Μνήμη Αντώνη Κοντογεωργίου, του εμπνευστή των παιδικών χορωδιών
Όταν ξυπνήσανε εκείνο το πρωί, είδανε πως το ποτάμι είχε παγώσει. Κάποια παιδιά έκαναν τσουλήθρες με τούμπες πάνω σε λαμαρίνες και σκεβρωμένα σανίδια που τα είχε αρπάξει από τις στέγες το χθεσινό ανεμοσούρι. Μια λαχτάρα, καταχωνιασμένη από τον εγκλεισμό ξύπνησε μέσα του, πάμε κι εμείς μια βόλτα προτού να ραγίσουν οι πάγοι; της πρότεινε. Άλλο που δεν ήθελε κι αυτή! Έβαλε με βιάση το κίτρινο αδιάβροχο της, κατέβασε κι αυτός την τρίγωνη κουκούλα ίσαμε το μέτωπο, και προχώρησαν προς την όχθη, γλιστρώντας πάνω σε αμμοχάλικα, βλέποντας κρουσταλιασμένα τα παραποτάμια ρέματα, τις «κλωνόγυρτες ιτιές», τις ψαροκοκκαλιές από γουλιανούς, γριβάδια, άγριες πέστροφες, εκείνες τις ανυπόταχτες που ανηφορίζουν το ποτάμι κόντρα στο ρέμα, για να τις πιάσουν άναβαν ξυλοφωτιές, μέχρι που ζαλισμένες αυτές, δάγκωναν τις ουρές τους και τινάζονταν σαν σαΐτες, και, τότε αυτοί, βουτώντας στα νερά, τις άρπαζαν – μεζές από τους λίγους η καπνιστή πέστροφα… προχωρούσαν αγκαλιασμένοι, τοίχος αδιαπέραστος στον μανιασμένο αγέρα, που ξουράφι μοναχό σφύριζε σβαρνίζοντας ό,τι τύχαινε να αντιστέκεται στο πέρασμά του.
Πριν από λίγες μέρες που είχε φουσκώσει το ποτάμι, τα νερά παράσερναν με άγριο βουητό δέντρα ξεριζωμένα, ζωντανά πνιγμένα. Οι πυκνοί καλαμιώνες έγερναν από σαρίδια που είχανε σφηνωθεί στους λασπότοπους. Καλύτερα ποτάμι παγωμένο παρά πλημμυρισμένο της έλεγε, όταν μια ριπή ανέμου κάρφωσε ένα φτεράκι στο μάτι του. Δεν πρόλαβε να πει ώχ! κι άρχισε να σταλάζει κόμπους-κόμπους το αίμα του, κεντίδια στον πάγο, μα σαν για να τους παρηγορήσει, φάνηκε ένα σμάρι με πουλιά, φέρνοντας κύκλους πάνωθέ τους, τιίτ... τιττίτ...τικιτίκ… προς τα θαμπόλευκα βασίλεια.
Να ’ταν ποταμοσφυρίχτρες; ποταμογλάρονα; Πάπιες τρέχοντας πάνω-κάτω στη γυμνή, σαν γυάλινη πίστα επιφάνεια, έπαιρναν φόρα για να σηκωθούν ψηλά, και άλλες, μη βρίσκοντας ψαράκια για να πιάσουν, με ράμφη απειλητικά, έκαναν πηδηματάκια χορευτικά με τα κουπιά των ποδιών τους, όταν ένας κορμοράνος τούς φώτισε με τη λάμψη των πράσινων ματιών του. Κι έτσι, προχωρώντας προς την απέναντι όχθη, διέκριναν πως είχαν ανάψει εκεί πέρα φωτιές – κι όχι μόνο για να ζεσταθούν.
Δεν κρύωναν, μια ανάσα μυστική θέρμαινε τα σωθικά τους, αχ! τρελέ, τρελέ, του έλεγε, πού μας τραβάει η καρδιά σου, και η ηχώ επέστρεφε λέτρ, ελέτρ…α-αα…
Τα χνώτα τους πάγωναν, οι μύτες στάζανε, μα η ορμή για περιπέτεια δεν καταλάγιαζε, μέχρι που ένα ρήγμα φάνηκε ανάμεσα στις παγωμένες πλάκες με υπόκωφη βουή. Το ένα της πόδι το τράβαγε με δίνες ύπουλη ρουφήχτρα, κι όσο και αν την δίπλωνε αυτός σφιχτά πάνω στα πλευρά του, εκείνη γλίστραγε, χάνονταν, απελπισμένα την άρπαξε από τους ώμους, το κενό όμως μεγάλωνε, οι κρίκοι μιας αλυσίδας αθέατης έσπαγαν, ωσότου αφήνοντάς την κάτω, την μια πέφτοντας, την άλλη έρποντας, φτάσανε στην απέναντι όχθη.
Στραφτάλιζαν τα κρύσταλλα πάνω στα δέντρα, κάτω ανάλγητοι θηρευτές έστηναν ξόβεργες για να ξεγελάσουν με ψίχουλα τα πεινασμένα φτερωτά, μα σκόρπισαν, όταν μια βουτηχτάρα με στιγγές φωνές χύμηξε καταπάνω τους, έχοντας ένα πουλάκι φορτωμένο στην ράχη της.
Κι έτσι που ήμασταν αποκαμωμένοι, ακουμπώντας τη ράχη μας σε μια πλαγιασμένη σχεδία, βλέποντας τα άφοβα κυκλάμινα να ξεπροβάλλουν από τις σχισμές των βράχων, θυμηθήκαμε το λίντερ από το Χειμωνιάτικο ταξίδι του Σούμπερτ:
…χιόνι, ξέρεις την νοσταλγία μου
πες μου πού πας;
ακολούθησε τα δάκρυά μου
και θα σε πάρει το ρεματάκι
στο σπίτι της πολυαγαπημένης μου…
Στον δρόμο του γυρισμού ντροπαλά μπεκατσίνια μας συνοδεύανε, δείχνοντάς πάνω σε μια ξέρα ένα νερόμυλο. Το θολωτό του παραθύρι φεγγοβολούσε αν εδώ και χρόνια ο μύλος αυτός δεν άλεθε ούτε ένα σπυρί σιτάρι, ούτε ένα κόκκο καλαμπόκι.
Περάσαμε μέσα, στο τζάκι ένας γεράκος συνδαύλιζε ξύλα, φλόγες αδίστακτες τα ροκάνιζαν, οι ανταύγειες τους έβαφαν τα δοκάρια της στέγης, απ’ όπου με σιδερόβεργες, κρεμόταν ξεραμένα τσιρόνια.
― Μεριάστε... το καλοκαίρι τα σβάρνιζα πάνω στα βράχια για να μαλακώσουν, καιρός να φαγωθούν, τους είπε. Έχω και ουζάκι από κούμαρα.
―...μα αυτός δεν είναι ο περαματάρης που λέγανε πως πνίγηκε;
―... που θέλανε να πνιγεί, τους διόρθωσε, και, γεμίζοντας τα ποτήρια τους, άρχισε να σιγοτραγουδάει:
Ταιριάζουν ρόδες μύλου
σε κάθε ποταμό
...ποτάμι κάτω πέρα
εβούιζε μ’ ορμή
για ποιά βουή μιλάω
βουή δεν είν’ αυτό
νεράιδες τραγουδάνε
σ’ αυτόν τον ποταμό…*
Κι αλλάζοντας ρυθμό συνέχισε:
…το πλοίο που βυθίζεται
δεν είναι από ξύλο
είναι από κόκαλα που έλιωσαν
των αποκλήρων
γι’ αυτό και πάει ανάλαφρα προς τον βυθό
γι’ αυτό και το κατάρτι του
γέρνει γλυκά σαν ύπνος…
Γλυκά μας πήρε κι εμάς ο ύπνος πάνω σ’ εκείνα τα άσπρα τσουβαλάκια, που μέσα τους βάζανε κάποτε τα γεννήματα, μέχρι που μας ξυπνήσανε φωνές με λέξεις άγνωστης λαλιάς. Ο αέρας έφερνε αποκαΐδια από φωτιές που είχαν φουντώσει για τα καλά στην πέρα όχθη, μαζί με μισοκαμμένες σελίδες και μια πάχνη από κάρβουνο, που σου ’κοβε την ανάσα. Μα το τι γινόταν στον βέβηλο εκείνον τον τόπο, το μάθαμε αργότερα: έριχναν με προδοτικές κραυγές βιβλία στις φλόγες!
Ο πιο σκληρός πάγος είναι εκείνος, που για μια στιγμή λιώνει απ’ τις ακτίνες, μα, μόλις χαθεί ο ήλιος ξαναγίνεται σαν... σαν.. κι έψαχνα κάτι που να ταιριάζει – μα ποια λέξη βρίσκεται για να δείχνει τον πάγο μιας σκληρής καρδιάς;
Περπατούσαμε με φόβο, μη μας σύρει προς τα κάτω καμιά άλλη καταβόθρα, όταν είδαμε ένα ψαρόνι με ράμφος σαν αγκίστρι, να τρυπά και να σπάνει την παγωμένη κρούστα. Ναι, το πουλάκι αυτό που λένε πως είναι και μεγάλος μίμος, μας έσπρωχνε στον χαμό κι αρχίσαμε να βουλιάζουμε σε χάσμα που ολοένα μεγάλωνε…
Μόνοι μας πατήσαμε στο χώμα ή κάποιος να μας τράβηξε έξω; Να ’ταν ο άγιος από τα Μύρα που και τα κύματα μερώνει; Κομμάτια πάγου χτυπιότανε μεταξύ τους με γδούπο στο ανεμόδαρμα. Ψηλά, ένας γερανός γυροπετούσε αθόρυβα, και, δίχως να χτυπάει τις φτερούγες του, ισορροπούσε στον αέρα, ακροατής μιας μουσικής με νότες και άηχες νιφάδες σε μπάσο κοντίνουο.
* Στίχοι του Βίλχελμ Μίλερ, από την Ωραία μυλωνού του Σούμπερτ.