­ρι­νας (Έθνος, Μα­κε­δο­νι­κή) και της Έδεσ­σας (Εμπρός, Ελεύ­θε­ρος Λα­ός, Τα­χυ­δρό­μος, Φω­νή του Λα­ού), όπου δια­κι­νεί τις δη­μιουρ­γί­ες του και ανα­λαμ­βά­νει λο­γο­τε­χνι­κές και κρι­τι­κές στή­λες, υπο­γρά­φο­ντας τα κεί­με­νά του εί­τε με το πραγ­μα­τι­κό του όνο­μα, εί­τε με τα αρ­χι­κά του ονο­μα­τε­πώ­νυ­μού του (Θ.Ρ. ή θ.ρ.), εί­τε με κά­ποιο από τα ψευ­δώ­νυ­μά του (Θά­λης Άν­θης, Ση­δι­ρω­τήρ, Απαί­σιος, Μα­ρί­κα Βε­γλί­δου, Φί­λη­βος). Με τον τρό­πο αυ­τό, η πα­ρου­σία του συγ­γρα­φέα στον Τύ­πο κα­θί­στα­ται αδιά­λει­πτη, σε ση­μείο που από την πέ­να του δι­υ­λί­ζο­νται τα μεί­ζο­να και τα ελάσ­σο­να της πνευ­μα­τι­κής και καλ­λι­τε­χνι­κής ζω­ής της πε­ριο­χής.

«Ο ποι­η­τής Θα­λής Ρη­το­ρί­δης», εφ. «Μα­κε­δο­νι­κή»

Μέ­σα από τα έντυ­πα, με τα οποία συ­νερ­γά­ζε­ται, προ­ω­θού­νται τα πρώ­τα εκ­δο­μέ­να έρ­γα του. Οι πο­λυά­ριθ­μες δη­μο­σιεύ­σεις ποι­η­μά­των, εί­τε αντλη­μέ­νων από τις νε­α­νι­κές του λη­σμο­νη­μέ­νες ή χα­μέ­νες σή­με­ρα ποι­η­τι­κές του συλ­λο­γές εί­τε εκ των υστέ­ρων εν­σω­μα­τω­μέ­νων σε αυ­τές, κα­τέ­λη­ξαν να απο­τε­λούν πολ­λές φο­ρές τον μο­να­δι­κό δια­σω­θέ­ντα μάρ­τυ­ρα της ύπαρ­ξής τους. Από την άλ­λη, η δια­σω­θεί­σα πε­ζο­γρα­φι­κή του πα­ρα­γω­γή εί­ναι σα­φώς μι­κρό­τε­ρη και λι­γό­τε­ρο ση­μα­ντι­κή.[8] Χά­ρη στην πο­λυ­ε­τή δη­μο­σιο­γρα­φι­κή ενα­σχό­λη­ση, το συ­νο­λι­κό συγ­γρα­φι­κό του corpus πε­ρι­λαμ­βά­νει και άλ­λα εί­δη κει­μέ­νων, με ίσως ισχνό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κές αξιώ­σεις, όπως το δο­κί­μιο και το χρο­νο­γρά­φη­μα.[9]
Πα­ράλ­λη­λα, πλού­σια εί­ναι και η συ­γκο­μι­δή των τε­χνο­κρι­τι­κών του Ρη­το­ρί­δη που αφο­ρούν κυ­ρί­ως τη λο­γο­τε­χνία, τη μου­σι­κή και το θέ­α­τρο, οι οποί­ες δια­τρα­νώ­νουν όχι μό­νο την εξοι­κεί­ω­ση του συγ­γρα­φέα με τα καλ­λι­τε­χνι­κά τε­κται­νό­με­να της επο­χής αλ­λά και τις φι­λι­κές συ­να­δελ­φι­κές σχέ­σεις με τους ομο­τέ­χνους του, ενώ συ­νά­μα ανα­δει­κνύ­ουν την κρι­τι­κή του ικα­νό­τη­τα να ανα­γνω­ρί­ζει τις αξιό­λο­γες ποι­η­τι­κές και πε­ζο­γρα­φι­κές φω­νές. Οι κρι­τι­κές με­λέ­τες του απο­τί­ουν φό­ρο τι­μής και σε πα­λαιό­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες, επι­κε­ντρώ­νο­νται όμως πε­ρισ­σό­τε­ρο στους «νέ­ους», τους τό­τε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους δη­λα­δή λο­γο­τέ­χνες, για τους οποί­ους επι­φυ­λάσ­σει θερ­μές κρι­τι­κές δε­ξιώ­σεις, κυ­ρί­ως μέ­σα από τη στή­λη «Γύ­ρω απ’ τους Νέ­ους μας» στις εφη­με­ρί­δες Μα­κε­δο­νι­κή και Έθνος της Φλώ­ρι­νας. Με τους λο­γο­τέ­χνες αυ­τούς ο Ρη­το­ρί­δης συν­δια­λέ­γε­ται καλ­λι­τε­χνι­κά, αφο­μοιώ­νο­ντας δη­μιουρ­γι­κά τα δι­δάγ­μα­τά τους και ανα­πτύσ­σο­ντας εκλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες μα­ζί τους, ενώ τους πε­ρισ­σό­τε­ρους δη­λώ­νει πως τους γνω­ρί­ζει προ­σω­πι­κά. Πρό­κει­ται για τους Λ. Πορ­φύ­ρα, Ι. Γρυ­πά­ρη, Στ. Μυ­ρι­βή­λη, Α. Μαγ­γα­νά­ρη, Γ. Θε­ο­το­κά, Γ. Κο­τζιού­λα, Α. Τερ­ζά­κη, Ντ. Νίκ­βα, Κ. Θρα­κιώ­τη, Π. Ιω­αν­νί­δη, Π. Τα­γκό­που­λο, Μ. Πο­λυ­δού­ρη, Η. Μάλ­λω­ση και Π. Σπαν­δω­νί­δη.[10]

Την ίδια πε­ρί­ο­δο η καλ­λι­τε­χνι­κή και πνευ­μα­τι­κή υπό­στα­ση του Ρη­το­ρί­δη γί­νε­ται γνω­στή στο κοι­νό της Φλώ­ρι­νας και της Έδεσ­σας μέ­σω των μου­σι­κών recitals και των δια­λέ­ξε­ών του για τη λο­γο­τε­χνία και την πο­λι­τι­κή.[11] Μά­λι­στα, η με­γά­λη επι­τυ­χία διά­λε­ξής του στη Φλώ­ρι­να οδή­γη­σε στην κα­θιέ­ρω­ση σει­ράς επι­στη­μο­νι­κών δια­λέ­ξε­ων στην πό­λη με από­φα­ση του Νο­μάρ­χη που πα­ρευ­ρέ­θη­κε και δή­λω­σε τη στή­ρι­ξή του στους δια­νο­ού­με­νους της πε­ριο­χής.[12]
Ως προς την εκ­δο­τι­κή πα­ρα­γω­γή του Ρη­το­ρί­δη, η γνω­στή μό­νο από τις σπο­ρα­δι­κές ανα­δη­μο­σιεύ­σεις απο­σπα­σμά­των της στον Τύ­πο ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Φι­λη­βι­κά. Λυ­ρι­κά χρώ­μα­τα-Πρό­ζες κυ­κλο­φο­ρεί τον Ια­νουά­ριο του 1933 με το ψευ­δώ­νυ­μο του ποι­η­τή Θά­λη Άν­θη και απο­τε­λεί τε­λι­κά την πρώ­τη εκ­δο­τι­κή εμ­φά­νι­σή του στους κόλ­πους των γραμ­μά­των, με­τά την ανε­πι­τυ­χή εκ­δο­τι­κή από­πει­ρα των Πρώ­των Σκιρ­τη­μά­των.
Το επό­με­νο εκ­δο­μέ­νο έρ­γο του Ρη­το­ρί­δη, Τα κοι­νω­νι­κά ρεύ­μα­τα και η επί­δρα­σή τους στη με­τα­πο­λε­μι­κή λο­γο­τε­χνία (1934), απο­τε­λεί πι­θα­νό­τα­τα καρ­πό των δια­λέ­ξε­ών του στην Έδεσ­σα και τη Φλώ­ρι­να την ίδια χρο­νιά. Στην εν λό­γω μαρ­ξι­στι­κή με­λέ­τη ο συγ­γρα­φέ­ας δια­κρί­νει την «αστι­κή» και τη «νό­θα με­σο­α­στι­κή» από την «επα­να­στα­τι­κή τέ­χνη» και κα­τα­τάσ­σει την αι­σθη­τι­κή της ποιό­τη­τα τής τε­λευ­ταί­ας στο ύψι­στο ση­μείο της καλ­λι­τε­χνι­κής τι­μής.[13] Η μύ­η­σή του στη μαρ­ξι­στι­κή κρι­τι­κή πι­θα­νόν να σχε­τί­ζε­ται με τη μαρ­τυ­ρού­με­νη επι­κοι­νω­νία του στα 1933 με τον ει­ση­γη­τή της μαρ­ξι­στι­κής κρι­τι­κής στην Ελ­λά­δα Νι­κό­λα Κά­λας. Σε επι­στο­λή του μά­λι­στα, ο Ρη­το­ρί­δης δη­λώ­νει ανοι­χτά ότι ανή­κει και αυ­τός στο στρα­τό­πε­δό του Κά­λας, προ­δί­δο­ντας προ­φα­νώς τη συ­μπό­ρευ­σή του με τη μαρ­ξι­στι­κή ιδε­ο­λο­γία («Άλ­λω­στε και ‘γω ανή­κω στο στρα­τό­πε­δό σας»).[14]

περ. «Μορ­φές» 1936

Στα 1937 η οι­κο­γέ­νεια Ρη­το­ρί­δη με­τα­κο­μί­ζει από την Έδεσ­σα στην Αθή­να και συ­γκε­κρι­μέ­να στην πε­ριο­χή του Ψυ­χι­κού, με τον Θα­λή να κου­βα­λά στις απο­σκευ­ές του ένα βιο­γρα­φι­κό πλού­σιο σε δη­μο­σιεύ­σεις, βι­βλία, δια­λέ­ξεις και τι­μη­τι­κές δια­κρί­σεις. Εκεί θα σπου­δά­σει Φι­λο­σο­φία και Πο­λι­τι­κές Επι­στή­μες στο Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών και θα μα­θη­τεύ­σει δί­πλα σε ση­μα­ντι­κούς κα­θη­γη­τές, όπως ο φι­λό­σο­φος και πο­λι­τι­κός Κων­στα­ντί­νος Τσά­τσος. Καρ­πός των σπου­δών του στη φι­λο­σο­φία εί­ναι το Δο­κί­μιο γε­νι­κής ει­σα­γω­γής στην ιστο­ρία της φι­λο­σο­φί­ας (Ρο­δά­κη, 1937), ενώ ο αντί­κτυ­πος της θη­τεί­ας του στα φι­λο­σο­φι­κά δι­δάγ­μα­τα αντι­κα­το­πτρί­ζε­ται στο με­τα­γε­νέ­στε­ρο ποι­η­τι­κό έρ­γο. Το δο­κι­μια­κό αυ­τό πό­νη­μα, όπως και τα Κοι­νω­νι­κά Ρεύ­μα­τα (1934), προ­δί­δουν τον ευ­σε­βή πό­θο του Ρη­το­ρί­δη να αφή­σει πί­σω του θε­με­λια­κά έρ­γα υπο­δο­μής, που ελέγ­χουν με­γά­λου θε­μα­τι­κού και χρο­νο­λο­γι­κού εύ­ρους πε­δία. Η ποι­η­τι­κή εκ­δο­τι­κή του πα­ρα­γω­γή θα ανα­νε­ω­θεί με την κυ­κλο­φο­ρία των Μου­σι­κών Πε­ρι­πά­των, που γρά­φο­νται στα 1934-1935, θα κυ­κλο­φο­ρή­σουν όμως με­τά τη σύ­να­ψη εκ­δο­τι­κής συ­νερ­γα­σί­ας με τον αθη­ναϊ­κό οί­κο Ρο­δά­κη.[15]

Όπως ήταν ανα­με­νό­με­νο, ο λο­γο­τε­χνι­κός κύ­κλος του Ρη­το­ρί­δη, με­τά τη με­τά­βα­ση στην Αθή­να, διευ­ρύ­νε­ται με άλ­λα με­γά­λα ονό­μα­τα της σύγ­χρο­νης ποι­η­τι­κής σκη­νής, που τυγ­χά­νει να απο­τε­λούν τους κύ­ριους δια­κό­νους του τό­τε νε­ό­τευ­κτου ελ­λη­νι­κού υπερ­ρε­α­λι­σμού. Μι­λά­με βέ­βαια για τον Αν­δρέα Εμπει­ρί­κο και τον Νι­κό­λα Κά­λας, με τους οποί­ους συ­νερ­γά­ζε­ται για την έκ­δο­ση του πε­ριο­δι­κού τα Νέα Φύλ­λα (1937). Σε μια πε­ρί­ο­δο, κα­τά την οποία οι εκ­πρό­σω­ποι του υπερ­ρε­α­λι­σμού επι­διώ­κουν τη με­τα­κέ­νω­σή του στην Ελ­λά­δα και ανα­ζη­τούν μια δί­ο­δο επι­κοι­νω­νί­ας της και­νό­τρο­πης γρα­φής τους, γνω­ρί­ζο­ντας τον κε­ντρι­κό ρό­λο που δια­δρα­μά­τι­σαν τα πε­ριο­δι­κά Le Revolution Surrealiste (1924-1929) και Le Surrealisme au service de la Revolution (1930-1933) στην έκ­φρα­ση των θέ­σε­ων της γαλ­λι­κής εκ­δο­χής του κι­νή­μα­τος, βρί­σκουν τε­λι­κά, έστω και προ­σω­ρι­νά, το πο­λυ­πό­θη­το κα­τα­φύ­γιό τους στα δύο τε­λευ­ταία τεύ­χη των Νέ­ων Φύλ­λων. Το βρα­χύ­βιο αυ­τό πε­ριο­δι­κό θα συ­μπλη­ρώ­σει έτσι το εκ­δο­τι­κό κε­νό του υπερ­ρε­α­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος, το οποίο, αν και εί­χε προ­κα­λέ­σει ιδιαί­τε­ρη αί­σθη­ση στο φι­λο­μα­θές κοι­νό, δεν διέ­θε­τε το μέ­σο, για να δια­τυ­πώ­σει επί­ση­μα τις θέ­σεις του και να επι­λύ­σει τις πα­ρα­νο­ή­σεις και τις πα­ρα­να­γνώ­σεις που γεν­νή­θη­καν άμα τη εμ­φα­νί­σει του. Και εδώ ίσως έγκει­ται η με­γα­λύ­τε­ρη συμ­βο­λή του Ρη­το­ρί­δη στα ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα, η συ­νει­σφο­ρά του δη­λα­δή στη γραμ­μα­το­λο­γι­κή αυ­το­γε­νε­α­λό­γη­ση του υπερ­ρε­α­λι­σμού, μια συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νη και προ­γραμ­μα­τι­κά ει­λημ­μέ­νη πρω­το­βου­λία ενός συ­στη­μα­τι­κού με­λε­τη­τή του λο­γο­τε­χνι­κού γί­γνε­σθαι, με αντα­να­κλα­στι­κά ικα­νά να αντα­πο­κρι­θούν στο δια­τρα­νω­μέ­νο αί­τη­μα της εκ­προ­σώ­πη­σης του νέ­ου καλ­λι­τε­χνι­κού κι­νή­μα­τος στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο.
Τα Νέα Φύλ­λα όμως ολο­κλή­ρω­σαν απροει­δο­ποί­η­τα τη βρα­χύ­βια πα­ρου­σία τους με το τεύ­χος του Απρι­λί­ου του 1937 να εί­ναι το τε­λευ­ταίο, ενώ εί­χε ήδη προ­α­ναγ­γελ­θεί στο τρί­το τεύ­χος τους (Μάρ­τιος 1937) η κυ­κλο­φο­ρία του αφιε­ρω­μα­τι­κού στον υπερ­ρε­α­λι­σμό πέμ­πτου τεύ­χους, με σκο­πό να συ­ντε­λέ­σει στην επι­τυ­χία του κι­νή­μα­τος και να προ­σφέ­ρει μια θε­τι­κή συμ­βο­λή στην απο­τί­μη­σή του (σ. 63). Ωστό­σο, από τις πα­ρα­σκη­νια­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες των επι­στο­λών του Ρη­το­ρί­δη στον Κά­λας, πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ότι ο εκ­δό­της ανα­γκά­στη­κε να δια­κό­ψει την κυ­κλο­φο­ρία του εντύ­που για οι­κο­νο­μι­κούς λό­γους.[16]

Τον Φε­βρουά­ριο του 1938 ο Θα­λής Ρη­το­ρί­δης στη­ρί­ζει την τε­λευ­ταία προ­σπά­θεια των θια­σω­τών του ελ­λη­νι­κού υπερ­ρε­α­λι­σμού να θε­με­λιώ­σουν το κί­νη­μα, μέ­σα από την εκ­δο­τι­κή από­πει­ρα συ­σπεί­ρω­σης γύ­ρω από τον τό­μο Υπε­ρε­α­λι­σμός Α΄ των εκ­δό­σε­ων Γκο­βό­στη. Ο Ρη­το­ρί­δης συμ­με­τέ­χει στον τό­μο με­τα­φρά­ζο­ντας κεί­με­να του G. Hugnet και του G. Rosey και αναγ­γέλ­λο­ντας την υπερ­ρε­α­λι­στι­κή του συλ­λο­γή Δο­ρυά­λω­τοι Πύρ­γοι, η οποία δεν βρέ­θη­κε. Με­τά τη δια­κο­πή της κυ­κλο­φο­ρί­ας του τό­μου και το τέ­λος των υπερ­ρε­α­λι­στι­κών προ­σπα­θειών γε­νι­κό­τε­ρα, ολο­κλη­ρώ­νε­ται η θη­τεία του στο κί­νη­μα και δεν τεκ­μη­ριώ­νε­ται άλ­λη ανα­φο­ρά στο υπερ­ρε­α­λι­στι­κό πα­ρελ­θόν του.
Οι πε­ρί­ο­δοι της Κα­το­χής (1941-1944) και του Εμ­φυ­λί­ου (1946-1949) θα απο­τε­λέ­σουν για τον Θα­λή Ρη­το­ρί­δη ένα διά­στη­μα επί­πο­νης ανα­μέ­τρη­σης με τις ψυ­χι­κές αντο­χές και τα ιδε­ο­λο­γι­κά του πι­στεύω. Το πρώ­το πλήγ­μα που θα τα­ρά­ξει τον ψυ­χι­σμό του εί­ναι ο θά­να­τος του αγα­πη­μέ­νου του πα­τέ­ρα.[17] Το επό­με­νο χτύ­πη­μα θα έρ­θει με τη σύλ­λη­ψή του, κα­τά τη διάρ­κεια της τε­λευ­ταί­ας μέ­ρας των Δε­κεμ­βρια­νών (11.1.1945), και την εκτέ­λε­ση του αγα­πη­μέ­νου του αδελ­φού Χα­ρί­λα­ου. Χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με την ακρι­βή αι­τία της δί­ω­ξης των δύο αδελ­φών, εκτι­μά­με ότι, με­σού­σης της εμ­φύ­λιας δια­μά­χης, οι λό­γοι θα πρέ­πει σα­φώς να εί­ναι πο­λι­τι­κοί. Στην πε­ρί­πτω­ση του Θα­λή, η αι­τία θα πρέ­πει να ανα­ζη­τη­θεί στα κλυ­δω­νι­σμέ­να ιδε­ο­λο­γι­κά του φρο­νή­μα­τα και τις διαρ­κείς αμ­φι­τα­λα­ντεύ­σεις του από το ένα ιδε­ο­λο­γι­κό στρα­τό­πε­δο στο άλ­λο.

Ήδη από τις πρώ­τες του δη­μο­σιεύ­σεις στον Τύ­πο κα­τα­νο­ού­με ότι την πε­ρί­ο­δο της νε­ό­τη­τάς του διά­κει­ται φι­λι­κά προς το σο­σια­λι­στι­κό κί­νη­μα και προ­τεί­νει με πυγ­μή την πρα­κτι­κή εφαρ­μο­γή του στην τέ­χνη και την κοι­νω­νία.[18] Ωστό­σο, κα­τά τη διάρ­κεια του ελ­λη­νι­κού εμ­φυ­λί­ου φαί­νε­ται να έχει ήδη πραγ­μα­το­ποι­ή­σει μια πολ­λών μοι­ρών ιδε­ο­λο­γι­κή με­τα­στρο­φή, περ­νώ­ντας στα όρια της αντί­πε­ρα πο­λι­τι­κής όχθης και πα­ρα­λαμ­βά­νο­ντας την ιδε­ο­λο­γι­κή σκυ­τά­λη των εθνι­κο­πα­τριω­τι­κών φρο­νη­μά­των. Εί­ναι προ­φα­νές λοι­πόν, ότι οι πο­λι­τι­κές διώ­ξεις που υφί­στα­ται στα Δε­κεμ­βρια­νά σχε­τί­ζο­νται με τη νέα ιδε­ο­λο­γι­κή του σκευή κα­θώς και τα σθε­να­ρά πα­τριω­τι­κά και χρι­στια­νι­κά του φρο­νή­μα­τα που υπε­ρα­σπί­ζε­ται με παρ­ρη­σία και πι­θα­νό­τα­τα να συμ­με­ρι­ζό­ταν και ο πρό­ω­ρα χα­μέ­νος αδελ­φός του Χα­ρί­λα­ος.

Την πο­λι­τι­κή αυ­τή με­τα­στρο­φή φω­τί­ζει ο μο­να­δι­κός σω­ζό­με­νος μάρ­τυ­ρας της σκο­τει­νής αυ­τής πε­ριό­δου του συγ­γρα­φέα, που δεν εί­ναι άλ­λος από τις επι­στο­λές του προς στον ιε­ρω­μέ­νο και συγ­γρα­φέα Ευ­λό­γιο Κου­ρί­λα, μία από τις σπου­δαιό­τε­ρες φυ­σιο­γνω­μί­ες του νε­ό­τε­ρου αθω­νι­κού μο­να­χι­σμού, γνω­στός για τα εθνο­φυ­λε­τι­κά του φρο­νή­μα­τα, με υψη­λή μόρ­φω­ση και πλού­σια συγ­γρα­φι­κή συ­γκο­μι­δή, που διε­τέ­λε­σε μη­τρο­πο­λί­της Κο­ρυ­τσάς και με­τά την απο­πο­μπή του από το κα­θε­στώς του Εν­βέρ Χό­τζα δρα­στη­ριο­ποι­ή­θη­κε για την προ­σάρ­τη­ση της Βο­ρεί­ου Ηπεί­ρου στην Ελ­λά­δα. Η γνω­ρι­μία του με τον Ρη­το­ρί­δη χρο­νο­λο­γεί­ται ήδη από τα προ­πο­λε­μι­κά χρό­νια, όταν οι δύο ομοϊ­δε­ά­τες απο­λάμ­βα­ναν φι­λο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους στο Ψυ­χι­κό και συν­δέ­θη­καν στε­νά χά­ρη στη σύ­μπνοια ιδε­ών και το ψυ­χι­κό δέ­σι­μο που τους ένω­νε.[19]

Ευ­λό­γιος Κου­ρί­λας Λαυ­ριώ­της (1880-1961)

Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο αυ­τό που ένω­σε τους δύο άν­δρες ήταν η κοι­νή πο­λι­τι­κή και εθνι­κή δρά­ση, ανα­φο­ρι­κά με το ζή­τη­μα της Βό­ρειας Ηπεί­ρου, που εί­χε στο επί­κε­ντρό της την προ­σάρ­τη­ση της πε­ριο­χής και των ομο­γε­νών της στο ελ­λη­νι­κό κρά­τος, άλ­λο­τε με δι­πλω­μα­τι­κά μέ­σα και άλ­λο­τε με τη με­θό­δευ­ση ένο­πλων συρ­ρά­ξε­ων. Από την πλευ­ρά Ρη­το­ρί­δη αυ­τό που γνω­ρί­ζου­με από τον ίδιο εί­ναι ότι με­θό­δευε ένα πο­λύ κα­λά ορ­γα­νω­μέ­νο σχέ­διο που, αν δεν εί­χε με­σο­λα­βή­σει η πο­λι­τι­κή ανα­τα­ρα­χή των Δε­κεμ­βρια­νών, θα πε­τύ­χαι­νε οπωσ­δή­πο­τε και ο ίδιος θα μπο­ρού­σε να ακο­λου­θή­σει μια έν­δο­ξη πο­λι­τι­κή κα­ριέ­ρα. Η χα­μέ­νη σή­με­ρα συλ­λο­γή του Βή­μα­τα Λευ­τε­ριάς θα πρέ­πει να κα­τα­γρά­φει ποι­η­τι­κά την ορ­γά­νω­ση του πο­λύ­κρο­του σχε­δί­ου και να με­του­σιώ­νει τον πο­λι­τι­κό του ορα­μα­τι­σμό, που ανέ­κο­ψαν βί­αια οι εξε­λί­ξεις του αδελ­φο­κτό­νου πό­λε­μου.[20]
Συ­νε­χί­ζο­ντας την ανταλ­λα­γή επι­στο­λών, το κα­λο­καί­ρι του 1945 ο Ρη­το­ρί­δης ενη­με­ρώ­νει τον Ε. Κου­ρί­λα ότι βρί­σκε­ται στη Χίο υπό την κη­δε­μο­νία του αγ­γλι­κού και αμε­ρι­κα­νι­κού στρα­τού και ορ­γα­νώ­νει τη δια­φυ­γή του στις ΗΠΑ.[21] Αρ­γό­τε­ρα, αφού πέ­ρα­σε από το Τμή­μα Με­τα­γω­γών του Πει­ραιά, βρί­σκε­ται τον Απρί­λιο του 1951 στις στρα­τιω­τι­κές φυ­λα­κές Κο­ζά­νης, ενό­σω εκ­κρε­μεί σε βά­ρος του από­φα­ση από το Στρα­το­δι­κείο, προ­φα­νώς για λό­γους άρ­νη­σης στρά­τευ­σης.[22] Τε­λι­κά ο Ρη­το­ρί­δης δεν λαμ­βά­νει τη βο­ή­θεια του Κου­ρί­λα, ωστό­σο σε λί­γους μή­νες απε­λευ­θε­ρώ­νε­ται και επι­στρέ­φει στην πρω­τεύ­ου­σα, όπου εκ­δί­δει στα 1952 το επό­με­νό του βι­βλίο, λι­βελ­λο­γρά­φη­μα ενα­ντί­ον του σλα­βι­σμού, τον οποίο προ­σλαμ­βά­νει σαν ένα σο­βι­νι­στι­κό συ­γκρό­τη­μα που επι­βου­λεύ­ε­ται τον ελ­λη­νι­σμό, αλ­λά “ευ­τυ­χώς” ητ­τή­θη­κε, κα­τά την τε­λευ­ταία «Σλα­βο­κομ­μου­νι­στι­κή Ανταρ­σία».[23] Ακο­λου­θεί στα 1954 η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Παιά­νες και Νι­κη­τή­ρια, που αναγ­γέλ­λε­ται από το Βή­μα χω­ρίς πε­ρισ­σό­τε­ρες λε­πτο­μέ­ρειες, ήδη όμως από τον τί­τλο μάς με­τα­φέ­ρει τους υψη­λούς τό­νους ενός τε­λέ­σφο­ρου στρα­τιω­τι­κού αγώ­να.[24]
Άγνω­στο το πώς και το πό­τε ακρι­βώς –πά­ντως σί­γου­ρα πριν από το 1956– ο Ρη­το­ρί­δης με­τα­βαί­νει τε­λι­κά στις ΗΠΑ. Η πε­ρί­ο­δος αυ­τή φαί­νε­ται να εί­ναι η πιο αντι-ποι­η­τι­κή του συγ­γρα­φέα, κα­θό­τι αφή­νει στην άκρη τη λο­γο­τε­χνι­κή συγ­γρα­φή και κα­τα­πιά­νε­ται με την πο­λι­τι­κή, τη δη­μο­σιο­γρα­φία και τη μου­σι­κή ως βιο­λι­στής, υπό την καλ­λι­τε­χνι­κή κη­δε­μο­νία του ίδιου του Αμε­ρι­κα­νού προ­έ­δρου John F. Kennedy (1917-1963). Ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη με­τέ­πει­τα στα­διο­δρο­μία του Ρη­το­ρί­δη δια­δρα­μά­τι­σε η εχθρι­κή επί­θε­ση που δέ­χτη­κε με την κα­τα­στρο­φή δε­κά­δων αυ­το­τε­λών δα­κτυ­λο­γρα­φη­μέ­νων χει­ρό­γρα­φων και ενός αυ­θε­ντι­κού βιο­λιού υψη­λής αξί­ας. Με αυ­τό τον άδο­ξο και ατι­μω­τι­κό τρό­πο δύ­ει ορι­στι­κά η κα­ριέ­ρα του ως σο­λί­στα και απο­φα­σί­ζει να ανα­στή­σει τον συγ­γρα­φι­κό ίσκιο που κρύ­βει μέ­σα του, έπει­τα από μια με­γά­λη ποι­η­τι­κή σιω­πή, διάρ­κειας σχε­δόν τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τιών (από τους Μου­σι­κούς Πε­ρι­πά­τους [1938] ώς τον Ποι­η­τή και τον Κό­ρα­κα [1977], με εξαί­ρε­ση τους Παιά­νες και Νι­κη­τή­ρια [1954] που δεν βρέ­θη­καν).

Επό­με­νο σταθ­μό της πε­ρι­πλά­νη­σης και συ­νά­μα τε­λευ­ταία κα­τοι­κία του Θα­λή Ρη­το­ρί­δη θα απο­τε­λέ­σει η Ρώ­μη, όπου ο συγ­γρα­φέ­ας εγκα­θί­στα­ται, πριν από τα 1968, στην οδό Τέρ­νι 38, αγο­ρά­ζει ένα κτή­μα, βιο­πο­ρί­ζε­ται χά­ρη στις αγρο­τι­κές ερ­γα­σί­ες του κτή­μα­τος και κά­νει οι­κο­γέ­νεια. Πα­ντρεύ­ε­ται με την κα­τά τριά­ντα χρό­νια νε­ό­τε­ρή του Ιτα­λί­δα τρο­χο­νό­μο Γκα­μπριέ­λα Αλε­σά­ντρι, για να πά­ρει την άδεια έκ­δο­σης της εφη­με­ρί­δας The Roman Times και απο­κτούν μα­ζί έναν γιο, τον Αλέ­ξαν­δρο Ρη­το­ρί­δη (γένν. 1970). Σύ­ντο­μα όμως θα αρ­χί­σουν τα προ­βλή­μα­τα με τη σύ­ζυ­γο αλ­λά και με την κα­τά δύο χρό­νια νε­ό­τε­ρή του μη­τέ­ρα της. Για τον λό­γο αυ­τό επε­ξερ­γά­ζε­ται το εν­δε­χό­με­νο να εγκα­τα­λεί­ψει τη Ρώ­μη και ανα­ζη­τά μέ­σω του αδελ­φού του, Άγ­γε­λου, ένα κτή­μα στην Ελ­λά­δα, όπου σχε­διά­ζει μά­ταια να ιδρύ­σει ιδιω­τι­κό πα­νε­πι­στή­μιο.[25] Λό­γω οι­κο­νο­μι­κών δυ­σχε­ρειών κα­θυ­στε­ρεί τη με­τε­γκα­τά­στα­ση στην Ελ­λά­δα, ενό­σω οι εν­δο­οι­κο­γε­νεια­κές διε­νέ­ξεις οδη­γού­νται στα άκρα, με σο­βα­ρά επει­σό­δια βί­ας.[26]
Πα­ρά τα οι­κο­γε­νεια­κά προ­βλή­μα­τα, ο Ρη­το­ρί­δης την πε­ρί­ο­δο της δια­σπο­ράς στην Ιτα­λία επα­νέρ­χε­ται δυ­να­μι­κά στην αρέ­να των λο­γο­τε­χνι­κών ενα­σχο­λή­σε­ων, δια­τη­ρώ­ντας εξί­σου υψη­λές βλέ­ψεις, όπως και κα­τά τη νε­α­νι­κή συγ­γρα­φι­κή πε­ρί­ο­δο. Με­τά από πολ­λά χρό­νια λο­γο­τε­χνι­κής σιω­πής, θα προ­σφέ­ρει γεν­ναιό­δω­ρα στο κοι­νό του μια πλη­θώ­ρα ποι­η­τι­κών συν­θέ­σε­ων, εκ­δο­μέ­νων με ρυθ­μούς βιο­μη­χα­νι­κής πα­ρα­γω­γής. Συ­γκε­κρι­μέ­να μι­λά­με για δε­κα­τέσ­σε­ρις ευ­ρε­θεί­σες ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές, ενώ υπάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες για του­λά­χι­στον άλ­λους δε­κα­πέ­ντε τί­τλους, που φαί­νε­ται τε­λι­κά να μην τυ­πώ­θη­καν. Η ικα­νή σε αριθ­μό εν λό­γω συ­γκο­μι­δή δια­κι­νεί­ται στο ανα­γνω­στι­κό κοι­νό μέ­σα από τον εκ­δο­τι­κό οί­κο του ίδιου του Ρη­το­ρί­δη, «Ξε­νη­τευ­μέ­νη Ελ­λά­δα» (1977-1980) και αρ­γό­τε­ρα «Βω­μός Τέ­χνης» (1980-1983), που τυ­πώ­νει τα προ­ϊ­ό­ντα του σε τυ­πο­γρα­φείο της Θεσ­σα­λο­νί­κης, χά­ρη στην πο­λύ­τι­μη συ­νει­σφο­ρά του νε­α­νι­κού φί­λου του Ρη­το­ρί­δη, Τά­κη Γκο­σιό­που­λου.[27] Φαί­νε­ται μά­λι­στα πως θα εξέ­δι­δε ακό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρα, αν οι οι­κο­νο­μι­κοί πό­ροι τού το επέ­τρε­παν, αν ίσως εγκρι­νό­ταν το αί­τη­μα συ­ντα­ξιο­δό­τη­σης από το ελ­λη­νι­κό κρά­τος ή το τρα­πε­ζι­κό αγρο­τι­κό δά­νειο που τό­σο επί­μο­να επι­ζη­τού­σε.
Ωστό­σο, η αδιά­κο­πη συγ­γρα­φή και έκ­δο­ση ποι­η­τι­κών συλ­λο­γών την πε­ρί­ο­δο αυ­τή, του στοι­χί­ζει σε προ­χει­ρο­λο­γία και σε επα­να­λή­ψεις τό­σο θε­μα­τι­κές όσο και τε­χνο­τρο­πι­κές. Η δια­κα­ής ανά­γκη του να συ­μπε­ρι­λά­βει δια­χρο­νι­κά και αναλ­λοί­ω­τα μη­νύ­μα­τα αφή­νει το έρ­γο του εκτε­θει­μέ­νο σε συν­θη­μα­το­λο­γί­ες και κα­ταγ­γελ­τι­κά πα­ρα­λη­ρή­μα­τα που υπο­βαθ­μί­ζουν το αι­σθη­τι­κό απο­τέ­λε­σμα. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, όλα τα ποι­η­τι­κά του όπλα επι­στρα­τεύ­ο­νται στον αγώ­να να πεί­σουν για την ανω­τε­ρό­τη­τα του ρό­λου του ποι­η­τή στην κοι­νω­νία, με την άκρα­τη με­γα­λο­μα­νία του να εί­ναι τε­λι­κά αυ­τή που θα υπο­σκε­λί­σει τη φυ­σι­κή εξέ­λι­ξη της γνή­σιας λυ­ρι­κής φω­νής του.
Πα­ράλ­λη­λα, ο Ρη­το­ρί­δης ιδρύ­ει στη Ρώ­μη το τε­λευ­ταίο του έντυ­πο, τη Δί­μη­νη Επι­θε­ώ­ρη­ση Ποί­η­σης και Κρι­τι­κής, τον Βω­μό Τέ­χνης (1979-1983), που πα­ρα­κο­λου­θεί τις λο­γο­τε­χνι­κές εξε­λί­ξεις της πα­τρί­δας του και συγ­χρό­νως γνω­στο­ποιεί και συ­στή­νει τα συγ­γρα­φι­κά του προ­ϊ­ό­ντα, με αναγ­γε­λί­ες, βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις και κρι­τι­κές με­λέ­τες συ­νερ­γα­τών. Το πε­ριο­δι­κό αυ­τό, πα­ρό­τι δια­τη­ρεί στε­νές σχέ­σεις με το ελ­λη­νι­κό κρά­τος και τη λο­γο­τε­χνία του, εν τού­τοις περ­νά απα­ρα­τή­ρη­το.
Γύ­ρω από τον Βω­μό Τέ­χνης και τον όψι­μα ανα­στη­μέ­νο ποι­η­τή, συ­σπει­ρώ­νε­ται γρή­γο­ρα ένας πνευ­μα­τι­κός και καλ­λι­τε­χνι­κός κύ­κλος ελάσ­σο­νων λο­γο­τε­χνών και λο­γί­ων, που δρα εκτός του οριο­θε­τη­μέ­νου πλαι­σί­ου των κρα­ταιών, κα­νο­νι­κο­ποι­η­μέ­νων και γραμ­μα­το­λο­γι­κά πα­γιω­μέ­νων ποι­η­τι­κών ομά­δων. Ει­δι­κό­τε­ρα, εντός των τει­χών της συμ­μα­χί­ας του Ρη­το­ρί­δη βρί­σκο­νται οι Λι­λή Ια­κω­βί­δου (1902-1985), Φοί­βος Δέλ­φης (1909-1988), Ντί­νος Βλα­χο­γιάν­νης (1910-1998), Αντώ­νης Τσα­κι­ρό­που­λος (γένν. 1917), Μή­τσος Ν. Τσιά­μης (1919-2008), Γιάν­νης Κα­ρα­βί­δας (1934-2019), Κώ­στας Μιχ. Στα­μά­της (1935-2020), Πα­ντε­λής Π. Οι­κο­νό­μου, Δα­νάη Γ. Πα­πα­στρά­του, Γιώρ­γος Βρέλ­λης. Οι λό­γιοι αυ­τοί συ­νερ­γά­ζο­νται με τον Βω­μό Τέ­χνης και αντα­πο­κρί­νο­νται θε­τι­κά στην πρό­τα­ση του Ρη­το­ρί­δη να με­λε­τή­σουν και να γρά­ψουν κρι­τι­κά κεί­με­να για το έρ­γο του, τα οποία σκό­πευε να τα με­τα­φρά­σει σε άλ­λες γλώσ­σες, για να τα δια­κι­νή­σει στη διε­θνή αγο­ρά. Την εκτί­μη­σή του φαί­νε­ται να χαί­ρουν ακό­μα η Ρί­τα Μπού­μη-Πα­πά (1906-1984), πα­ρά τις δια­φω­νί­ες του με τον σύ­ζυ­γό της, Νί­κο Πα­πά (1906-1997), αλ­λά και ο Γιώρ­γος Βα­φό­που­λος (1903-1966), για τους οποί­ους επι­φυ­λάσ­σει και σχε­τι­κά αφιε­ρώ­μα­τα στο πε­ριο­δι­κό.[28]
Από την άλ­λη, στο αντί­μα­χο καλ­λι­τε­χνι­κό στρα­τό­πε­δο ο Θα­λής Ρη­το­ρί­δης φαί­νε­ται πως έχει δια­κό­ψει με δυ­σά­ρε­στο τρό­πο τις φι­λι­κές σχέ­σεις που τον ένω­ναν στα νε­α­νι­κά του χρό­νια με ση­μα­ντι­κούς και ανα­γνω­ρι­σμέ­νους λο­γο­τέ­χνες και ανα­λώ­νε­ται σε μια προ­σπά­θεια ηθι­κής και καλ­λι­τε­χνι­κής υπο­τί­μη­σης του δυ­νη­τι­κού τους απο­θέ­μα­τος, μο­τί­βο που επα­να­λαμ­βά­νε­ται στη δια­μει­βό­με­νη επι­στο­λο­γρα­φία του με τον λο­γο­τέ­χνη και κρι­τι­κό Γιάν­νη Κα­ρα­βί­δα, το αρ­χείο του οποί­ου φυ­λάσ­σε­ται στο ΜΙΕΤ-ΕΛΙΑ και απο­τέ­λε­σε ση­μα­ντι­κή πη­γή για τα τε­λευ­ταία χρό­νια του Ρη­το­ρί­δη.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ο Ρη­το­ρί­δης εξα­πο­λύ­ει μύ­δρους απέ­να­ντι των κα­θιε­ρω­μέ­νων ποι­η­τι­κών ομά­δων, τις οποί­ες κα­τη­γο­ρεί για ελι­τι­σμό και «κλι­κι­σμό». Πρό­κει­ται για τον “πνευ­μα­τέ­μπο­ρα” και “πνευ­μα­τι­κό φε­ου­δάρ­χη” –όπως τον ονο­μά­ζει– συγ­γρα­φέα και μα­κρο­βιό­τε­ρο διευ­θυ­ντή της Νέ­ας Εστί­ας (1927-σή­με­ρα), Πέ­τρο Χά­ρη, και τους Κων­στα­ντί­νο Τσά­τσο, Αν­δρέα Κα­ρα­ντώ­νη, Γρη­γό­ρη Ξε­νό­που­λο, Γιώρ­γο Σε­φέ­ρη, Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Όλοι αυ­τοί, δια­τεί­νε­ται ότι συ­να­παρ­τί­ζουν μια κλί­κα που επι­βου­λεύ­ε­ται και συ­κο­φα­ντεί τον ίδιο, φο­βού­με­νη τυ­χόν ανα­μέ­τρη­ση με το δι­κό του αυ­θε­ντι­κό τα­λέ­ντο, το οποίο απει­λεί να τρα­ντά­ξει τα στε­κά­με­να νε­ρά των βαλ­τω­μέ­νων λι­μέ­νων τους. Κα­τά τον ίδιο, οι δύο νο­μπε­λί­στες και πρώ­ην φί­λοι του Έλ­λη­νες ποι­η­τές δεν εί­ναι πα­ρά υπε­ρε­κτι­μη­μέ­νες με­τριό­τη­τες, οι οποί­ες υπη­ρε­τούν δου­λι­κά ευ­ρω­παϊ­κές μα­νιέ­ρες, κα­τα­στρέ­φο­ντας την ανα­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού πνεύ­μα­τος, και θε­ο­ποιού­νται από τους κρι­τι­κούς και τους εκ­δό­τες τους.[29] Από την άλ­λη, ο Ρη­το­ρί­δης “κο­μί­ζει εις την Τέ­χνη” μια ανα­νε­ω­μέ­νη και «ελ­λη­νο­χώ­μα­τη» ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση, που ανε­πη­ρέ­α­στη από τα έξω­θεν καλ­λι­τε­χνι­κά προ­στάγ­μα­τα, εί­ναι γνή­σια και κρί­νε­ται άξια διε­θνών τι­μη­τι­κών βρα­βεύ­σε­ων του βε­λη­νε­κούς των Νο­μπέλ.

Η ποι­η­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Ρη­το­ρί­δη θα δια­κο­πεί βί­αια στα 1983, με­τά τη στυ­γνή δο­λο­φο­νία από την εν δια­στά­σει σύ­ζυ­γό του. Πα­ρό­τι συ­ζού­σε ήδη με έναν άλ­λον άν­δρα, με τον οποίο απέ­κτη­σε και έναν ακό­μη γιο, η Γα­βριέ­λα Αλε­σά­ντρι φαί­νε­ται πως έτρε­φε αι­σθή­μα­τα μί­σους για τον σύ­ζυ­γό της, ικα­νά να την οδη­γή­σουν σε ένα τέ­τοιο στυ­γε­ρό έγκλη­μα. Η αι­τία των με­τα­ξύ τους προ­στρι­βών, κα­τά την κυ­νι­κή ομο­λο­γία της ίδιας, ήταν οι με­γα­λο­μα­νί­ες από τις οποί­ες υπέ­φε­ρε ο ποι­η­τής και η απο­τυ­χία του κά­θε δια­βή­μα­τος (λο­γο­τε­χνι­κού, καλ­λι­τε­χνι­κού, εκ­δο­τι­κού, πο­λι­τι­κού, επι­χει­ρη­μα­τι­κού, δι­πλω­μα­τι­κού) που επι­χει­ρού­σε. Ο Ρη­το­ρί­δης, από την άλ­λη, πα­ρά τη χλια­ρή υπο­δο­χή των συλ­λο­γών του, πί­στευε ότι υπήρ­ξε μια ιδιο­φυία που δεν εί­χε αντι­λη­φθεί ακό­μα η αν­θρω­πό­τη­τα και επί­σης ότι ήταν ο με­γα­λύ­τε­ρος λο­γο­τέ­χνης όλων των επο­χών, με την εγω­πά­θειά του αυ­τή να τον κα­θι­στά ανυ­πό­φο­ρο σύ­ζυ­γο.
Το γε­γο­νός της δο­λο­φο­νί­ας μνη­μο­νεύ­τη­κε από τα ελ­λη­νι­κά έντυ­πα, χω­ρίς ωστό­σο αυ­τά να ανα­γνω­ρί­ζουν την ποι­η­τι­κή φι­γού­ρα του Ρη­το­ρί­δη. Γι’ αυ­τό απευ­θύν­θη­κε αί­τη­μα για συ­γκέ­ντρω­ση πε­ρισ­σό­τε­ρων πλη­ρο­φο­ριών γύ­ρω από τον άγνω­στο ποι­η­τή.[30] Με­τα­ξύ άλ­λων αντα­πο­κρί­θη­κε ο με­λε­τη­τής και βι­βλιο­γρά­φος, Κ. Γ. Κα­σί­νης, ο οποί­ος με αρ­κε­τά υπο­τι­μη­τι­κές κρί­σεις κα­τα­λή­γει ότι πρό­κει­ται για έναν ιδιό­τυ­πο και ασή­μα­ντο ποι­η­τή,[31] ενώ εντο­πί­στη­κε και ο μο­να­δι­κός εν ζωή συγ­γε­νής του Ρη­το­ρί­δη, ο με­γά­λος του αδελ­φός Άγ­γε­λος, ο οποί­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε συ­νέ­ντευ­ξη στην εφη­με­ρί­δα Ακρό­πο­λη.[32]

Έτσι, με­τά από τις χρό­νιες εν ζωή προ­σπά­θειες του Θα­λή Ρη­το­ρί­δη να κι­νη­το­ποι­ή­σει το εν­δια­φέ­ρον του ελ­λη­νι­κού Τύ­που, την πραγ­μα­το­ποί­η­ση αυ­τού του ονεί­ρου του θα φέ­ρει το τε­λευ­ταίο παι­χνί­δι που του επι­φυ­λάσ­σει η μοί­ρα, η απο­τρό­παια δο­λο­φο­νία από την εν δια­στά­σει σύ­ζυ­γό του. Μό­νο με αυ­τό τον τρό­πο, με­τά θά­να­τον, θα πα­ρου­σια­στεί στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό, έστω και επι­κρι­τι­κά, η δρά­ση του φι­λό­δο­ξου και εγω­πα­θούς ποι­η­τή, του πά­ντο­τε πι­στού ερα­στή τής τέ­χνης και του με­γα­λο­μα­νούς αν­θρώ­που που γνώ­ρι­σε πολ­λές απο­τυ­χί­ες και αντι­ξο­ό­τη­τες, αλ­λά δεν έπα­ψε μέ­χρι τέ­λους να διεκ­δι­κεί με πά­θος μια θέ­ση στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα.


 

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: