Το μαύρο τηλέφωνο & άλλα ποιήματα

–––––––––––––––


«Η ποίησή μου είναι αποτέλεσμα αυτού που είμαι ως άνθρωπος και της ζωής μου, έχει δηλώσει ο Βαλενθιανός ποιητής Φρανθίσκο Μπρίνες (1932-2021) σχετικά με το αποκρυστάλλωμα των συμβάντων στον κόσμο των στίχων του. Εκεί που η υπάρχουσα πραγματικότητα εντοπίζεται ως νέα και, άρα, ως τέτοια, αποβαίνει σύνολο υφολογικού στοιχήματος.
Κατά συνέπεια, το διακύβευμα, για τον ποιητή, θα είναι να φτάσει, να κατακτήσει ξανά την πραγματικότητα. Διά των λέξεων που ως δυνάμεις αποσαφηνίζουν το τραύμα, τη συσσωρευμένη σιωπή και την πηγή ή και τις πηγές της, καθώς και την επιθυμία σύναψης σχέσης με αυτό το ποιητικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για ένα υπερβατικό ανώτερο ον της βιωμένης ζωής, η οποία συνήθιζε να εμπλέκει τις έριδες και την ενοχή, ώστε να μην είναι ισάξια της υπαρξιακής στάσης απέναντι στη ζωή.
Όχι πια. Στην ποίηση ο ένας ορίζοντας της εμπειρίας διαυγάζεται προς νέες δυνατότητες, ώστε στην ποιηματική συνάφεια να μπορούμε να διαβλέπουμε βαθμούς εμπειρίας, αντί για μία αδιαίρετη και ακατέργαστη κατάσταση.
Ανήκοντας στη γενιά του ‘50, ο Φρανθίσκο Μπρίνες τιμημένος με το βραβείο της Ισπανικής Λογοτεχνίας Μιγκέλ ντε Θερβάντες το 2020, επιχείρησε την προσωπική του καταβύθιση στα θέματα του εμφυλίου της χώρας του ―ένας πόλεμος που ξεκίνησε το 1936 για να κλείσει το 1939 με την επικράτηση του Φράνκο― και απέδωσε μέσα από τους στίχους του το κενό, τις ματαιώσεις, τη θλίψη και τους τόνους αβεβαιότητας για το αύριο. Από την άλλη, η πίστη στη ζωή δεν έχει αμαυρωθεί. Και τούτο διότι, η ζωή εξακολουθεί να τον απασχολεί, να τον ενδιαφέρει.
Στην ποίηση, βέβαια, δεν αναζητούμε την αλήθεια: ο Μπρίνες φαίνεται να συμφωνεί με τον Κάρολο Μπουσόνιο, στον οποίο αποδίδεται η πατρότητα της φράσης. Εννοείται πως μας αφορά αυτό που το ποίημα αφηγείται. Αυτό είναι που υπαγορεύει και τη μετέπειτα συγκίνηση. Ως δημιουργό, τον απασχόλησε η αφήγηση μέσα στο ποίημα. Σημαντικότερο όλων, όμως, είναι το ποίημα να συντελέσει ως σώμα στη μετάδοση του έντονου συναισθήματος, το οποίο μπορεί να επικοινωνηθεί με καθολικό τρόπο, καθολικότερα της αλήθειας που υποβάλλεται σε μια άλλης τάξεως αξιολόγηση.
Η αλήθεια της ποίησης του Μπρίνες τον καθιερώνει μοναδικό στο είδος του. Ο ποιητής γράφει εξ ονόματος της ατομικότητάς του, αν και επιχειρεί να αγκαλιάσει την ανθρωπότητα μέσα από τη σύνθεση και τη μαγιά των στίχων του. Όμοια με άλλους ποιητές, όπως ο Καμπαγιέρο Μπονάλντ (τιμημένος με το ομώνυμο βραβείο Θερβάντες το 2012) της ίδιας γενιάς του ‘50, διακτινίζεται σε ένα αύριο σκοτεινό από το βάρος του παρελθόντος αλλά φωτεινό επειδή η ζωή διασφαλίζει την μεταστροφή και την ιδεαλιστική όψη της συναισθηματικής ουσίας. Οι άνθρωποι θα ερωτευόμαστε, θα αγαπάμε, θα κινούμαστε μαζί. Θα πιστεύουμε ο ένας τον άλλον.
Κατά συνέπεια, ας κρατήσουμε αυτό, ότι ο Μπρίνες θέλησε να μας μεταφέρει την ανθρώπινη συναισθηματική εμπειρία, αυτή που αναζητούσε κι ο ίδιος ως αναγνώστης πέρα από γνώμες και εντυπώσεις των άλλων. Είναι η εσωτερικευμένη ματιά που έχουμε ενσταλάξει στα βιώματά μας και προσβλέπουμε στο μέλλον λαμβάνοντάς την υπόψη.
Για τον Μπρίνες, η εκφραστικότητα του ποιήματος επαφίεται στην αναζήτηση της πρωτοτυπίας της λέξης, της προσωπικής φωνής, αλλά και στην μεταχείριση των περασμένων θεμάτων με νοσταλγία. Μπορεί και ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που έμεινε, στη σκόνη του χρόνου, προκειμένου να αναδείξει την ανθρώπινη φύση ως το τραύμα του, ενόσω κινείται στο τώρα, στο παρόν του φευγαλέου και εύθραυστου. Ως σύνολο στιγμών έντασης, έκστασης από την πρότερη ζωή που δεν δαπανήθηκε άσκοπα αλλά μετουσιώθηκε σε κτήμα των άλλων, διά της ανάγνωσης. Ο Φρανθίσκο Μπρίνες εξακολουθεί και επιδρά στις ποιητικές αναζητήσεις του σήμερα, μεταδίδοντάς μας τη συνέχεια των στίχων του, όπως το σπίτι της παιδικής του ηλικίας στις πορτοκαλιές σε γαλανό φόντο τού εγγυόταν τη συνέχεια όλων των ηλικιών του. Λιτοί και δυνατοί, οι στίχοι του αποπνέουν μια αίσθηση κατεπείγοντος και αδύνατου μηνύματος, το οποίο, ωστόσο, επικοινωνείται. Γνώστες και παραλήπτες αυτής της αίσθησης, μπορούμε να εκτιμούμε την ουσία της ποίησής του στο σήμερα.

Α. Κ.



Ο Φρανθίσκο Μπρίνες
Ο Φρανθίσκο Μπρίνες


ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΤΗΡΙ

Υπάρχουν φορές που η ψυχή
σπάει όπως ένα ποτήρι
και προτού γίνει κομμάτια
και πεθάνει (διότι και τα πράγματα
πεθαίνουν), γέμισέ το με νερό
και πιες,
             θέλω να πω, άσε
τις λέξεις να ξοδευτούν, να καλοπλυθούν
στα άδυτα της τσακισμένης
ψυχής σου
και, εάν μπορούν, ας τραγουδήσουν.

                (Το ποίημα)


*Μόνο το επίθετο τσακισμένη στην ψυχή απέδωσα, ενώ στο πρωτότυπο αφορούσε στο ουσιαστικό fondo.



ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Έχω σχηματίσει τους παλιούς αριθμούς
με μια θολή επιθυμία να απαντήσουν,
γνωρίζοντας πια πως δεν με περίμενε κανείς.
Με μια μάταιη επιθυμία να ακούσω φωνές αγαπημένες
και να αναγνώριζαν κι εκείνοι τη φωνή μου.
Μαύρο είναι το τηλέφωνό μο
και μέσα στη νύχτα, πιο μαύρη ακόμη,
άκουγα μόνο τον ήχο που καλούσε κάποιους τάφους.
Κι εγώ στο σπίτι μου μόνος.
                 Διαλύεται το πρωινό
στο θαμπό κρύσταλλο. Πλησιάζει το καλοκαίρι.

Τραγουδούν (τα ίδια;) τα πουλιά,
Και δεν ξέρω εάν υπάρχει παρηγοριά.

Με το φως που ξεσκεπάζει ξημερώνει.
Γυμνός στο κρεβάτι
                 και το τηλέφωνο χτυπάει.
Βιάζομαι. Λέω παρακαλώ.
Συνεχίζει η σιωπή και ξέρω πως μιλούν διαρκώς.
Βγαίνει η φωνή από κάποιο νεκρό στόμα,
ή μήπως, εξαπατημένος τόσο, είναι μόνο στην κώφωσή μου;
Ακούω πάλι τα πουλιά. Και ξέρω ότι είναι τα ίδια
που τραγουδούσαν τότε, τόσο εύθραυστα κι αιώνια.
Πρέπει να μιλήσω. Με ποιον,
αν δεν βγαίνουν ούτε ήχοι από το στόμα μου.


ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΗΝ ΟΞΦΟΡΔΗ

Σας κοιτώ
και βλέπω τα νεαρά σώματά σας καθαρά,
ίσα που διακρίνω τις παλιές διαφορές σας.
Μόνο κάποιο μεταλλικό δόντι, διότι εκείνα τα χαμόγελα
έχουν μεταμορφωθεί στον τρόμο ενός βαθιού χασμουρητού.
Μετά βίας αναγνωρίζω τη φυλετική σας διάκριση,
κράμα δειλίας κι αρπαγής,
ενώ σας ηχεί πένθιμη η φωνή μου, στη σύντομη απόσταση
που χωρίζει τον ένα σκελετό από τον άλλο.
Διότι σας μιλώ για έναν νεκρό,
για κάποιον που διαμένει στην αιώνια υγρασία
και δεν αληθεύει ότι είναι πιο ζωντανός από εμάς,
όπως προτίθεμαι να σας βεβαιώσω.
Πέφτει στάχτη στα παράθυρα,
νεκρά φύλλα χωρίς χυμό και το σκιάχτρο του ουρανού
δίχως χρώμα.

(Μόνο ένα ισχυρό πτώμα που θα ονειρευόταν
θα μπορούσε να μας πλάσει με τέτοιο τρόπο).



ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΠΟΝΕΡΑ

Σε αυτόν τον οικογενειακό αποχαιρετισμό
βαραίνει, στα μάτια της νέας,
μία πυκνή ομίχλη,
η υπνηλία του θανάτου. Πιο ήρεμη,
προς τη μουγγή χώρα του μαύρου αέρα
προχωρά. Η τρυφερή ηλικία της, προσηλωμένη
με αγάπη στην πέτρα, ακόμη διαρκεί
όπως ο ύστατος δόλος της ζωής.
(Αχανές είναι το βασίλειο που την υποδέχεται και κρύο).

Κοιτά τα απόνερα σιωπηλός ο άνθρωπος:
των ζωντανών είναι μόνο η επιθυμία
της αθανασίας.


ΤΑ ΣΥΝΩΝΥΜΑ

Στο επέκεινα του φωτός βρίσκεται η σκιά,
και πίσω από τη σκιά δεν θα υπάρξει φως
ούτε σκιά. Ούτε ήχοι, ούτε σιωπή.
Ονόμασέ την αιωνιότητα, ή Θεό, ή κόλαση.
Ή μην την ονομάσεις τίποτα.
Σαν να μην συνέβη τίποτα.


ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΝΟ

Το αριστερό αυτί είναι το τίποτα,
το δεξί είναι η λήθη:
μεταξύ τους ηχεί ο καπνός.

Κανείς δεν κάλεσε ούτε το σκάει,
δεν βγαίνει ήχος πια.

Δεν υπήρξαν αυτιά.
Ούτε υπήρξε αριστερό ούτε υπάρχει δεξί.
Δεν υπάρχει σιωπή ούτε λέξεις.
Δεν υπήρξαν.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: