Η θεωρία του ακατάβλητου αιγάγρου

Η θεωρία του ακατάβλητου αιγάγρου




Εμφανίστηκε αξημέρωτα στο γραφείο.
Νέος, όχι περιωπής, κοντά ή λίγο μετά τα τριάντα. Έπαιζε τα δάχτυλά του νευρικά πάνω στην ακμή του ξύλου. Η αναφορά του είχε φτάσει πλήρης στην ώρα της χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους. Έφερε τον τίτλο: Το σύνδρομο του ακατάβλητου αιγάγρου και στο κενό της ζητούμενης θεραπείας Να γυρίσει το κριάρι στο κοπάδι.
Η γραμματέας, που παρέλαβε την αίτησή του, μου τηλεφώνησε προβληματισμένη.
«Να την βάλω στις αμφιλεγόμενες;»
«Όχι, θα την εξετάσω ο ίδιος», είπα χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα.
Ήταν 3:00 τα ξημερώματα και η κρίση μου προφανώς όχι στην καλύτερη κατάσταση.
Σήμερα ήταν η σειρά της να εφημερεύει και την είχε λάβει με… ρίψη κάτω από την πόρτα! Δεχόμασταν όλων των ειδών τα μηνύματα, φακέλους, ηλεκτρονικά, με κούριερ, ακόμη και sms. Για τους συστημένους φακέλους είχαμε τοποθετήσει ένα ειδικό ταχυδρομικό κουτί στο πλάι της εξώπορτας. Η πόρτα ήταν πάντα διπλοκλειδωμένη, ειδικά κατά τις βραδινές εφημερίες. Το κουτί συνδεόταν με ένα άλλο που βρισκόταν στον προθάλαμο κι έτσι η γραμματέας μπορούσε, κάθε φορά, να τα λάβει και να τα αξιολογήσει.
Σηκώθηκα και ντύθηκα βιαστικά. Ο οδηγός μου λαγοκοιμόταν στο μπροστινό κάθισμα, που ήταν γερμένο ελαφρώς προς τα πίσω.
«Ε, παλικάρι, ξύπνα! Φεύγουμε!»
Δεν τον ξυπνούσα και πολύ συχνά στην μέση της νύχτας, γι’ αυτό σηκώθηκε μάλλον απρόθυμα. Ζήτησε πέντε λεπτά πριν ξεκινήσουμε. Του υποσχέθηκα πως στον δρόμο, θα τον κερνούσα καφέ.
Φτάνοντας στο γραφείο η κοπέλα αιφνιδιάστηκε. Υπήρχε κάποιος έξω από το γραφείο που έκοβε νευρικά βόλτες πάνω-κάτω, αλλά πότε τέτοια περιστατικά δεν με είχαν κινητοποιήσει τόσο άμεσα. Της είπα να μην ανησυχεί και να ανάψει την φωτεινή ένδειξη ότι παρίστατο εντός κάποιος υπεύθυνος.
Πήρα την θέση μου πίσω από το γραφείο και λίγο αργότερα η κοπέλα έφερε τον αποστολέα της επιστολής. Ανταλλάξαμε μία τυπική χειρονομία, όπως δύο άνθρωποι που δεν γνωρίζονταν. Του ζήτησα να μου εξηγήσει με συντομία τι ακριβώς ήθελε από μας. Ο νεαρός άνδρας με παρέπεμψε στην αίτηση που είχε ήδη καταθέσει.

Μου πήρε μία ζωή, αλλά το κατάλαβα· δεν ήταν πως δεν προσπαθούσα αρκετά ως τώρα. Το πρόβλημα για το άστοχο της ύπαρξής μου είναι πως έχω-προφανώς-κακό κάρμα. Φαντάσου να σου έχει συμβεί κάτι τέτοιο και να προσπαθείς να επιβιώσεις σε έναν κόσμο γεμάτο με θετικά και επιθετικά καθάρματα!
Λοιπόν, βρισκόμουν κι εγώ για πολύ χαμένος σ’ αυτή την πλάνη, ώσπου προσφέρθηκε κάποιος να ανοίξει και τα δικά μου μάτια: δεν είμαι γεννημένος αίγαγρος! Ναι, ναι, μην γουρλώνετε τα μάτια! Καλά διαβάσατε. Έχω από γεννησιμιού μου λάβει κακό ριζικό, έτσι τι να κάνω, ο δύσμοιρος, αν δεν με θέλουν τα σύμπαντα και οι συναστρίες…
Τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος που δεν τον θέλει η μοίρα του;
Αν γινόταν, όμως, μ’ έναν τρόπο ν’ αλλάξει; Αν γινόμουν αίγαγρος, έστω κι αν όχι τόσο ακατάβλητος και ανυπότακτος; Αν ήμουν ένας οικόσιτος τράγος και μασούσα τον σανό μου σε μια γωνιά του στάβλου. Ίσως τότε άρχιζα να μετράω αλλιώς. Εσείς τι νομίζετε;

Καθόμουν ακίνητος στην θέση μου. Δεν υπήρχε μέσα μου καμιά αντίδραση να κρύψω. Είχα παγώσει τόσο όσο ποτέ άλλοτε. Το αίτημα του ήταν πρακτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί.
«Πιστεύω πως γνωρίζετε την απάντησή μου. Είναι, πραγματικά, αδύνατο κάτι τέτοιο. Είναι αξιωματικά αδύνατο ν’ αλλάξει κανείς την ζωική ύπαρξή του», είπα διατηρώντας, ως εκ θαύματος, την ψυχραιμία μου.
Ο πελάτης δεν έδειχνε να εκπλήσσεται, γεγονός που με έφερε σε ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση.
«Μα γι’ αυτό είμαι εδώ. Θέλω να μου βρείτε λύση!»
Ακούγοντάς τον να επαναλαμβάνει την σκέψη μου αισθάνθηκα σαν φως που τρυπάει το σκοτάδι.
«Κοιτάξτε τότε. Θέλω να πάτε σπίτι και για τρεις ολόκληρες μέρες να τρώτε γρασίδι από τον κήπο. Μετά να έρθετε να με ξαναδείτε».
Τον αποχαιρέτησα κι έκλεισα την πόρτα χαμογελώντας αυτάρεσκα.
Ύστερα από τρεις μέρες ήρθε και πάλι. Ανταλλάξαμε χειραψία και τον ρώτησα:
«Τι έγινε; Φάγατε γρασίδι;»
«Με συγχωρείτε, αλλά όχι! Δεν μπόρεσα…»
«Καλά, δεν πειράζει! Δοκιμάστε τις τρεις επόμενες να μασουλήσετε κλαδιά ελιάς».
Αποχαιρετιστήκαμε θερμά κι έφυγε.
Την έκτη μέρα επέστρεψε, αν και κάπως προβληματισμένος.
«Νόστιμα τα κλαδιά ελιάς;»
«Κύριε, δεν έφαγα κλαδιά ελιάς. Δεν είναι κατάλληλη τροφή για ανθρώπους!»
«Καλώς! Θα ήθελα, τότε, για τρεις μέρες να ζήσετε σε απόκρημνα βράχια σαλταπηδώντας από κορυφή σε κορυφή».
Φόρεσε το πανωφόρι του κι έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει.
Την ένατη μέρα τον περίμενα από τα αξημέρωτα. Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν η γραμματέας μου είπε πως φεύγει, αλλά θα έμενε, αν ήθελα. Αρνήθηκα ευγενικά,.
Κατά τις εντεκάμιση το βράδυ χτύπησε το κουδούνι ένας αγχωμένος κούριερ. Μου παρέδωσε έναν καφέ φάκελο και βγήκε βρίζοντας γιατί δούλευε απλήρωτες υπερωρίες, κατά τα λεγόμενά του. Ο φάκελος περιείχε ένα γράμμα και μία επαγγελματική κάρτα. Ο πελάτης έγραφε ότι λυπόταν πολύ που δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί σαν ζώο και εξέφραζε ανησυχίες για την ψυχική μου υγεία. Μου είχε μάλιστα προπληρώσει συνεδρίες στον ψυχίατρο που ανέγραφε η κάρτα.
Του επέστρεψα την επομένη με δικό μου διανομέα τον φάκελο γράφοντας πίσω από τα κάρτα: Ευχαριστώ, αλλά δεν ήμουν εγώ εκείνος που αμφέβαλλε…

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: