Τρία ποιήματα

Τρία ποιήματα

Rough II

Δρόμος της σειρήνας κι ύστερα στου λόφου την εκκλησία
ακριβό το νερό κι η άνοιξη άγουρη
ιστορία
ζητώ να ’ρθω κοντά στη θάλασσα
όμως το ουίσκυ ελαφραίνει ανάμεσα στο ίσως και το αν
τα λόγια που με κοίμισαν θα μου τα πάρουν το πρωί
πάπυροι κάρτες στάθμευσης πεζόδρομοι – ο αέρας κρύωσε
μου μίλησε δεν ήρθε απομακρύνθηκε μου μίλησε έφυγε.
Χορωδία κοριτσιών σιγοκλαίει απ’την αυγή του αιώνα
παιδικό νανούρισμα ψυχή του αντάρτη
την επομένη της εξορίας ο πόλεμος έχει χαθεί.
Στους δρόμους πάλι στους δρόμους
το λάθος της ιστορίας είναι ότι
η ιστορία είναι λάθος
πυλώνες κάκτοι αδροί τοίχοι σωλήνες γκαζιού
γράφουν τ’ όνομά της
μήπως τη νύχτα δεήσουν να το διαβάσουν
τίποτε ξωτικά και διαβιβάσουν στους ανωτέρους
το εμφιαλωμένο μήνυμα του ναυαγού
ληγμένες εποχές ληγμένα φιλιά,
τουλάχιστον βρήκα χώρο στάθμευσης.
Πως να μείνω προσηλωμένος ανάμεσα
στο άδειο βλέμμα της παρόρμησης
την ώρα που ξημερώνει το λιμάνι
ακίνητοι δρόμοι εωσφόρος πόλη
νυσταγμένα ταξί καμένα λεωφορεία – ελάτε
ως εδώ
να νιώσετε τον τρόμο της εκπλήρωσης
σημαίες στα μπαλκόνια εμβατήρια άρματα
από νωρίς στο γεύμα και το βράδυ
γλυστρά στο κορμί and what not
χαρτόσημα και υπεύθυνες δηλώσεις:
όχι πάλι το ίδιο λάθος, ψυχή στην εξορία
διά την ομαλήν λειτουργίαν του πολιτεύματος.
Τοπίο ακίνητο στη νηνεμία
άπνοια φύλλα αειθαλή
ηττημένοι καιροί ατυχείς μετεωρολογίες,
όλα ίδια και τα σύννεφα από πάγο και βαμβάκι
στέκονται στην ελαιογραφία του ουράνιου βυθού
πάνε χρόνια·
άλλωστε, όσοι θέλουν μια αλλαγή
μπορούν να πάρουν το τραμ για την παραλία.

Καιρός της βροχής

Καιρός της βροχής
γκαζάδικο στον όρμο
θάλασσα από γυαλόχαρτο
ακούω τα παιδιάστικα λόγια της έκλειψης
ακούω το κορίτσι να μασά τον ύπνο σαν μαστίχα
κέρινη και συννεφιασμένη
εύθραυστη υψώνει τα χέρια
κι απόψε σαν τσιγγάνα η αρχαία ιστορία
να καγχάζει, πως να κάνω λάθος;
Ακατανόητο
πώς στους άνυδρους οδικούς άξονες διαμελίζονται οι σύντροφοι
στους αμμόλοφους πώς τρυπά τα χέρια ο άνεμος
γιατί να πλάθουν οι φαντασίες τις ζωές
που δεν κατάφεραν να ‘ναι δικές μας.

Πάροδος 8η Μ.

Αεί ο Θεός ο Μέγας γεωμετρεί

Αργοί δρόμοι του ήλιου
συμπαντικές τροχιές που συναντούν
τις αφηρημένες ρυμοτομίες της βόρειας Αττικής
πιόνια, ήσυχες κινήσεις
δύο μέτρα, είκοσι χιλιόμετρα την ώρα
κανονική υγρασία κι ένα τζιτζίκι
που πεισμώνει απ’ του καλοκαιριού το μεσημέρι
στο τέρμα της παρόδου
δύο και δεκαοχτώ και σαράντα δευτερόλεπτα
ίδια δύναμη
του αρχαίου σεισμού που σπάζει τ’ άσπρα σπίτια
της ηλεκτρικής θάλασσας που ασπαίρει στον κεραυνό
του ακίνητου χρόνου όπως ο γλάρος μετέωρος
αφουγκράζεται τ’ αργά πλοία,
ίδια δύναμη ανώφελο θαύμα
είκοσι τέσσερις βαθμοί κελσίου
εξακρίβωση στοιχείων καταδίωξη γαλάζιοι ώμοι
μαλλιά στο χρώμα της μνήμης
χαμόγελο από φως κι ύστερα
μισά λόγια χοροί στο σκοτάδι ένα ποτήρι τζιν,
δύσις ηλίου στις έξι και πενήντα τρία.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: