Ο Michel Nieva (Μπουένος Άιρες, 1988) είναι Αργεντινός συγγραφέας, μεταφραστής και πανεπιστημιακός. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Έχει εκδώσει τη συλλογή ποιημάτων Papelera de reciclaje (2011), τα μυθιστορήματα ¿Sueñan los gauchoides con ñandúes eléctricos? (Santiago Arcos, 2013), Ascenso y apogeo del Imperio Argentino (Santiago Arcos, 2018), La infancia del mundo (Anagrama, 2023), καθώς και τα δοκίμια Tecnología y barbarie (Santiago Arcos, 2020) και Ciencia ficción capitalista (Anagrama, 2024). Το 2021 ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Granta ως ένας από τους καλύτερους νέους ισπανόφωνους πεζογράφους και το 2022 απέσπασε το Βραβείο Διηγήματος O. Henry για το διήγημά του «El niño dengue», το οποίο μεταφράζουμε εδώ με τον τίτλο «Το παιδί-κουνούπι». Το συγκεκριμένο διήγημα αποτέλεσε το εναρκτήριο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Η παιδική ηλικία του κόσμου (La infancia del mundo), το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδ. Νήσος το καλοκαίρι του 2026.
Το παιδί-κουνούπι
Κανείς δεν συμπαθούσε το παιδί-κουνούπι. Δεν ξέρω αν ήταν λόγω της μακριάς προβοσκίδας του ή του αδιάκοπου και ανυπόφορου βουητού που προκαλούσε το τρίψιμο των φτερών του και αποσπούσε την προσοχή των υπόλοιπων μαθητών· το σίγουρο είναι ότι στο διάλειμμα, όταν όλα τα παιδιά ξεχύνονταν στην αυλή και μαζεύονταν για να φάνε σάντουιτς, να κουβεντιάσουν και να κάνουν αστεία, το κακόμοιρο το παιδί-κουνούπι έμενε μόνο του μέσα στην αίθουσα, στο θρανίο του, με το βλέμμα χαμένο, προσποιούμενο ότι μελετούσε με απόλυτη προσήλωση μια σελίδα από τις σημειώσεις του, για να αποφύγει την απερίγραπτη ντροπή που θα ένιωθε αν έβγαινε έξω και αποκάλυπτε σε όλους πως δεν είχε ούτε έναν φίλο για να μιλήσει.
Κυκλοφορούσαν πολλές φήμες σχετικά με την καταγωγή του. Κάποιοι έλεγαν πως, λόγω των άθλιων συνθηκών στις οποίες ζούσε η οικογένειά του –σε μια παράγκα με σκουριασμένους τενεκέδες και ελαστικά όπου λίμναζε το βρόμικο νερό της βροχής– είχε εκκολαφθεί ένα νέο, μεταλλαγμένο είδος, ένα έντομο γιγαντιαίων διαστάσεων, που βίασε και άφησε έγκυο τη μητέρα του, αφού πρώτα είχε σκοτώσει τον άντρα της με φρικτό τρόπο. Άλλοι, πάλι, ισχυρίζονταν πως το γιγάντιο έντομο είχε βιάσει και μολύνει τον πατέρα, ο οποίος, με τη σειρά του, όταν εκσπερμάτωσε μέσα στη μητέρα, γονιμοποίησε αυτό το αλλόκοτο και δυσοίωνο πλάσμα και πως όταν το είδε νεογέννητο, τους εγκατέλειψε και τους δύο και εξαφανίστηκε για πάντα.
Πολλές άλλες θεωρίες, που δεν είναι η ώρα τώρα να τις αναλύσουμε, ακούγονταν για το κακόμοιρο το παιδί. Το βέβαιο είναι ότι όταν οι συμμαθητές του, κάθε φορά που βαριόντουσαν, συνειδητοποιούσαν ότι το παιδί-κουνούπι είχε μείνει μόνο του στην τάξη, προσποιούμενο πως μελετάει τα μαθήματά του, δεν έχαναν την παραμικρή ευκαιρία να το πειράξουν:
«Ρε κουνουποπαίδι, είναι αλήθεια ότι τη μαμά σου τη βίασε ένα κουνούπι;»
«Έι, βρωμοζωύφιο, πώς είναι να προέρχεσαι από το σάπιο χύσι ενός εντόμου;»
«Ρε παλιοκούνουπο, αλήθεια είναι πως η γριά σου έχει για μουνί μια μουχλιασμένη τρύπα, γεμάτη σκουλήκια, κατσαρίδες και άλλα σιχαμερά πλάσματα, κι ότι από εκεί ξεφύτρωσες κι εσύ;»
Αμέσως οι κεραίες του παιδιού-κουνουπιού άρχιζαν να τρέμουν από οργή και αγανάκτηση, ενώ οι μικροί τραμπούκοι έφευγαν μέσα στα γέλια, αφήνοντας το παιδί-κουνούπι μόνο, να καταπίνει βουβά τον πόνο του.
Η ζωή του παιδιού-κουνουπιού δεν ήταν πολύ καλύτερη στο σπίτι του. Η μητέρα του (εκείνο θεωρούσε) το έβλεπε σαν ένα βάρος, μια ανωμαλία της φύσης που της είχε καταστρέψει τη ζωή μια για πάντα. Μια μητέρα μόνη, με ένα παιδί; Το να μεγαλώνεις ένα παιδί υπό τέτοιες συνθήκες είναι πάντοτε δύσκολο, αλλά, με την πάροδο των χρόνων, το παιδί θα γίνει πηγή χαράς για τη μητέρα, έτσι ώστε να νιώσει πως οι κόποι της ανταμείφθηκαν, και τελικά το παιδί θα γίνει έφηβος και ο έφηβος μετά θα γίνει ενήλικας, ο οποίος θα μπορέσει να συμπαρασταθεί, να βοηθήσει και να συντηρήσει οικονομικά τη μητέρα, η οποία, όταν γεράσει, θα ατενίζει με νοσταλγία τα περασμένα, το όμορφο κοινό παρελθόν τους, και θα νιώθει υπερηφάνεια για την πρόοδο και τα επιτεύγματα του πρωτότοκού της. Αλλά ένα μεταλλαγμένο παιδί, ένα παιδί-κουνούπι; Αυτό είναι ένα τέρας που θα πρέπει να το ταΐζεις και να το κουβαλάς μαζί σου ως τον τάφο. Μια γενετική παρέκκλιση, ένα αρρωστημένο υβρίδιο μεταξύ ανθρώπου και εντόμου, που, μπροστά στο αηδιασμένο βλέμμα οικείων και ξένων, θα προκαλεί μόνο ντροπή, αλλά σε καμία περίπτωση, ποτέ των ποτών, δεν θα χαρίσει το παραμικρό χαμόγελο, την παραμικρή ευχαρίστηση στη μητέρα του.
Γι’ αυτό (εκείνο θεωρούσε) η μητέρα του το μισούσε και το αντιμετώπιζε με μνησικακία.
Η αλήθεια είναι πως η μητέρα δούλευε νυχθημερόν για να συντηρήσει το παιδί της. Κάθε μέρα, χωρίς ανάπαυλα ούτε αργίες, ταξίδευε στριμωγμένη σαν σαρδέλα σε ένα θαλάσσιο λεωφορείο, διανύοντας την κουραστική απόσταση των εκατό πενήντα χιλιομέτρων μέχρι να φτάσει στη Σάντα Ρόσα. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, εργαζόταν ως οικιακή βοηθός σε ένα κτίριο στο κέντρο της πόλης, ενώ τα Σάββατα και τις Κυριακές δούλευε ως νταντά σε σπίτια πλουσίων στις αστικές συνοικίες της ίδιας πόλης. Όταν επέστρεφε το βράδυ στο σπίτι της, εξαντλημένη, φορτωμένη με τη σκληρή μεταχείριση που είχε υποστεί από τους εργοδότες της, δεν της είχε απομείνει πλέον καθόλου υπομονή. Μερικές φορές, καθώς άνοιγε την πόρτα και αντίκριζε το χάος που είχε δημιουργήσει το παιδί-κουνούπι στα τραπέζια και στο πάτωμα –όχι από πρόθεση, αλλά επειδή δεν είχε χέρια–, του φώναζε:
«Άχρηστο πλάσμα, κοίτα τι χαμό έχεις κάνει!»
Ξεσπώντας τον θυμό της, το κυνηγούσε με τη σκούπα, ενώ το έντομο πετούσε αδέξια στην κουζίνα, ρίχνοντας κατσαρόλες και πιάτα από τα ράφια στο πάτωμα, μεγαλώνοντας την ακαταστασία και την καταστροφή, ώσπου η μητέρα αγανακτούσε και άρχιζε να καθαρίζει, παραιτημένη – αν και (εκείνο θεωρούσε) το λοξοκοιτούσε με αμείλικτο μίσος.
Η μητέρα του παιδιού-κουνουπιού ήταν ακόμα πολύ νέα και όμορφη, και καθώς δεν είχε χρόνο για να βγαίνει και να γνωρίζει άντρες, όταν πίστευε ότι ο γιος της είχε αποκοιμηθεί, έδινε διαδικτυακά ραντεβού, κλειδωμένη στο δωμάτιό της. Το παιδί-κουνούπι, ξαπλωμένο στο ράντζο του, την άκουγε τότε να μιλάει ενθουσιασμένη και, μερικές φορές, να γελάει.
Να γελάει!
Μια τόσο όμορφη εκδήλωση χαράς, που ποτέ δεν είχε φανερώσει μπροστά του. Τότε, από περιέργεια (καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια για να εξουδετερώσει το βουητό που προκαλούσαν τα φτερά του), το παιδί-κουνούπι πετούσε αθόρυβα από την κουζίνα ως την πόρτα της μητέρας, και κολλούσε ένα από τα ομματίδια του μωσαϊκού οφθαλμού του στην κλειδαρότρυπα. Η μητέρα, όπως ακριβώς υποψιαζόταν, φαινόταν ευτυχισμένη, έλαμπε μες στο πανέμορφο φλοράλ φόρεμά της, γελούσε κι έλεγε αστεία, μεταμορφωνόταν σε μια γυναίκα ως τότε άγνωστη στο παιδί-κουνούπι, σε έναν σχεδόν άλλο άνθρωπο, καθώς στην καθημερινότητα που μοιραζόταν μαζί του, ήταν πάντοτε κουρασμένη, σκυθρωπή ή θλιμμένη.
Ξαφνικά, το παιδί-κουνούπι, ενώ κρυφοκοίταζε από την κλειδαρότρυπα, σκοτείνιαζε μέσα του και αναλογιζόταν πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή της μητέρας του, εάν δεν είχε την ατυχία να τη βιάσει ένα τερατώδες κουνούπι και να της αφήσει για παιδί ένα μεταλλαγμένο και μολυσμένο πλάσμα.
Τρόμος φρικτός της πιο πικρής αλήθειας!
Εκείνο –ένα τέρας– που είχε καταστρέψει για πάντα τη ζωή της μητέρας του!
Ήταν τότε, την ώρα της αϋπνίας και του αμυδρού φωτός, που το παιδί-κουνούπι γύριζε στο δωμάτιό του και, αντικρίζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, ζάρωνε από τρόμο και αηδία.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να υπάρχουν αυτάκια, το παιδί-κουνούπι είχε χοντρές, τριχωτές κεραίες.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να βλέπει μια μυτούλα, το παιδί-κουνούπι είχε μια μακριά προβοσκίδα, μαύρη σαν καμένο κούτσουρο.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να δει ένα στοματάκι, το παιδί-κουνούπι είχε την παραμορφωμένη σάρκα των απαίσιων σαγονιών του.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να βλέπει ματάκια στο χρώμα των δικών της, το παιδί-κουνούπι είχε δυο αλλόκοτους καστανόχρωμους βολβούς, αποτελούμενους από εκατοντάδες ομματίδια που κινούνταν αυτόνομα και ασυντόνιστα, προκαλώντας αποστροφή κι αηδία.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να βλέπει δυο στρουμπουλά ποδαράκια με χαριτωμένα δαχτυλάκια μωρού, το παιδί-κουνούπι είχε δίχρωμα άκρα, απελπιστικά λεπτά, σαν τέσσερις βελόνες.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να υπάρχει μια απαλή κοιλίτσα, το παιδί-κουνούπι είχε μια τραχιά, σκληρή και σχεδόν διάφανη κοιλιακή χώρα, μέσα από την οποία διακρινόταν ένα κουβάρι από πρασινωπά, αποκρουστικά έντερα.
Εκεί όπου η μητέρα θα ήθελε να υπάρχουν χεράκια, φύτρωναν φτερά, με φλέβες σαν κιρσούς σε γεροντικό σώμα· και εκεί όπου θα ήθελε να ακούει τα γελάκια του και τα γοητευτικά του κλαψουρίσματα, υπήρχε μόνο ένα αδιάκοπο, παρανοϊκό βουητό που τσουρούφλιζε τα νεύρα ακόμη και του πιο ήρεμου ανθρώπου.
Η αντανάκλασή του, εν ολίγοις, επιβεβαίωνε αυτό που πάντα γνώριζε: ότι το σώμα του ήταν ένα άθλιο έκτρωμα.
Αναλογιζόμενο αυτή τη φρικτή βεβαιότητα, το παιδί-κουνούπι αναρωτιόταν αν, εκτός από αποκρουστικό τέρας, κάποια μέρα θα γινόταν επίσης θανάσιμη απειλή.
Στην πραγματικότητα, ήξερε πως ο μεγαλύτερος φόβος της μητέρας του –αυτός που τη βασάνιζε μέρα και νύχτα– ήταν πως το παιδί-κουνούπι, όταν θα μεγάλωνε και θα γινόταν άντρας-κουνούπι, ίσως να μην μπορούσε να ελέγξει το μοιραίο ένστικτό του, και να άρχιζε να τσιμπά και να μεταδίδει τον δάγκειο πυρετό σε όλους – ακόμα και στην ίδια ή σε κάποιον συμμαθητή του. Ένα παιδί που, εκτός από μεταλλαγμένος φορέας του ιού, θα γινόταν και ο εκούσιος διασπορέας του· το ενθουσιώδες, φονικό όχημά του, που θα την καταδίκαζε σε ακόμη μεγαλύτερες πίκρες. Γι’ αυτό, όταν το παιδί-κουνούπι σηκωνόταν το πρωί για να πάει στο σχολείο, η μητέρα του, μαζί με το κολατσιό, του έδινε κι ένα δεύτερο ταπεράκι, και του ψιθύριζε θλιμμένα στο αυτί:
«Μικρούλη μου, να θυμάσαι πως, αν κάποια στιγμή νιώσεις μια νέα, παράξενη και ακατανίκητη ανάγκη, μπορείς να πιπιλίσεις λίγο από αυτό».
Το κακόμοιρο το παιδί-κουνούπι, απ’ την ταραχή του, χαμήλωνε το βλέμμα του και έγνεφε καταφατικά, προσπαθώντας μάταια να συγκρατήσει τα δάκρυα που έσταζαν από τα ομματίδιά του πάνω στα στοματικά του μέρη.
Με ντροπή φορτωνόταν το σακίδιο στη ράχη του και έφευγε πετώντας για το σχολείο, κουβαλώντας το ταπεινωτικό βάρος της επίγνωσης πως η ίδια η μητέρα του το θεωρούσε ως έναν δυνάμει εγκληματία, έναν επικίνδυνο φορέα μεταδοτικών και ανίατων ασθενειών. Το παιδί-κουνούπι πλημμυρισμένο από οργή, όταν βρισκόταν αρκετά μακριά από το σπίτι, πετούσε το ταπεράκι σε κάποιο φρεάτιο. Και όταν αυτό έπεφτε στο έδαφος και άνοιγε, το παιδί-κουνούπι, δίχως να χαμηλώσει το βλέμμα του –θολωμένο ακόμα από τα δάκρυα–, συνέχιζε βιαστικά την πτήση του. Το παιδί-κουνούπι δεν χρειαζόταν να κοιτάξει κάτω για να ελέγξει, δεν χρειαζόταν καν να εξακριβώσει αυτό που ήδη ήξερε ότι περιείχε το επαίσχυντο τάπερ: μια ζουμερή και λιπαρή μορσίγια* που, ζεστή ακόμα, διαλυόταν αργά πάνω στη σχάρα του υπονόμου.
Βρασμένο αίμα, πηχτό αίμα, μαυρισμένο αίμα, παχύρρευστο αίμα.
Μια μορσίγια!
Αυτό ήταν το υποκατάστατο που η μητέρα πίστευε πως θα μπορούσε να κατευνάσει το σιχαμερό ένστικτο του εντόμου.
Έτσι περνούσαν, παρόλες τις δυσκολίες, οι μέρες του παιδιού-κουνουπιού, μεταξύ σχολείου και σπιτιού, ώσπου έφτασαν επιτέλους οι καλοκαιρινές διακοπές. Καθώς η μητέρα δούλευε όλη τη μέρα και δεν είχε χρόνο να φροντίσει το παιδί της, το έστειλε σε μια κατασκήνωση αγοριών, μαζί με άλλα παιδιά εργατικών οικογενειών. Για το παιδί-κουνούπι η κατασκήνωση αποδείχθηκε ένα μαρτύριο ακόμα χειρότερο και από το σχολείο, καθώς, παρόλο που το σχολείο ήταν ένας εφιάλτης καθημερινών βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης, με τα παιδιά να ξεδιπλώνουν απέναντί του μια αγριότητα δίχως όρια, τουλάχιστον επρόκειτο πάντοτε για τα ίδια παιδιά.
Το παιδί-κουνούπι μπορούσε να αναγνωρίσει και να προβλέψει τους συμμαθητές του, ήξερε απ’ έξω το ρεπερτόριο των προσβολών που του επεφύλασσαν: αιμορουφήχτρα, βρωμοζωύφιο, παλιοκούνουπο, του έλεγαν. Ήξερε ακόμη και ποια θα ήταν η μέρα που θα ψέκαζαν το θρανίο του με εντομοκτόνο. Αλλά η κατασκήνωση άνοιγε ένα καινούργιο σύμπαν, γεμάτο δεκάδες άγνωστα παιδιά, και με τον κίνδυνο να είναι ακόμα πιο επιθετικά και πιο σκληρά, ή τουλάχιστον πιο απρόβλεπτα στην κακία τους.
Η κατασκήνωση βρισκόταν σε μια από τις πιο βρόμικες και υποβαθμισμένες δημόσιες παραλίες της Βικτορίκα. Για όσους δεν γνωρίζουν αυτή τη νότια περιοχή της Νοτίου Αμερικής, να υπενθυμίσουμε πως ήταν το 2197 όταν έλιωσαν μαζικά οι πάγοι της Ανταρκτικής και, με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας σε πρωτοφανή έως τότε επίπεδα, η Παταγονία –περιοχή άλλοτε διάσημη για τα δάση, τις λίμνες και τους παγετώνες της– μετατράπηκε σε ένα χαοτικό σύμπλεγμα θερμών μικροσκοπικών νησίδων. Αλλά αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί κανείς ήταν ότι αυτή η αναμενόμενη οικολογική και ανθρωπιστική καταστροφή –ως εκ θαύματος– θα χάριζε στην επαρχία Πάμπα της Αργεντινής μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στη θάλασσα, η οποία μεταμόρφωσε ριζικά τη γεωγραφία της.
Από τη μια μέρα στην άλλη, η Πάμπα μετατράπηκε από μια άγονη και ετοιμοθάνατη έρημο στο έσχατο άκρο της γης –ξεραμένη από αιώνες μονοκαλλιέργειας ηλίανθων και σόγιας– στη μοναδική, μαζί με τη Διώρυγα του Παναμά, οδό διαωκεάνιας ναυσιπλοΐας σε ολόκληρη την ήπειρο. Αυτή η απρόσμενη μεταμόρφωση έδωσε νέα πνοή στην περιφερειακή οικονομία, φέρνοντας σταθερά και παχυλά έσοδα από τα λιμενικά τέλη, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν νέες παρθένες και παραδεισένιες ακτές που προσέλκυσαν παραθεριστές απ’ όλον τον κόσμο. Ωστόσο, τα καλύτερα θέρετρα, αυτά που βρίσκονταν πιο κοντά στη Σάντα Ρόσα, ανήκαν αποκλειστικά στην ιδιοκτησία ιδιωτικών ξενοδοχείων και θερινών επαύλεων ξένων παραθεριστών. Ο απλός κόσμος, όπως το παιδί-κουνούπι, είχε πρόσβαση μόνο στις δημόσιες παραλίες, κοντά στο Διαωκειάνιο Κανάλι της Βικτορίκα, όπου συγκεντρωνόταν όλη η σαπίλα του λιμανιού: ένας άθλιος σκουπιδότοπος από πλαστικά και μπάζα, όπου εκκολάπτονταν κάθε λογής εκτρώματα.
Η κατασκήνωση προσέφερε έναν τέλειο συνδυασμό για μαμάδες και μπαμπάδες που δούλευαν απ’ το πρωί ως το βράδυ, όπως συνέβαινε με τη μητέρα του παιδιού-κουνουπιού. Βασικά, περνούσαν νωρίς το πρωί με το πούλμαν και μάζευαν τα παιδιά, για να τα επιστρέψουν ύστερα, πάντα στην ώρα τους, γύρω στις οκτώ το βράδυ. Επειδή επρόκειτο για τη σημαντικότερη υπηρεσία της κατασκήνωσης, ήταν και το πιο καλοκουρδισμένο σκέλος της επιχείρησης, ενώ όλα τα υπόλοιπα είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα. Έτσι, τα παιδιά έπαιρναν για πρωινό μόνο ένα ξεροκόμματο, μαζί με βραστό μάτε, και για μεσημεριανό μια πολέντα της κακιάς ώρας, με βούτυρο και στιγμιαίο χυμό. Όσο για τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες που υποτίθεται πως παρείχε η κατασκήνωση, αυτές περιορίζονταν σε έναν κοιλαρά συνταξιούχο γυμναστή, ο οποίος άραζε στην άμμο καπνίζοντας και σφύριζε μόνο αν έβλεπε κανένα πιτσιρίκι να μπαίνει πολύ βαθιά στο νερό ή να τριγυρνάει σε μια χωματερή γεμάτη αιχμηρά και κοφτερά αντικείμενα.
Έτσι, τα παιδιά, δίχως θεό και αφέντη, έκαναν ό,τι τους κατέβαινε – έτρεχαν πέρα δώθε, έπαιζαν μπάλα, έκαναν μπάνιο και λιάζονταν στη βρομερή παραλία. Υπήρχε μάλιστα κι ένα που, ελλείψει κάποιου κηδεμόνα, είχε γίνει ο αρχηγός της αγέλης· όλοι τον φώναζαν «ο Γλυκός». Ήταν ένα παχουλό και υπερκινητικό αγόρι, γύρω στα δώδεκα. Ο πατέρας του δούλευε σε εργοστάσιο επεξεργασίας κοτόπουλων και ο Γλυκός –ο οποίος πού και πού τον επισκεπτόταν– είχε κερδίσει τον θαυμασμό της ομάδας, περιγράφοντας με ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς έσφαζαν και ξεκοιλιάζαν τα πουλερικά.
«Ο μπαμπάς μου», είπε ο Γλυκός, «χειρίζεται στο εργοστάσιο τον Εκσπλαγχνιστή 3000, ένα υπερσύγχρονο τηλεχειριζόμενο ρομπότ που, με το πάτημα ενός απλού κουμπιού, καρφώνει ένα άγκιστρο στον πισινό των κοτόπουλων και τα ξεκοιλιάζει». Εκείνη τη στιγμή, μια ευλαβική σιωπή που απέπνεε σεβασμό επικρατούσε γύρω από τον Γλυκό. «Το πιο τρελό είναι ότι, ακόμα και τότε, τα κοτόπουλα παραμένουν ζωντανά. Για να είναι σίγουρο ότι το κρέας τους θα διατηρηθεί τρυφερό, το κόλπο είναι να τα ξεπουπουλιάζουν πρώτα στον ατμό, έπειτα να αφαιρούν τα έντερα από τον πισινό τους και, μόνον τότε, λίγο πριν τα χωρίσουν σε κομμάτια, τα σφάζουν». «Γι’ αυτό», συνέχισε ο Γλυκός παίζοντας με τα αφτιά του, «το κλειδί είναι να φοράς ωτοασπίδες, για να μην σου τρελαίνουν το μυαλό οι κραυγές των ετοιμοθάνατων ενώ ο Εκσπλαγχνιστής τούς σκίζει τον κώλο».
Μόλις ολοκλήρωσε την ιστορία του και τα υπόλοιπα παιδιά παρέμειναν σιωπηλά να φαντάζονται τα απελπισμένα ουρλιαχτά των κοτόπουλων, ο Γλυκός, που είχε μετατραπεί πλέον σε ένα είδος τελετάρχη της παρέας, τα οδήγησε σε μια απόμερη γωνιά της παραλίας και, χωρίς περιστροφές, κατέβασε το μαγιό του ως τους αστραγάλους.
«Μιλώντας για πουλιά», πρόσθεσε.
Και μπροστά στα μάτια όλων, ο Γλυκός άρχισε να τρίβει με μανία το πουλί του με τον αντίχειρα και τον δείκτη. Μετά από λίγα λεπτά, μπροστά στα μαγνητισμένα βλέμματα της παρέας, το πουλί του Γλυκού εκτόξευσε μια λεπτή διάφανη σερπαντίνα που έπεφτε, μοιάζοντας με μύξα, πάνω στην άμμο.
«Και οι υπόλοιποι; Δεν θα παίξετε το πουλί σας;»
Ανάμεσα στη σύγχυση και τον φόβο, τα άλλα παιδιά –που ξαφνικά φαντάστηκαν τους εαυτούς τους ξεκοιλιασμένους και ξεπουπουλιασμένους σαν κοτόπουλα– άρχισαν να μιμούνται τον Γλυκό. Με διστακτικές κινήσεις, κατέβασαν τα μαγιό τους ως τους αστραγάλους και, σχηματίζοντας έναν κύκλο, πλησίασαν τον αντίχειρα και τον δείκτη στην περιοχή και άρχισαν να τη ζυμώνουν.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ότι αυτή ήταν μια ιδιαίτερα αμήχανη στιγμή για τους περισσότερους, καθώς τα αγόρια βρίσκονταν σε εκείνη τη μεταβατική ηλικία όπου μερικά είχαν ήδη μπει στην εφηβεία, ενώ άλλα όχι. Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα σώματα άρχιζαν να αλλάζουν παρά τη θέληση των ιδιοκτητών τους, κυριαρχημένα από σπαστικότητα και αδεξιότητα. Αλλά –όπως και να ’χει– όλα τους ήταν ανθρώπινα παιδιά, και τα σώματά τους, παρά τις διαφορές και τις ιδιαιτερότητές τους, ήταν παρόμοια. Εκτός, φυσικά, από το παιδί-κουνούπι. Είναι γνωστό πως τα αρσενικά κουνούπια δεν διαθέτουν πέος. Αυτά τα πλάσματα έχουν εσωτερικούς όρχεις στην κοιλιακή τους χώρα, συνοδευόμενους από έναν εκσπερματικό σωλήνα που μοιάζει με μικρή κλοάκα. Γι’ αυτόν τον λόγο, το παιδί-κουνούπι –τρομοκρατημένο στην ιδέα να εκθέσει μπροστά σε όλους την ανωμαλία του– ήταν το μόνο που δεν υπάκουσε στις διαταγές του Γλυκού, ανυπακοή που δεν πέρασε απαρατήρητη από τον μικρό δικτάτορα. Εκείνος, με το μαγιό ακόμα ριγμένο στους αστραγάλους και τις γροθιές στη μέση, εξέταζε με ικανοποίηση πώς κάθε ένα από τα αγόρια εκτελούσε τις εντολές του. Όμως, όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στο παιδί-κουνούπι (που είχε μείνει απολιθωμένο, με κατεβασμένο το κεφάλι, κοιτάζοντας με ντροπή την άμμο), το προκάλεσε.
«Τι συμβαίνει, παιδί-κουνούπι; Φοβάσαι να μας δείξεις την ψωλή σου;».
Καθώς το παιδί-κουνούπι δεν αποκρινόταν αλλά, συρρικνωμένο στα τέσσερα λεπτά του ποδαράκια, σκάλιζε ντροπιασμένο με την προβοσκίδα του μερικούς κόκκους άμμου, ο Γλυκός λύσσαξε ακόμα περισσότερο με το νταηλίκι του. Και τότε ήταν που τα πράγματα ξέφυγαν τελείως από τον έλεγχο.
«Κοιτάξτε, κοιτάξτε!», φώναζε ο Γλυκός δείχνοντάς τον, τραβώντας την προσοχή των υπολοίπων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν απορροφημένοι στο αυνανιστικό τους έργο. «Το έντομο είναι ευνούχος!».
Ξαφνικά, όλοι, ακόμα και ο ίδιος ο Γλυκός, αντιλήφθηκαν ότι κανείς δεν ήξερε τι σημαίνει ακριβώς η λέξη «ευνούχος». Ακριβώς, όμως, γι’ αυτό, η λέξη λειτουργούσε ακόμα καλύτερα.
«Το έντομο είναι ευνούχος!»
«Το έντομο είναι ευνούχος!»
«Ο ευνούχος είναι έντομο!», φώναζαν με ενθουσιασμό, επαναλαμβάνοντας τη φράση κανονικά και αντίστροφα, νιώθοντας πως αποκτούσε ένα μαγικό και μυστηριώδες νόημα. Έτσι, τα αγοράκια, δίχως να το καταλάβουν, ανακάλυπταν τη θαυματουργή διάσταση της γλώσσας που μερικοί αποκαλούν ποίηση. Και τότε, σε κύκλο, αγκαλιασμένα, με τα μαγιό τους ακόμη κατεβασμένα στους αστραγάλους, αλλά καθοδηγούμενα από τον Γλυκό, σαν τον Δάντη που τον οδηγεί ο Βιργίλιος στο Καθαρτήριο, έβαλαν το παιδί-κουνούπι στο κέντρο του κύκλου και άρχισαν να φωνάζουν, εν χορώ, ξεδιπλώνοντας έναν ποικιλόμορφο γλωσσικό θησαυρό, που ποτέ δεν είχαν φανταστεί ότι έκρυβαν μέσα τους – έναν θησαυρό που ξεπήδησε απ’ τις καρδιές τους, όπως ξεπηδά η θεία έμπνευση στον ποιητή:
«Κουνούπι ευνουχισμένο!»
«Αρθρόποδο στειρωμένο!»
«Η αλογόμυγα έχει μόνο πρωκτό!»
«Ασπόνδυλο μουνουχισμένο!»
Και μετά, εν χορώ, σαν γηπεδικό σύνθημα, με τον Γλυκό να καθοδηγεί, κουνώντας το χέρι του σαν χούλιγκαν:
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
Και πάλι το ρεφρέν:
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
«Εν-το-μο ευ-νού-χος!»
Αχ, πόσο δύσκολο είναι να περιγράψει κανείς την ακριβή και φευγαλέα στιγμή μιας μύησης!
Είναι αλήθεια πως έχουν γραφτεί χιλιάδες μυθιστορήματα μαθητείας που το έχουν επιχειρήσει – άλλα με λιγότερη, άλλα με περισσότερη μαεστρία. Αλλά είναι άραγε δυνατόν να αποδώσει κανείς με λόγια τη φευγαλέα εκείνη στιγμή κατά την οποία ένα πλάσμα προχωρά –ακόμη και μέσα σε σύγχυση ή αλλόφρονα μανία– στο αποφασιστικό βήμα που θα ενώσει, σε μία και μόνη πλεξίδα, το παρελθόν με το μέλλον του; Εκείνο το σημάδι από φωτιά και αίμα που ορισμένοι αποκαλούν πεπρωμένο – και που ίσως του ήταν από πάντα προορισμένο;
Η αλήθεια είναι ότι το παιδί-κουνούπι, αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε συνήθως όταν υπέμενε τις επιθέσεις που υφίστατο εξαιτίας της μεικτής καταγωγής του, δεν ταράχτηκε, ούτε ευχήθηκε να πεθάνει, ούτε οι χνουδωτές του κεραιούλες τρεμούλιασαν από οργή ή πόνο. Το φρικτό τραγούδι της αφηνιασμένης χορωδίας (με ορισμένα, πρέπει να ομολογήσουμε, αξιοσημείωτα ποιητικά ευρήματα) των αγοριών, με επικεφαλής τον Γλυκό, δεν πτόησε ούτε στο ελάχιστο το ηθικό του. Απεναντίας, μια πρωτοφανής, ανείπωτη αδρεναλίνη διαχύθηκε σε κάθε νεύρωση των φτερών του. Γιατί, όταν το παιδί-κουνούπι έστρεψε τα ομματίδιά του προς τον Γλυκό, ο οποίος με κατεβασμένα ακόμα τα παντελόνια του, εξακολουθούσε να τον δείχνει και να τον κοροϊδεύει, δεν έβλεπε πλέον ούτε αντίπαλο, ούτε όμοιο, ούτε καν άνθρωπο. Μπροστά στην τρομακτική βελόνα του παιδιού-κουνουπιού, δεν στεκόταν τίποτα άλλο εκτός από ένα λαχταριστό σορμπέ κρέας, ένα παλλόμενο κομμάτι ζουμερής μορσίγιας. Παρασυρμένο από τη ζάλη αυτής της νέας και ακατανίκητης ανάγκης, μια αιφνίδια αποκάλυψη διαπέρασε τις χνουδωτές κεραίες του παιδιού-κουνουπιού, με μια πρωτόγνωρη καθαρότητα και διαύγεια, παρά τη θορυβώδη οχλαγωγία που το περιέβαλλε. Το παιδί-κουνούπι, όχι χωρίς μια ορισμένη ανακολουθία, συλλογίστηκε: δεν είμαι αγόρι, αλλά κορίτσι. Το κορίτσι-κουνούπι. Πράγματι, στο είδος Aedes aegypti, στο οποίο ανήκε και του οποίου αυτός (ή αυτή) ήταν το ένα και μοναδικό δείγμα, μόνο τα θηλυκά τσιμπούν, ρουφούν και μεταδίδουν ασθένειες, ενώ τα αρσενικά περιορίζονται στη μηχανική συνήθεια της συνουσίας και της αναπαραγωγής. Με ανακούφιση και σχεδόν παιδικό δέος, κατάλαβε ότι ένα γραμματικό σφάλμα τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Και ότι –εφόσον δεν ήταν αγόρι, αλλά κορίτσι– δεν θα μπορούσε ποτέ να βιάσει τη μητέρα της, ούτε να επαναλάβει το έγκλημα για το οποίο οι συμμαθητές της κατηγορούσαν τον πατέρα της.
Έτσι, αλαφιασμένη, όπως κάποια που ανακαλύπτει μια αλήθεια που τη συντρίβει, το κορίτσι-κουνούπι χύμηξε πάνω στο γυμνό μέχρι τους αστραγάλους σώμα του Γλυκού, ο οποίος κατρακύλησε στην άμμο. Με χειρουργική ακρίβεια, τον ακινητοποίησε. Πλησίασε την προβοσκίδα της και, όπως ανοίγει κανείς μια μορσίγια για να φάει μόνο το εσωτερικό της, τον ξεκοίλιασε. Παρά τις αλλόφρονες κραυγές των άλλων παιδιών –που από εύθυμοι πανηγυρισμοί μετατράπηκαν σε μακάβρια φρίκη–, τα οποία το έβαλαν στα πόδια πανικόβλητα για να σωθούν (όπως όπως, βέβαια, καθώς τα παντελόνια τους ήταν ακόμη κατεβασμένα στους αστραγάλους), το κορίτσι-κουνούπι έχωσε την προβοσκίδα του στην ξεσκισμένη κοιλιά του Γλυκού και τράβηξε έναν σωρό από ματωμένα έντερα. Μπροστά στο έντρομο βλέμμα του γυμναστή, ο οποίος είχε ειδοποιηθεί και είχε μόλις φτάσει στο σημείο του συμβάντος, αλλά, όντας σε κατάσταση σοκ, μετά βίας κατάφερε να φυσήξει ηλίθια τη σφυρίχτρα του, το κορίτσι-κουνούπι, όπως κανείς προσφέρει θυσία στη θεότητά του, ύψωσε με την προβοσκίδα της τα καθαρά και γαλάζια σπλάγχνα του Γλυκού προς τον ήλιο. Αμέσως μετά, όπως ρίχνει κανείς ένα πυροτέχνημα, τα εκσφενδόνισε στον αέρα. Ένας πίδακας από αίματα και περιττώματα και άλλα πικρά εντερικά υγρά πιτσίλισαν και λέρωσαν το αποσβολωμένο πρόσωπο του γυμναστή, βάφοντας επίσης την άμμο και τα κύματα που έφταναν αργά στην ακτή και ύστερα απομακρύνονταν.
Το κορίτσι-κουνούπι ρούφηξε το λαχταριστό φίλτρο που συνέχιζε να αναβλύζει ανεξέλεγκτα από τα έντερα του Γλυκού, ο οποίος έτρεμε, καθώς βρισκόταν στο έλεος μιας παράξενης επιληψίας, πιθανόν εξαιτίας της ζοφερής ασθένειας που είχε μόλις κολλήσει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σάλιο του κουνουπιού περιέχει μια ισχυρή αντιπηκτική και αγγειοδιασταλτική ουσία που ευνοεί την αιμορραγία, και γι’ αυτόν τον λόγο, το αίμα έρρεε ασταμάτητα σαν από ένα μεγαλοπρεπές σιντριβάνι.
Μόλις το κορίτσι κατάπιε και την τελευταία σταγόνα από το ολόφρεσκο πτώμα, έριξε τη χαριστική ατάκα, σαν κάποιος που λέει ένα φρικτά κακόγουστο αστείο το οποίο δεν περίμενε κανείς:
«Ήταν γλυκός ο Γλυκός!».
Στη συνέχεια, κοίταξε προκλητικά τον γυμναστή, ο οποίος είχε παγώσει από τον τρόμο και δεν φυσούσε πλέον τη σφυρίχτρα του, και συμπλήρωσε:
«Δεν τρώω το άθλιο ξεροκόμματο με το βραστό μάτε που μας δίνεις κάθε πρωί».
Και με μια ορμητική και ξαφνική κίνηση, το κορίτσι εκμεταλλεύτηκε τη σύγχυση στην οποία βρισκόταν ο γυμναστής και, με ένα τσίμπημα, του έσπασε το μέτωπο, το οποίο άνοιξε σαν καρπούζι, και με μερικές γουλιές ρούφηξε τα μυαλά του.
Δεν υπήρχε πλέον τίποτα άλλο να κάνει σε εκείνη τη βρομερή παραλία.
Από οίκτο ή ίσως εκδίκηση, σκέφτηκε πως δεν είχε κανένα νόημα να σκοτώσει τα άλλα παιδιά, τα οποία είχαν ήδη ανεβάσει τα μαγιό τους αλλά συνέχιζαν να τρέχουν πανικόβλητα κλαίγοντας.
Απλώς τα τσίμπησε. Μόλις ένιωσαν το τσίμπημα, έπεσαν καταγής και άρχισαν να τρέμουν από μια ζοφερή επιληψία. Σκέφτηκε πως ούτε τη μητέρα της είχε νόημα να αποχαιρετήσει, η οποία θα πληροφορούνταν από τις εφημερίδες, ή τις μανάδες των άλλων παιδιών, τη μεταμόρφωσή της. Τώρα το μόνο που έμενε ήταν να φύγει για τις παραλίες της Σάντα Ρόσα, σε αναζήτηση εκδίκησης, για να δολοφονήσει και να μολύνει τους πλούσιους και τους ξένους τουρίστες, που είχαν προκαλέσει τόσες κακουχίες στη μητέρα της και, κατά συνέπεια, στην ίδια.
Αφού άρχισε να πετάει, τινάζοντας το αίμα από τα φτερά της, έφυγε τυλιγμένη μέσα στο χαρακτηριστικό και αφόρητο βουητό της, μέχρι που έγινε ένα αόρατο σημείο στον υπέροχο ορίζοντα της Καραϊβικής της Πάμπα.
Χαίρε, κορίτσι-κουνούπι!
*Morcilla: λουκάνικο αίματος, πολύ δημοφιλές έδεσμα στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική. (Σ.τ.Μ.)