Το υπαρξιστικό ντεμπούτο του Χάμσουν που σηματοδότησε την αρχή του 20ού αιώνα στη λογοτεχνία

Ο Knut Hamsun (φωτ. Alvilde Torp)
Ο Knut Hamsun (φωτ. Alvilde Torp)



Παρ’ ότι βραβεύτηκε με Νομπέλ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία το 1920 για το μνημειώδες μυθιστόρημά του, Η ευλογία της Γης (1917) (μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος), το όνομα του Νορβηγού συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν αμαυρώθηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εξαιτίας της συμπάθειάς του προς τον ναζισμό και της προσωπικής του σχέσης με τον Αδόλφο Χίτλερ και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της ναζιστικής Γερμανίας. Ο λόγος όμως που ο Χάμσουν θαυμάστηκε από λογοτέχνες, όπως τους Τόμας Μαν, Φραντς Κάφκα, Μαξίμ Γκόρκι, Στέφαν Τσβάιχ, Χένρι Μίλερ, Έρμαν Έσε, Τζον Φαντ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, δεν ήταν ούτε η πολιτική του στάση του κατά τη διάρκεια του πολέμου, ούτε το μυθιστόρημα για το οποίο κέρδισε το Νομπέλ, αλλά το ντοστογεφσκικό του ντεμπούτο, Η πείνα (1890) (μτφρ. Δ. Παπαγρηγοράκης, εκδ. Μεταίχμιο), ένα μυθιστόρημα που προοικονομεί το κίνημα του Μοντερνισμού και την ψυχογραφική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Το πρώτο απόσπασμα από την «Πείνα» εκδόθηκε ανώνυμα στο δανέζικο περιοδικό Ny Jord τον Νοέμβριο του 1888, ενώ μετά την πλήρη έκδοσή του το 1898, ο Χάμσουν συνέχισε να κάνει διορθώσεις, που εκδόθηκαν το 1899, το 1907 και το 1916.
Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ένας ανώνυμος συγγραφέας που ζει στην Χριστιανία (δηλαδή το σημερινό Όσλο) στα τέλη του 19ου αιώνα και προσπαθεί να κερδίσει το ψωμί του γράφοντας άρθρα για τις τοπικές εφημερίδες. Συχνά άστεγος και μονίμως πεινασμένος, ο συγγραφέας γνωρίζει μια κοπέλα της οποίας το όνομα δεν ξέρει και φαντασιώνεται πως πρόκειται για την μυθική πριγκίπισσα Υλαγιαλή. Περήφανος και αθεράπευτα ρομαντικός, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας σχεδόν δεν δέχεται τις λιγοστές κορόνες που του παρέχονται, είτε από κάποιον εκδότη, είτε ανώνυμα από την αγαπημένη του Υλαγιαλή, καθώς πρώτα φροντίζει να εξοφλεί τα χρέη του σε σπιτονοικοκυρές που τον απειλούν με έξωση —ακόμα κι αν τελικά αναγκάζεται να φύγει από το συγκεκριμένο κατάλυμα— και ύστερα να φάει, ακόμα κι αν πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου. Όπως ομολογεί κάποια στιγμή και ο ίδιος, η Χριστιανία είναι «μια παράξενη πόλη που δεν εγκαταλείπεις χωρίς να έχει αφήσει τα σημάδια της πάνω σου». Αφότου, λοιπόν έχει αναγκαστεί να πουλήσει μέχρι και τα κουμπιά του παλτού του, αλλά και να χάσει κάθε αξιοπρέπεια ως άνθρωπος, ζώντας εξαθλιωμένος στους παγωμένους δρόμους σαν ζητιάνος, ο συγγραφέας παίρνει την απόφαση να επιβιβαστεί σε ένα πλοίο και να εγκαταλείψει την Χριστιανία για πάντα.

Λιγότερο το μυθιστόρημα Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε (1910, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Κίχλη) του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και περισσότερο το διήγημα «Ένας καλλιτέχνης της πείνας» (1922, μτφρ. Θοδωρής Τσομίδης, εκδ. Gutenberg) του Φραντς Κάφκα, χρωστάνε πολλά στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Χάμσουν. Ακολουθώντας την μυητική γραμμή που ξεκίνησε με την υπαρξιστική νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Σημειώσεις από το υπόγειο (1864, μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Έρμα), η Πείνα του Χάμσουν δεν αφηγείται την ιστορία μιας κοινότητας, όπως συμβαίνει στα έργα του Ντίκενς ή του Ουγκό, για παράδειγμα, αλλά το τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό και την ψυχή του κεντρικού χαρακτήρα. Μαζί με τον Ζορίς-Καρλ Ισμάν και τον Άρτουρ Σνίτσλερ, επηρεασμένος ίσως και εκείνος από τον Ελβετό ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, ο Χάμσουν δημιούργησε το μοντέρνο, ψυχολογικό μυθιστόρημα, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, όφειλε να περιγράφει τον «ψίθυρο του αίματος και την έκκληση του μυελού των οστών». Με τη σειρά του, το νέο αυτό λογοτεχνικό κίνημα επηρέασε άμεσα τον Τόμας Μαν, τον Στέφαν Τσβάιχ και τον Έρμαν Έσε, αλλά έμμεσα επηρέασε ακόμα και τον Τ.Σ.Έλιοτ, τον Τζέιμς Τζόις και τον Σάμιουελ Μπέκετ, που το προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, συνοψίζοντας όλη την ιστορία του κόσμου στις καθημερινές πράξεις και σκέψεις των συμβολικών πλέον χαρακτήρων τους.

Ο Χάμσουν, μετά την Πείνα, έγραψε τα μυθιστορήματα Μυστήρια» (1892, μτφρ. Ασημίνα Βουρδάμη, εκδ. Νίκας), «Παν» (1894, μτφρ. Παύλος Νιρβάνας, εκδ. Σοκόλης) και «Βικτώρια» (1898, μτφρ. Άννα Ραδίτσα, εκδ. Ροές), πριν γράψει το βραβευμένο του έργο Η ευλογία της Γης το 1917. Η Πείνα μεταφράστηκε σχεδόν αμέσως στα αγγλικά, το 1899, από την διηγηματογράφο Τζορτζ Έγκερτον. Το 1966 μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη από τον Δανό σκηνοθέτη Χένινγκ Κάρλσεν, με τον Περ Όσκαρσον στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έκτοτε έχουν γίνει δύο ακόμα μεταφορές, μία αμερικανική παραγωγή το 2001 και μία ελληνική, υπό τον τίτλο «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» (2012), που έχει μόνο ορισμένα στοιχεία από το βιβλίο του Χάμσουν. Το 2019 μεταφέρθηκε επίσης σε «graphic novel» από τον Νορβηγό κομίστα Μάρτιν Έρνστσεν.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: