Αφιερωματική έκθεση του ζωγράφου στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
πραγματοποιείται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος,
σε επιμέλεια Κωνσταντίνου Παπαχρίστου.
Χρήστος Μποκόρος: Η υπέρβαση της φωτογραφίας
«Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη». Η φράση του Παύλου Νιρβάνα περιέχει ήδη τη συνείδηση του χρόνου. Όταν, το 1906, στήνει τη φωτογραφική του μηχανή απέναντι από τον κοσμοκαλόγερο στη Δεξαμενή, το γνωρίζει πως εκείνο που συγκρατεί δεν ανήκει πλέον στη στιγμή.
Από αυτή την εικόνα ξεκινά, έναν αιώνα και πλέον, ο Χρήστος Μποκόρος. Τη φέρνει ενώπιόν μας στην Εθνική Βιβλιοθήκη ως αφετηρία μιας άλλης δοκιμής κι απέναντί της τοποθετεί είκοσι τρία ζωγραφικά έργα. Δεν πρόκειται για πορτραίτα με τη συνήθη έννοια, ούτε για παραλλαγές ενός δεδομένου τύπου, ακόμη και σε σχέση με τον τρόπο του ίδιου του δημιουργού. Στο ερώτημα που ταλάνιζε τον ζωγράφο, το «τι κάνω απέναντι στον Παπαδιαμάντη», στα σημειώματά του διατυπώνει ευθέως το αδιέξοδο ενός «ακόμη πορτραίτου» από την ασπρόμαυρη φωτογραφία και μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τη μορφή στο ίχνος, από την ομοιότητα στον «ίσκιο».
Η φωτογραφία, ακόμη και όταν είναι πολύτιμο τεκμήριο, μένει δεμένη με το στιγμιαίο, με την αιτιακή σχέση προς ένα υπαρκτό αντικείμενο, με την αποτύπωση του «έτσι ήταν». Η ζωγραφική, αντίθετα, δεν εξαντλείται στην αναπαράσταση· το ουσιώδες έργο της είναι η έκφραση, δηλαδή η δυνατότητα να παρουσιάσει το θέμα εκτεινόμενο στον χρόνο, εμποτισμένο από μνήμη. Δεν αντιγράφει δηλαδή ένα πράγμα, αλλά το αναπλάθει, το μεταφέρει σε άλλο καθεστώς παρουσίας.
Αν λοιπόν η φωτογραφία συλλαμβάνει το πρόσωπο ως επιφάνεια, ο Μποκόρος επιχειρεί το αντίστροφο: να αποδώσει αυτό που δεν αποτυπώνεται, το βάρος του χρόνου, την εσωτερικότητα μιας μορφής που ήδη, από τον καιρό της, αντιστεκόταν στην απεικόνιση. Με άλλα λόγια, ο Μποκόρος δεν ζωγραφίζει από τη φωτογραφία· ζωγραφίζει πέρα από αυτήν.
Η υπέρβαση της φωτογραφίας συντελείται όμως με έναν τρόπο σχεδόν, ας επιτραπεί να πω, αντι-ζωγραφικό. Ο Μποκόρος δεν επιζωγραφίζει το φωτογραφικό πρότυπο ούτε το μεταφράζει σε ζωγραφική γλώσσα. Το αποδομεί, το φθείρει, το διαλύει μέσα στα υλικά. Η μορφή άλλοτε σκοτεινιάζει μέχρι πλήρους απουσίας, άλλοτε φωτίζεται από ένα φως εσωτερικό, άλλοτε εγκλείεται σε ένα λαϊκό εικονοστάσι από υλικά του βίου. Γι’ αυτό και στα έργα της ενότητας δεν έχουμε μια βαθμιαία «βελτίωση» της όψης του Παπαδιαμάντη, αλλά μια σειρά από μεταμορφώσεις του ίδιου ελάχιστου δεδομένου: ο ίσκιος μαυρίζει, λευκαίνει, χρυσώνει, βυθίζεται στο ύφασμα, περνά μέσα από δαντέλες, ξύλα, λαμαρίνες, μελισσοκέρι, φθαρμένα λινά. Και τα ίδια τα υλικά είναι ήδη φορείς μνήμης.

Ήδη, από τα «Παλίμψηστα» της Ναυπάκτου (έκθεση στο Φετιχιέ Τζαμί, 1/8-31/10/2025 https://bokoros.com/palimpsista/?bpage=1447
), ο ζωγράφος έστρεψε το βλέμμα του εκεί όπου η εικόνα παύει να είναι πρωτογενής και γίνεται αποτέλεσμα διαστρωμάτωσης: επιφάνειες φθαρμένες, ξύλα δουλεμένα από τον χρόνο, υλικά που έχουν ήδη ζήσει πριν δεχθούν τη ζωγραφική πράξη. Ο Παπαδιαμάντης, όπως εμφανίζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, προσεγγίζεται ως επιφάνεια εγγραφών. Σαν ένα παλίμψηστο όπου έχουν σωρευτεί χρόνος, γλώσσα, μνήμη, πίστη. Επομένως, η υπέρβαση της φωτογραφίας στον Μποκόρο δεν είναι ζήτημα «ύφους» ή απλής μεταφοράς από ένα μέσο σε άλλο. Είναι κάτι βαθύτερο: είναι η μετάβαση από το οπτικό τεκμήριο στη ζωγραφική εμπειρία. Η φωτογραφία λέει: «αυτός ήταν». Ο Μποκόρος ρωτά: τι απομένει από αυτή τη μορφή όταν περάσει μέσα από τη μνήμη.
Με αυτό δεν θέλω να πω πως «η ζωγραφική νικά τη φωτογραφία». Το ακριβές είναι άλλο: η φωτογραφία στον καλλιτέχνη λειτουργεί ως αναγκαίο κατάλοιπο της παρουσίας, αλλά η ζωγραφική είναι εκείνη που μετατρέπει αυτό το κατάλοιπο σε χώρο έκφρασης. Και μάλιστα σε έκφραση που δεν αφορά μόνο τον εικονιζόμενο, αλλά και τη δική μας σχέση με τη μνήμη του. Θα έλεγα ακόμη πιο πυκνά: η φωτογραφία δίνει το πρόσωπο ως δεδομένο· ο Μποκόρος το παραλαμβάνει και το οδηγεί στην περιοχή όπου το πρόσωπο γίνεται μνήμη, ίσκιος, σχεδόν λείψανο φωτός.
Η έκθεση στην Εθνική Βιβλιοθήκη οργανώνει αυτή την εμπειρία με τρόπο που ενισχύει τη διαδοχή των μετατοπίσεων. Ο επισκέπτης θα βρει τη φωτογραφία του Νιρβάνα, χειρόγραφα του Παπαδιαμάντη, τα ζωγραφικά έργα που συνυπάρχουν χωρίς να συγχέονται. Αυτό είναι το κέρδος της ζωγραφικής: ότι δεν συμπληρώνει τη φωτογραφία, αλλά την ανοίγει, την καθιστά διαβατή. Μαζί της καθιστά διαβατή και τη μορφή που εκείνη παρέδωσε.