Το μνημονικό ηχείο της χαμένης ενότητας

Κωνσταντίνος Παρθένης: «Το εκκλησάκι της Κεφαλονιάς», π. 1920–25. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Κωνσταντίνος Παρθένης: «Το εκκλησάκι της Κεφαλονιάς», π. 1920–25. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Η φύση στο «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη


Η γενιά «με τη μεγαλύτερη πολιτισμική αίγλη»: έτσι χαρακτηρίζει ο Δημήτρης Τζιόβας[1] τη γενιά του ’30. Δεκαετίες μετά την ολοκλήρωση του λογοτεχνικού και δοκιμιακού της έργου, η γενιά αυτή συνεχίζει να είναι τόσο παρούσα, που θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα από το κοσμοείδωλο αυτού του λογοτεχνικού κύκλου, ότι φέρει ακόμη την ταυτότητα που συνέθεσε η γενιά του ’30. Το ερώτημα «τι είναι ελληνικό;» ή «ποιοι είμαστε;» διατυπώθηκε ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα, όταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία διένυε τα τελευταία χιλιόμετρα της δικής της διαδρομής και οι Βυζαντινοί λόγιοι αγωνιούσαν για την τύχη του ελληνισμού. Αυτή η αγωνία κληροδοτήθηκε μέσα από τους αιώνες από τη μια γενιά στην επόμενη, από την Κρητική Αναγέννηση στον ελληνικό Διαφωτισμό έως το παρόν. Ο Τζιόβας γράφει: «Η συμβολή αυτής της γενιάς δεν ήταν απλώς και μόνο λογοτεχνική ή καλλιτεχνική, αλλά βαθύτερα πολιτισμική: εξέφραζε διλήμματα και την κρίση ταυτότητας του νεοελληνισμού, προσπαθώντας παράλληλα να δώσει μια απάντηση σε αυτά»[2]. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν κύκλο λογοτεχνών που προσπάθησε απλώς να εκφράσει μια ευαισθησία λίγο-πολύ προσωπική. Αντιθέτως η γενιά του ’30 συνειδητά επιχείρησε να σβήσει την ατομικότητά της ή καλύτερα να την ενσωματώσει μέσα στο όραμα του συνόλου. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά της γνωρίσματα.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της, το οποίο σχετίζεται στενά με το πρώτο, είναι η έννοια της χρονικότητας. Τα έργα αυτών των λογοτεχνών δεν είναι απλώς φορείς του ιδιωτικού χρόνου. Εδώ ο χρόνος του ατόμου γίνεται μια χοάνη που περιέχει και συνθέτει/συμπλέκει όλους τους περασμένους αιώνες του ελληνισμού («η αίσθηση της ιστορίας», όπως έγραφε ο Κ. Θ. Δημαράς[3]). Το παρόν αντιδονεί ολόκληρο από το παρελθόν· το παρελθόν αντανακλά το παρόν: η έννοια της διάρκειας, της συνέχειας. Λογοτεχνικά, ωστόσο, αυτή η χρονικότητα δεν εκφράζεται με γραμμικότητα, αλλά με έναν χρόνο πολύκλωνο και πολυεπίπεδο, που εξακτινώνεται προς όλες τις στιγμές του ανθρώπου, αλλά έχει συνισταμένη μία: το παρόν. Έτσι στο έργο αυτών των λογοτεχνών το αρχετυπικό, το προαιώνιο, είναι ο καθρέφτης του ιστορικού: τα σύμβολα λειτουργούν ως φόρμουλα για τον βιωμένο, ιστορικό χρόνο. Τα σύμβολα όχι όπως τα χρησιμοποίησε ο συμβολισμός, όχι ως αφηρημένες έννοιες που ζητούν να υποβάλουν, αλλά ως διδακτικοί μύθοι που καθοδηγούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Ο Οδυσσέας, ο Ελπήνορας, ο αργοναυτικός πλους έρχονται για να λυτρώσουν το παρόν από τα αδιέξοδά του, αλλά και για να του χαρίσουν την ύψιστη στιγμή της καλλιτεχνικής εμπειρίας, την κάθαρση.

Δύο είναι τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ρυθμίζουν τη γενιά του ’30: ο υψηλός μοντερνισμός και ο υπερρεαλισμός. Ωστόσο, οι Έλληνες συγγραφείς τα προσάρμοσαν στις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας, δίχως να ακολουθήσουν την πιστή εφαρμογή της θεωρίας τους, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Όπως υποστηρίζει ο Τζιόβας, η γενιά του ’30 δεν είναι «ένα ομοιογενές και συμπαγές σύνολο», αλλά περισσότερο ένα «πλουραλιστικό σχήμα»[4]. Οι ποιητές που πρωτοδημοσιεύουν το έργο τους τη δεκαετία του ’30 είναι πολλοί και αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που οι ίδιοι αρνούνταν την ύπαρξη οποιασδήποτε γενιάς, οποιασδήποτε συλλογικότητας. Οι βασικότεροι εκπρόσωποι είναι ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Εδώ θα μας απασχολήσει ο Γιώργος Σεφέρης και ειδικότερα η λειτουργία της φύσης μέσα στο Μυθιστόρημα.

Το Μυθιστόρημα είναι μία ποιητική σύνθεση που αποτελείται από 24 ποιήματα (μια ευθεία αναφορά στις ισάριθμες ραψωδίες της Οδύσσειας). Δεν είναι μία ποιητική συλλογή, καθώς τα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους οργανικά, μέσα από ένα αχνό νήμα αφήγησης, αλλά και μέσα από ένα μεγάλο συνθετικό όραμα. Οι κεντρικοί θεματικοί του κύκλοι είναι το ταξίδι (Οδυσσέας, Αργοναύτες), η χαμένη ευτυχία, η γαλήνη ως σκοπός, το αρχαίο παρελθόν και η συγχρονία του με το παρόν, η απώλεια της ενότητας (ατομικής και συλλογικής), ο θάνατος (η ερήμωση ή η «ησυχία του θανάτου», όπως έγραφε η Νόρα Αναγνωστάκη[5]) και ο μύθος. Ο τίτλος, σύμφωνα με τον ίδιο τον Σεφέρη, προκύπτει από τα συνθετικά «Μύθος» (γιατί γίνεται σαφής αναφορά σε μια μυθολογία) και «Ιστορία» (γιατί εκφράζεται «με κάποιον ειρμό, μια κατάσταση τόσο ανεξάρτητη» από τον ποιητή «όσο και τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος[6]». Το έργο αυτό εισήγαγε επίσημα πια (ο Σεφέρης είχε γράψει στη γραμμή του μοντερνισμού ήδη πριν από το 1935) στα ελληνικά γράμματα τον υψηλό μοντερνισμό και σημαντικό μέρος του είναι γραμμένο με την τεχνική της αντικειμενικής συστοιχίας (μυθική μέθοδος ― δίχως να εννοώ την ταύτιση των δύο τεχνικών). Έχει χαρακτηριστεί ως ένα «αντιηρωικό έπος». Αντιηρωικό κυρίως λόγω του αρνητικού ψυχισμού και του αδιεξόδου που εκφράζει. Όμως, γιατί «έπος»; Αρκεί η αναλογία με τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας για να του αποδώσουμε αυτόν τον χαρακτηρισμό; Νομίζω ότι η επική διάσταση του συνθέματος θα έπρεπε να αναζητηθεί στο επικό βλέμμα του Σεφέρη. Στον τρόπο, δηλαδή, που συλλαμβάνει τον άνθρωπο μέσα στη διαχρονία του, τον κόσμο μέσα στην οικουμενικότητά του. Αυτά τα στοιχεία κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο όραμα, είναι που θα μας επέτρεπαν να χαρακτηρίσουμε το Μυθιστόρημα ως έπος.

Πριν προχωρήσω στο κυρίως θέμα αξίζει, νομίζω, να σταθώ με λίγα λόγια στα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του Σεφέρη, όπως μας τα παρουσίασε ο Νάσος Βαγενάς στο έργο του Ο ποιητής και ο χορευτής. Η φράση που σημαδεύει τον Σεφέρη είναι εκείνη του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού: «Εκείνος που μαθαίνει τις πιο φίνες λεπτομέρειες μιας τέχνης πηγαίνει πάντα στα σκοτεινά, και όχι με την αρχική του γνώση· γιατί αν δεν την άφηνε πίσω του, ποτέ δε θα κατόρθωνε να λευτερωθεί απ’ αυτή». Αυτή η καταβύθιση στα μυστικά της τέχνης, είναι ταυτόχρονα μια κάθοδος στα εσώτερα του εαυτού. Είναι η επιθυμία του Σεφέρη «να αντιμετωπίσει το ποίημα γυμνός και ολομόναχος σα να μπαίνει σ’ ένα άγνωστο και σκοτεινό δάσος[7]». Σχεδόν μια ενορατική γνώση. Και γνωρίζουμε από τον Βαγενά ότι ο Σεφέρης είχε επηρεαστεί από το έργο Προσευχή και ποίηση του αβά Μπρεμόν, που υποστήριζε ότι η εμπειρία του μυστικού είναι ανώτερη από του ποιητή. Η ενορατική, όμως, γνώση δεν ταυτίζεται με τη διανοητική. Είναι γνωστές οι απόψεις του Σεφέρη για τη λειτουργία της διάνοιας στην ποίηση. Πίστευε ότι το ποίημα δεν πρέπει να είναι λογοκεντρικό (σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του Παλαμά), αλλά ότι το συναίσθημα οφείλει να απορροφήσει τη διάνοια για να παραχθεί η συγκίνηση: αυτή η τελευταία είναι και ο σκοπός της τέχνης για τον Σεφέρη. Απείχε, όμως, πολύ από το αίτημα «η Τέχνη για την Τέχνη». Η ποίηση για τον Σεφέρη είχε μία πολιτική διάσταση, απευθυνόταν δημοσίως σε ένα κοινωνικό σύνολο. Για τον Σεφέρη ο κόσμος της τέχνης και ο κόσμος της καθημερινότητας ήταν δύο συγκοινωνούντα δοχεία. Η συγκίνηση που προσφέρει το καλλιτεχνικό προϊόν δεν ήταν για αυτόν διαφορετική από τη συγκίνηση που προσφέρει, για παράδειγμα, μια ενάρετη πράξη. Για τον Σεφέρη η ποίηση ήταν επικοινωνία και αυτή δεν νοείται εκτός πολιτικού πλαισίου. Αυτή η πολιτική υπόσταση της ποίησης παράγει και την πίστη του Eliot σε μια «κοινή ευαισθησία» και στην αντικειμενικότητα της συγκίνησης. Για τον Σεφέρη και τον Eliot ο ποιητής δεν είναι ο μύστης που ιερουργεί στον ασκητικό του πύργο. Είναι ο πολίτης, ένα οργανικό μέρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτή η πεποίθηση θυμίζει αρκετά τον ρόλο που διαδραμάτιζε η τέχνη και ειδικότερα το θέατρο στην αρχαία Ελλάδα. Μόνο που σε αντίθεση με τους αρχαίους τραγικούς, Σεφέρης, Eliot και οι σύγχρονοί τους ήρθαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα της απουσίας μιας παράδοσης ζωντανής. Αντιλαμβάνονταν μεν την ποίηση ως πολιτική πράξη, καταλάβαιναν δε ότι η πολιτική ταυτότητα της ποίησης βρίσκεται σε κρίση λόγω της διάσπασης του συνόλου. Και αυτό, νομίζω, ότι ώθησε και τους δύο ποιητές να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν μια μυθολογία καινή, σύγχρονη, ως συνέχεια της παλαιάς, μέσω της συνομιλίας τους με την αρχαιότητα. Όμως, μύθος δίχως διδαχή δεν υφίσταται. Σεφέρης και Eliot πίστευαν ότι τον σημαντικό ποιητή τον απασχολούν ζητήματα ηθικής. Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνονταν ότι η ποίηση έχει έναν παιδαγωγικό προορισμό, ερχόμενοι έτσι σε ρήξη με τα αιτήματα του γαλλικού συμβολισμού. Ποια, όμως, ήταν η ηθική υπόσταση της φύσης για τον Σεφέρη;

Στις Μέρες γράφει: «Η φύση είναι ό,τι υπάρχει το πιο αντίθετο με την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κτηνώδης. Το αίσθημα του ωραίου δεν είναι φυσικό· το αίσθημα του ηθικού δεν είναι φυσικό[8]» (15 Ιουλίου 1926 (η υπογράμμιση δική μου)). Αυτός ο λόγος σαφώς θυμίζει τον Baudelaire, που υποστήριζε ότι η ηθική και η τέχνη δεν είναι φυσικές στον άνθρωπο. Θυμίζει, όμως, και κάποιον άλλο, ίσως έναν κοινό δάσκαλο του Baudelaire και του Σεφέρη: τον Πλωτίνο, ο οποίος υποστήριζε ότι η ύλη είναι κακία, είναι το μη ον, γιατί είναι στέρηση. Για τον Πλωτίνο η φύση οδηγεί στο αγαθό μόνο μέσω της μεταφυσικής της διάστασης, γιατί τότε θυμίζει την έναρξη του ταξιδιού της ψυχής και η ανάμνηση αυτή γεννά την επιθυμία της επιστροφής. Η «κτηνώδης», η εχθρική, η ξένη φύση δεν θα μπορούσε και να μη γίνει μνημονικός φορέας ενός άλλου ονόματος, του Διονύσιου Σολωμού, που στους Ελεύθερους Πολιορκημένους παρουσιάζει τη φύση επίσης ως εχθρό, ως πολεμική μηχανή, ως πειρασμό. Όμως, μερικά χρόνια μετά, ο Σεφέρης, στο γράμμα για την Κίχλη, θα γράψει: «Έχω ένα πολύ οργανικό συναίσθημα, που ταυτίζει την ανθρωπιά με την ελληνική φύση[9]». Πώς ο Σεφέρης πέρασε από τη μία πλευρά στην αντίθετη; Γιατί ο δεύτερος λόγος βρίσκεται πραγματικά στους αντίποδες του πρώτου. Φύση κτηνώδης και φύση ανθρώπινη. Θα προσπαθήσω να δείξω ότι στο Μυθιστόρημα η φύση παρουσιάζεται και με τα δύο αυτά πρόσωπα. Γιατί πιστεύω ότι ο Σεφέρης του Μυθιστορήματος δεν είχε φτάσει ακόμη στη γαλήνια θεώρηση της φύσης, όπως παρουσιάζεται στο γράμμα για την Κίχλη, αλλά ισορροπούσε σαν τον σχοινοβάτη μεταξύ των δύο αντίθετων πεποιθήσεων. Κλείνω αυτήν την εισαγωγή με ένα πολύ σημαντικό απόσπασμα από τις Δοκιμές, που μάλλον θα φωτίσει ακόμη περισσότερο το τοπίο:

«Τα χρόνια εκείνα γύριζε ο κύκλος του έτους με το ρυθμό της γονιμότητας των εποχών: άνοιξη – θέρος – φθινόπωρο – χειμώνας· σ’ αυτό τον οικουμενικό ρυθμό, τον ίδιο για τα φυτά, τα ζώα και τους ανθρώπους· και η λατρεία πάνω σ’ αυτόν ήταν οργανωμένη. Ήταν αγροτική η κοινωνία, όπως λένε. Σήμερα οι κοινωνίες μας είναι βιομηχανικές, και οι εποχές έχουν γίνει σχεδόν αδιάφορες· έχουνε καταφύγει στα μεγάλα εργοστάσια που υψώνουν τα τείχη τους ανάμεσα στον άνθρωπο και το ύπαιθρο, και η γονιμότητα δεν είναι πια ιδιότητα των ζωντανών, έχει μεταφερθεί στις μηχανές. Κι εμείς που κάποτε ζούσαμε, βαδίζουμε προς την αποστέγνωση[10]» (η υπογράμμιση δική μου).

Εδώ παρουσιάζονται δύο θεματικοί πυρήνες του Μυθιστορήματος: η χαμένη ενότητα με το περιβάλλον και η απολεσθείσα ευτυχία/ζωή. Είναι άραγε αυτός ο «οικουμενικός ρυθμός» η γαλήνη που ζητάνε οι ταξιδιώτες στο Μυθιστόρημα; Είναι άραγε αυτό το «πρώτο σπέρμα»; Η φύση εδώ παρουσιάζεται ενωμένη, ακέραια, γαλήνια, αρμονική. Δεν είναι πια κτηνώδης. Είναι φορέας υψηλής ζωής. Αντίθετα το άτομο είναι μερισμένο και (πνευματικά) νεκρό, απαγριωμένο από τη νέα πραγματικότητα, τη βιομηχανική εποχή. Ο άνθρωπος είναι εδώ ο κτηνώδης.

Προχωρώ στην ανάλυση των ποιημάτων του Μυθιστορήματος. Στο Α΄ ο αφηγητής περιμένει τον άγγελο ζητώντας τον στη φύση («κοιτάζοντας πολύ κοντά/ τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα») δίχως απάντηση («γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι […]»), γιατί η επικοινωνία με το περιβάλλον έχει χαθεί. Το άτομο δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τη φύση, να συνυπάρξει αρμονικά μαζί της (στον «Αστυάνακτα» το πρόσταγμα είναι το παιδί να μάθει να μελετά τα δέντρα: η ένωση με τη φύση κληροδοτείται στην επόμενη γενιά, δεν είναι παροντική). Ο άνθρωπος περιφέρεται ξένος μέσα στο περιβάλλον, σαν άτομο σε ξένη χώρα. Η ετερότητα του περιβάλλοντος είναι που αντανακλά πάνω στο άτομο και το κάνει να αισθάνεται ξένο. Γιατί στο Μυθιστόρημα φαίνεται πως δύο είναι οι κατεξοχήν ξένοι: η φύση και ο άλλος/σύντροφος. Τα φτερά των κύκνων πληγώνουν με την αθωότητά τους, η μέρα γεννά αγωνία. Βλέπουμε μια φύση επώδυνη για τον άνθρωπο. Γιατί; Είναι η κτηνώδης φύση; Ναι. Αλλά, νομίζω, ότι υπάρχει και ένας ακόμη λόγος: η φύση εδώ είναι το μνημονικό ηχείο της χαμένης ενότητας. Με τη δική της ακεραιότητα και αθωότητα θυμίζει επίπονα στον άνθρωπο αυτό που έχει απωλέσει. Δεν είναι μια ενάρετη φύση (το Αγαθό), είναι ο εχθρός, οι Ερινύες που βασανίζουν τον άνθρωπο, που του απαγορεύουν τη γαλήνη. Η φύση λειτουργεί εδώ ως νόμος, μια απαγόρευση του νόστου στην αρχαϊκή/ζωοδότρα κατάσταση: το ένα από τα δύο πρόσωπα που παρουσιάσαμε παραπάνω. Ωστόσο, παραμένει ακέραια. Δεν είναι η διαιρεμένη ύλη του Πλωτίνου. Μοιάζει περισσότερο με την αδιαίρετη ύλη πριν την ενέργεια της αντίληψης, σύμφωνα με τον Henri Bergson. Η φύση στον Σεφέρη, και με τα δύο της πρόσωπα, θυμίζει την ιδέα του Ενός, δίχως, όμως, να ταυτίζεται με Αυτό. Γαλήνια ή εχθρική, παραμένει ενωμένη και αγνή.

Tην αποσύνδεση εκφράζει και το δεύτερο ποίημα της σύνθεσης με τους στίχους «έσπασαν τα σκοινιά» και «την περασμένη μας ευτυχία». Στο περιβάλλον, όμως, από το οποίο έχει αποκοπεί ο άνθρωπος του Σεφέρη, δεν ανήκει μόνο η φύση, αλλά και ο άλλος, ο συνάνθρωπος. Το άτομο παρουσιάζεται απελπισμένα μόνο και κατακερματισμένο (τα ακρωτηριασμένα χέρια στο Γ΄). Σημαντικό για την παρουσίασή μου είναι το τέταρτο ποίημα, οι «Αργοναύτες», όπου γίνεται ευθεία αναφορά στον «ξένο και τον εχθρό». Ποιος είναι, όμως, αυτός; Είναι οι σύντροφοι με την αμείλικτη απάθειά τους[11], αλλά είναι και το εσωτερικό του ανθρώπου, η ίδια του η ψυχή. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι οι σύντροφοι παρομοιάζονται με τη φύση: «είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων/ που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή/ δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο/ χωρίς ν’ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή» (η υπογράμμιση δική μου). Γιατί ο άλλος παρομοιάζεται με τη φύση; Επειδή είναι και οι δύο οι κατεξοχήν ξένοι προς το εγώ; Μήπως γιατί και οι δύο χαρακτηρίζονται από την ίδια απάνθρωπη απάθεια; Ό,τι είναι στατικό, είναι νεκρό ή αθάνατο. Αθάνατοι δεν είναι σίγουρα αυτοί οι Ελπήνορες που πλέον «κανείς δεν τους θυμάται». Είναι νεκροί πνευματικά. Για αυτούς η ζωή δεν είναι παρά μια συνήθεια, που τη δέχονται αγόγγυστα και παθητικά. Είναι, όμως, αυτό η φύση για τον Σεφέρη; Μια στάση, ένας θάνατος; Σίγουρα από ένα μόνο ποίημα δεν μπορούμε να συναγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα. Εδώ η φύση –και οι σύντροφοι– δεν χάνει την ακεραιότητά της. Αυτό που στερείται είναι η ζωή. Δεν κινείται, είναι η μη ούσα. Δεν είναι το αγαθό. Φαίνεται άψυχη, όχι, όμως, επειδή ο θάνατος είναι ιδιότητά της κατά τον Σεφέρη, αλλά μάλλον επειδή μεταμορφώνεται στον καθρέφτη της ψυχής του ανθρώπου: ο άνθρωπος τελικά στους «Αργοναύτες» είναι ο μη ων, όχι η φύση. Ο υπαρξισμός του Σεφέρη ξεκινά ήδη από το Μυθιστόρημα (αν και οι πρώτες «εκλάμψεις» του δηλώνονται κατ’ εμέ στη Στέρνα).

Μια τελείως διαφορετική εικόνα μας δίνει το δέκατο πέμπτο ποίημα, όπου η φύση παρουσιάζεται ολοζώντανη, ιερή, σχεδόν μεταφυσική (μέσα από αυτό το άρρητο σύμπλεγμα του ύπνου και του θανάτου που υποβάλλεται στον αναγνώστη), γαλήνια, κι όμως σε κίνηση. Το δέντρο τυλίγει, το δέντρο ανασαίνει. Η φύση είναι και εδώ ολόκληρη. Είναι ο άλλος που παρουσιάζεται διαιρεμένος («ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε/
γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ’ αγγίξω ολόκληρη»). Η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου στο παρόν ποίημα μοιάζει να προβάλλεται ως διαίρεση πάνω στο β΄ ενικό. Οτιδήποτε, όμως, και αν ισχύει στην παρούσα περίπτωση, η αντίστιξη που δημιουργείται μεταξύ της εικόνας της φύσης και των ανθρώπων είναι ισχυρή. Εδώ η φύση μοιάζει με εκείνη του γράμματος για την Κίχλη: είναι περισσότερο ανθρώπινη. Σχεδόν μητρική (το δεύτερο πρόσωπο, όπως προανέφερα). Αλλά με μια μητρικότητα αρχετυπική, προαιώνια. Έχει σχολιαστεί από τον Edmund Keeley ότι η φύση στο Μυθιστόρημα δεν είναι τοπικά προσδιορισμένη. Δεν είναι η φύση που βρίσκουμε στον «Βασιλιά της Ασίνης», όπου έχουμε το περιβάλλον της Ασίνης. Η φύση στο Μυθιστόρημα φαίνεται να τοποθετείται εκτός τόπου και χρόνου. Είναι φυσικά ελληνική. Και αναδύεται μέσα από τον μύθο και την παράδοση (οι Συμπληγάδες, τα ασφοδίλια). Όμως, είναι αρχετυπικά ελληνική. Είναι η αρχαϊκή φύση. Η Μητέρα Φύση; Το αφήνω ανοικτό ως ερώτημα. Φυσικά δεν παρουσιάζεται σε όλο το έργο με τον ίδιο τρόπο: στο έκτο ποίημα συναντάμε ένα περιβόλι, δηλαδή την εξημερωμένη φύση. Ωστόσο, και εδώ δεν υπάρχει ο τοπικός προσδιορισμός, συνεπώς ούτε και το χρονικό στίγμα. Εάν η φύση είναι πράγματι αρχαϊκή στο Μυθιστόρημα, αυτό την οδηγεί εγγύτερα του Ενός του Πλωτίνου. Γιατί η ύλη υποκύπτει στον χρόνο και τον τόπο της αντίληψης, για αυτό και είναι μερισμένη. Το αρχέτυπο τα υπερβαίνει, και από αυτήν την υπέρβαση πηγάζει η ενότητά του. Επηρεάστηκε ο Σεφέρης από τον Πλωτίνο; Ή μήπως πρόκειται για μια απλή συγγένεια;

Προς επίρρωση των παραπάνω, σημειώνω κάποιες σκέψεις του Κ. Θ. Δημαρά:

«Δεύτερη αίσθηση (ενν. στο έργο του Γ. Σεφέρη) θα εσημείωνα την αίσθηση της ύλης. Αυτή η ύλη, που είναι υποκείμενο αμφισβητήσεων για τον φιλόσοφο, η περιφρονημένη από τον αναχωρητή, είναι για τον λυρικό το μόνο πραγματικό, το μόνο βέβαιο έρεισμα. Η ασίγαστη, άλλωστε, πείνα του συμβόλου, δεν μπορεί αλλιώς να τραφεί παρά με μια εξίσου ατέρμονη επαφή με τον υλικό κόσμο. Εν το παν: η ύλη γίνεται πνεύμα, νόημα, σύμβολο, και το σύμβολο ξαναζεί μέσα στην ύλη. Δεν γνωρίζουμε λυρισμό χωρίς την αίσθηση της παρουσίας του υλικού κόσμου· όμως η ποίηση του Σεφέρη ιδιαίτερα φαίνεται πλασμένη από ύλη[12]» (η υπογράμμιση δική μου).

Δεν θα μπορούσα να μην κάνω μια αναφορά στην παρουσία της Έρημης Χώρας μέσα στο Μυθιστόρημα. Ο κλειστός και στενός τόπος, η έλλειψη ύδατος, οι άδειες στέρνες είναι στοιχεία που θυμίζουν έντονα το δυστοπικό περιβάλλον της Έρημης Χώρας. Επιρροή; Ο Νάσος Βαγενάς έδειξε ότι πρόκειται περισσότερο για μια συγγένεια των δύο ποιητών. Ωστόσο, σημειώνω πως αυτό το ζοφερό τοπίο στο Μυθιστόρημα φαίνεται να είναι περισσότερο αλληγορικό: δεν χαρακτηρίζει τόσο τη φύση (η οποία είδαμε πώς παρουσιάζεται), όσο το εσωτερικό του ανθρώπου, το οποίο κλυδωνίζεται από μια αγωνία κυκλική («πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες/ σειρές»), η κυκλικότητα της οποίας θυμίζει την «Passacaglia & Fugue» του Bach, ένα μουσικό κομμάτι που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του με έναν αγωνιώδη τρόπο δίχως κορύφωση. Ξέρουμε ότι ο Σεφέρης άκουγε Bach. Άραγε γνώριζε την «Passacaglia»;

Κλείνοντας, συνοψίζω τα συμπεράσματά μου. Η φύση εμφανίζεται ως μνημονικό ηχείο της χαμένης ενότητας. Το σεφερικό υποκείμενο παρουσιάζεται ακρωτηριασμένο και ανήμπορο, καθηλωμένο από τον ρεαλισμό/νόμο του παρόντος, ο οποίος αρνείται την επιστροφή με τη μορφή της αναβίωσης. Έχει απωλέσει την αρχαϊκή του ενότητα, φορέας της οποίας παραμένει η φύση, η οποία παρουσιάζεται ακέραια, οδυνηρή ή γαλήνια (τα δύο πρόσωπα), άχρονη και αρχετυπική. Η ενότητα της φύσης θυμίζει την νεοπλατωνική ιδέα του Ενός. Η απαρχή του φυσικού περιβάλλοντος δεν ανάγεται σε κάποιο χρονικό σημείο, υπερβαίνει τον μύθο και τους προγόνους, είναι προαιώνια. Ωστόσο, φύση και Αγαθό (Ένα) στον Σεφέρη δε φαίνεται να ταυτίζονται: δεν είναι «παγανιστής», αλλά ανθρωποκεντρικός. Ο άλλος είναι ο ξένος/εχθρός και η φύση παρομοιάζεται μαζί του (οι σύντροφοι στους «Αργοναύτες»). Στον Σεφέρη η φύση φαίνεται να είναι ο κατεξοχήν ξένος. Είναι, όμως, και αντικείμενο της επιθυμίας, ως φορέας γαλήνης. Τα δεσμά με τον άλλο και τη φύση έχουν σπάσει και το σεφερικό υποκείμενο καθηλώνεται σε μια κυκλική αγωνία. Το κέντρο έχει χαθεί. Το άτομο προσπαθεί να διαφυλάξει την ταυτότητά του κρατημένο από την ιστορικότητα, από τη μνήμη. Συχνά η γη παρουσιάζεται άνυδρη, σαν μια άλλη Έρημη Χώρα. Ωστόσο, η αλληγορία δεν αφορά στη φύση, αλλά στο εσωτερικό του ανθρώπου. Ο άνθρωπος στον Σεφέρη δεν είναι πλέον μέρος της φύσης. Το ταξίδι του νόστου ή ο αργοναυτικός πλους γίνονται ακριβώς για να κατακτηθεί και πάλι η ενότητα, για να κερδίσει το άτομο τη γαλήνη. Η εικόνα του φυσικού τοπίου είναι ελληνική. Πολλές φορές στοιχεία του μύθου και της λαϊκής παράδοσης επενδύουν τη φύση. Τέλος, το φυσικό τοπίο δεν είναι απλώς ένας δραματικός διάκοσμος, αλλά ενεργεί σημαίνοντας, και προάγοντας την αφήγηση.


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Η εργασία αυτή συντάχθηκε τους μήνες Απρίλιο-Μάιο του 2025 υπό την εποπτεία της κ. Ολυμπίας Ταχοπούλου, Επίκουρης Καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, και ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Την ευχαριστώ θερμά για την καθοδήγηση και τις πολύτιμες συμβουλές της.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βογιατζάκη, Εύη, Τα αισθητικά ρεύματα στην ευρωπαϊκή και τη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου και του 20ού αιώνα, Gutenberg 2016
Γαραντούδης, Ευριπίδης και Μέντη, Δώρα, Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν…. Gutenberg 2016
Δασκαλόπουλος,  Δημήτρης (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2018
Έλιοτ, Θ. Σ., Η Έρημη Χώρα (μτφρ. Γιώργου Σεφέρη). Ίκαρος (1936) 2020
Έλιοτ, Τ. Σ., Οι φωνές της ποίησης (μτφρ. Άρη Μπερλή). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013
Καραντώνης, Ανδρέας, Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης. (Εστία 1957) Παπαδήμας, 2000
Λορεντζάτος, Ζήσιμος, Μελέτες, τόμ. 1, Δόμος 2007
Μάνος, Ανδρέας, Η οντολογία του κακού παρά Πλωτίνω. Α. Καρδαμίτσα 2007
Νάτσινα, Αναστασία, Η φύση τόσο μακριά, τόσο κοντά. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις, 2023, http://dx.doi.org/10.57713/kallipos-339
Πιερής, Μιχάλης (επιμ.), Γιώργος Σεφέρης: Φιλολογικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, Πατάκης 1999
Σεφέρης, Γιώργος, Δοκιμές, τόμ. 2, Ίκαρος 1992
Σεφέρης, Γιώργος, Μέρες, τόμ. 1, Ίκαρος 1975
Σεφέρης, Γιώργος, Ποιήματα, Ίκαρος 1985
Σεφέρης, Γιώργος και Τσάτσος Κωνσταντίνος, Ένας διάλογος για την ποίηση, Ερμής 1975
Τζιόβας, Δημήτρης, Ο μύθος της γενιάς του τριάντα, Πόλις 2011
Bergson, Henri, Ύλη και Μνήμη (μτφρ. Πολυξένης Ζινδριλή και Δημήτρη Υφαντή), Ροές 2013      
Vitti, Mario, Φθορά και λόγος· εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Εστία 1978

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: