Είναι η τελευταία μέρα της κατασκήνωσης. Τους έχεις βαρεθεί όλους. Εύκολα βρίσκεις δικαιολογίες για να βγεις έξω από τα όρια της κατασκήνωσης. Οι δικαιολογίες σου γίνονται εύκολα αποδεκτές από τους υπεύθυνους και αυτό σου απαγορεύει να πεις το ρήμα «το σκάω», που τόσο θα ήθελες να χρησιμοποιήσεις. Μια πράξη στην κινητική της οποίας συμμετέχει το ρήμα «σκάω» αμέσως αποχτάει το φωτοστέφανο της περιπέτειας. Όπως και να έχει το πράμα παράνομα ή όχι εσύ είσαι στον δρόμο που οδηγεί στην πόλη Σάμπλα. Μία ευθεία έξι χιλιομέτρων. Ο φίλος σου ο Τακ που λατρεύει τη γεωγραφία, τους χάρτες και την μουσική θα προσδιόριζε με ακρίβεια τη θέση σου: Σάμπλα 43°32′βόρεια 28°32′ ανατολικά
Η δικαιολογία που είπες στη συντρόφισσα Φρόσω είναι πως θέλεις να βρεις τον φύλακα του συνεταιριστικού αμπελιού, έχεις δει το τροχόσπιτο του πλάι στον δρόμο στα 2 χιλιόμετρα από την κατασκήνωση, για να κόψεις τα φύλλα για το στεφάνι του Διόνυσου. Η συντρόφισσα Φρόσω σε άκουσε προσεκτικά και από συνήθεια σε διόρθωσε και σου επέβαλε τη φράση «συνεταιριστικός αμπελώνας».
Τι το θες αυτό το στεφάνι; Για τη γιορτή και το μουσικοχορευτικό σκετς που θα παρουσιάσετε εσείς οι μεγάλοι του συγκροτήματος στα υπόλοιπα παιδιά της κατασκήνωσης. Εμφανίζει τους έντεκα θεούς του Ολύμπου, στην καθημερινότητα της κατασκήνωσης. Τον δωδέκατο τον χθόνιο τον απέκλεισες με το έτσι θέλω. Βλακείες που έγραψες και άρεσαν, μέχρι και η συντρόφισσα Φρόσω σου είπε πως της άρεσε, πρόσθεσε μάλιστα και ένα μπράβο για τα λίγα ορθογραφικά λάθη σου.
Ο Τακ αργότερα, πολλά χρόνια μετά από αυτόν τον Αύγουστο του 1974, θα πρόσθετε και άλλες λεπτομέρειες. Θα έλεγε πως ήταν η τελευταία κατασκήνωση των παιδιών των πολιτικών προσφύγων, θα εμπλούτιζε τα λόγια του και με λίγα δάκρυα γι αυτούς που δεν συναντήσατε μετά από αυτήν. Ψάχνει αφορμές να πει ιστορίες που δεν είσαι βέβαιος αν αρέσουν. Έτσι είναι ο Τακ .
Τώρα γιατί προτιμάς να κάνεις τόσο ποδαρόδρομο αντί να χωθείς στον αμπελώνα που απέχει μόνο εκατό μέτρα από τα όρια της κατασκήνωσης και να κάνεις την δουλεία σου είναι ένα καλό ερώτημα. Η επίσημη δικαιολογία σου είναι πως σε εμποδίζει το επίθετο «συνεταιριστικός». Έτσι σε έχουνε μάθει τόσα χρόνια; Πως στο «κοινό» στο «συνεταιριστικό» δεν απλώνουμε χέρι ακόμα και για τα λίγα φύλλα που χρειάζονται για το στεφάνι του Διόνυσου.
Ωραία είπες όσες δικαιολογίες θυμήθηκες. Συνέχισε. Έχεις βγει στον δρόμο. Κάποιος υποβολέας σου ψιθυρίζει την λέξη δημοσιά. Λες μεγαλόφωνα «περπατάω στη δημοσιά» και ακούγοντας τη φωνή σου, κάτι στη φράση αυτή σε ενοχλεί. Δεν μπαίνεις στον κόπο να το διερευνήσεις.
Είναι απόγευμα στα τέλη του καλοκαιριού. Ο ήλιος έχει χάσει το απόλυτο άσπρο χρώμα του και σου επιτρέπει να τον κοιτάζεις κατάματα. Μεταμορφώνεσαι σε ένα από τα ηλιοτρόπια που έχεις στα βόρεια, εκεί είναι το χωράφι με τα ηλιοτρόπια. Στα νότια είναι ο αμπελώνας. Οι διαστάσεις των χωραφιών σε τρομάζουν, σου έρχεται κατά νου το επίθετο ατελείωτο. Περπατάς ήδη δέκα λεπτά. Τα περισσότερα ηλιοτρόπια σαν και εσένα έχουν στραμμένη την ταξιανθία τους προς τον ήλιο.
Η παρουσία σου αναστατώνει κάποια πλάσματα που έχουν μπει στο χωράφι με τους ηλίανθους. Ακούς τα φοβισμένα φτερουγίσματα τους και βλέπεις να σηκώνεται ένα σμήνος. Λες «είναι κοτσύφια ή πέρδικες». Δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου να αφήσεις ανώνυμο το σμήνος. Η φαντασία σου για μία στιγμή μονάχα σε βαφτίζει κυνηγό και το σμήνος μεταμορφώνεται σε ένα σμήνος φασιανών. Ο σύντροφος Πολυξερόπουλος μέσα σου βιάζεται να επαναφέρει τα πράγματα σε τάξη και σε διορθώνει. «Φαντασιόπληκτε οι φασιανοί είναι μοναχικά πουλιά και δεν πετάνε σε σμήνη». Έτσι σου λέει. Παρακολουθείς το σμήνος κ βλέπεις πως τα πουλιά κρύβονται ξανά στους ηλίανθους σε απόσταση που δεν κινδυνεύουν από την εσένα. Είσαι μόνος στον δρόμο και επιτρέπεις στον εαυτό σου να τα ενημερώσεις φωνάζοντας πως δεν πρέπει να σε φοβούνται. Τα χέρια σου είναι άδεια, βαδίζεις άοπλος δίχως τουφέκι τόξο ή σφεντόνα. Τα πουλιά για τα οποία ακόμα δεν έχεις αποφανθεί αν είναι κοτσύφια ή πέρδικες σαν να μην πιστεύουν στις μεγαλόφωνες δηλώσεις σου συνεχίζουν να σε παρακολουθούν. Δεν αποκλείουν την πιθανότητα να αλλάξεις απότομα ρότα και να προσανατολίσεις τη μύτη σου, σαν να ήταν πρύμνη, κατά πάνω τους. Η αφεντιά σου δεν έχει καμία όρεξη να αλλάξει ρότα. Προχωράει ευθεία ακολουθώντας την πορεία που έχει χαράξει η μύτη σου ένας ελαττωματικός δείκτης πυξίδας που δείχνει δυτικά. Στοχεύεις σταθερά τον ήλιο. Δεν έχει σταματήσει να αλλάζει το χρώμα του. Οι αποχρώσεις με τις οποίες βάφει τα πάντα γύρω σου γεννούν νέα αισθήματα απρόσμενα σοβαρά για σένα. Τα φωτοστέφανα των ηλίανθων γίνονται πορτοκαλί και τα σχεδόν ώριμα ντροπαλά γέρνουν την ταξιανθία τους προς τη γη. Μπορεί και να μην ντρέπονται απλά να είναι στη φυσική ροή των πραγμάτων τα ώριμα φυτά να γέρνουν προς το έδαφος, για να ρίξουν με σιγουριά τον σπόρο τους στη γη.
Στο βάθος του δρόμου στη νότια πλευρά του επιτέλους εντοπίζεις το τροχόσπιτο του φύλακα. Τούτη την ώρα ο ήλιος έχει κέφια και παίζει με το τροχόσπιτο, το βάφει βαθύ μοβ με φλογερή πορτοκαλή τσίγκινη στέγη. Κοιτάζοντάς το σου έρχονται οι λέξεις περιοδεύον τσίρκο και γύφτικο καραβάνι. Διαγράφεις το γύφτικο, η οχλαγωγία που το συνοδεύει δεν ταιριάζει στο τοπίο . Μόλις έχεις αφήσει πίσω σου μια κατασκήνωση που συχνά σου θυμίζει καταυλισμό νομάδων. Το ουσιαστικό «τσίρκο» επικρατεί και κρατάει τη θέση του στη σκέψη σου. Για τους συνειρμούς σου μπορεί και να φταίει αυτή η πορτοκαλή αντανάκλαση του ήλιου στην τσίγκινη στέγη. Φαντάζεσαι πως μέσα στο τροχόσπιτο μένει ο θηριοδαμαστής του τσίρκου. Φοράει κόκκινο φράκο με χρυσά σιρίτια και ημίψηλο καπέλο σαν αυτά που φορούσαν οι πολιτικοί πριν τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Η εικόνα του τσίρκου σε συνεπαίρνει. Αρχίζεις μάλιστα να σιγοτραγουδάς κάποιο από τα μουσικά κομμάτια που λατρεύουν οι ορχήστρες των τσίρκων. Ξαφνικά νιώθεις αναπτερωμένος, περιμένεις να δεις χαρούμενο νούμερο. Σου φαίνεται μάλιστα πως ακούς τη μουσική που παίζει η ορχήστρα του τσίρκου στο νούμερο με τα τόσο καλά εκπαιδευμένα άλογα. Είσαι βέβαιος πως κάποια στιγμή θα συναντήσεις ξανά αυτό το τραγούδι και θα είναι μια ερωτική ροκ μπαλάντα. Με το τραγούδι ασυναίσθητα αυξάνεις και τον ρυθμό του βαδίσματος τόσο που αναγκάζεσαι να φρενάρεις πριν περάσεις σε τριποδισμό. Πλησιάζεις κι άλλο. Το τροχόσπιτο του τσίρκου συνεχίζει και αλλάζει χρώματα γίνεται γκρι μοβ πορτοκαλί στη φωτισμένη από τον ήλιο πλευρά. Στα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας της εισόδου κάθεται ο διευθυντής του τσίρκου μεταμφιεσμένος σε φύλακα του συνεταιριστικού αμπελώνα. Φοράει σακάκι από μπλε τσίτι, παντελόνι από το ίδιο ύφασμα και λαστιχένιες γαλότσες. Τα πόδια του πρέπει να έβρασαν καλοκαιριάτικα σε αυτές τις γαλότσες. Αντί για το ημίψηλο καπέλο φοράει τραγιάσκα γερμένη νεανικά προς τα πίσω, επιτρέποντας σε μία τούφα άσπρα μαλλιά να καλύπτει το μέτωπό του. Τα ρούχα του έχουν δανειστεί κόκκινες πινελιές από το ηλιοβασίλεμα, ακόμα και η κάνη του δίκαννου που είναι εγκλωβισμένο ανάμεσα στα πόδια του στέλνει συνεσταλμένες ροζ αντανακλάσεις και δεν σε τρομάζει. Η εικόνα του φύλακα σε κάνει διστακτικό, πρέπει όμως να ζητήσεις την άδεια να κόψεις τα κληματόφυλλα για το στεφάνι του αρχαίου θεού. Αυτή δεν ήταν η δικαιολογία σου; Λες την ατάκα σου στον μεταμφιεσμένο σε αγρότη διευθυντή του τσίρκου. Για ώρα δεν μιλάει δείχνει να επεξεργάζεται τα λόγια σου. Προσπαθεί να πιστέψει αυτό που του συμβαίνει. Ανάβει μάλιστα και τσιγάρο. Γυρίζει την κάννη του όπλου προς τα κάτω και μέσα από ένα σύννεφο καπνού με δυσπιστία σε ρωτάει
―Από τις κατασκηνώσεις έρχεσαι; Γιατί δεν έκοψες τα φύλλα που θέλεις εκεί κοντά στον καταυλισμό σας;
Δεν έχεις τι να του απαντήσεις. Συνεχίζει και σε κοιτάει δύσπιστος. Δεν πιστεύει πως μπορεί να έκανες τόσο δρόμο για να του ζητήσεις την άδεια για κάτι τόσο χαζό, όπως νομίζει. Μπορεί να μην πιστεύει πως υπάρχουν τόσο ευσυνείδητοι άνθρωποι. Δεν σου αφήνει περιθώριο να του πεις όλα αυτά που πιστεύεις ή που σου έχουν μάθει πως πιστεύεις. Κατεβαίνει τα τρία σκαλιά του τροχόσπιτου, περνάει το δίκαννο στον αριστερό του ώμο και σου κάνει νόημα να τον ακολουθήσεις. Ακολουθείς τη μυρωδιά του καπνού από το τσιγάρο του. Περνάτε την πρώτη σειρά των κλημάτων μέσα από ένα μυστικό πέρασμα και με ένα ψαλίδι που το ξετρύπωσε μέσα από κάποια τσέπη του τσίτινου σακακιού κόβει από τα κλήματα χωρίς να πολυπροσέχει τι κόβει. Προστάζει:
―Τέντωσε το μπλουζάκι σου, νεαρέ μου.
Υπάκουα πιάνεις το μπλουζάκι σου και το τεντώνεις όπως έχεις δει στις ταινίες να τεντώνουν τις ποδιές τους οι γυναίκες με τις παραδοσιακές φορεσιές. Ο φύλακας εναποθέτει, οι γονείς σου και η συντρόφισσα Φρόσω θα είναι πολύ περήφανοι για αυτό το «εναποθέτει», κληματόβεργες μαζί με τσαμπιά και φύλα. Δεν προλαβαίνεις να ευχαριστήσεις.
―Πήγαινε τώρα, μικρέ, σε λίγο θα νυχτώσει
Ο μεταμφιεσμένος σε φύλακα διευθυντής του τσίρκου κάνει μεταβολή και προχωράει προς το τροχόσπιτο. Ανεβαίνει τα σκαλοπάτια κατεβάζει το δίκαννο από τον ώμο του και κάθεται. Τραβάει μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και βλέπεις, μπορεί και να φαντάζεσαι, την καύτρα να φωτίζει το πρόσωπο του. Περιμένεις ακόμα μια στιγμή. Ελπίζεις ακόμη έστω και σε αυτή την τελευταία σου ματιά τη θέση του μουρτζούφλη φύλακα να έχει πάρει ο διευθυντής του τσίρκου με το ημίψηλο καπέλο το κόκκινο φράκο και το τυλιγμένο σε κουλούρα μαστίγιο περασμένο στον ώμο του.
Γυρίζεις τον δείκτη της πυξίδας σου, τη μύτη σου δηλαδή, στα ανατολικά, παίρνεις τον δρόμο για τις κατασκηνώσεις. Νυχτώνει. Εκεί έχουν ήδη ανάψει τα φώτα. Με κάθε σου βήμα τα βλέπεις να απομακρύνονται το ένα από το άλλο θυμίζοντας σου κάποια άσκηση τριγωνομετρίας που απαιτεί να μάθει το μήκος τις κάθε πλευράς σε ένα ισοσκελές τρίγωνο. Τα δεδομένα της άσκησης όπως και οι γωνίες του τριγώνου αλλάζουν με κάθε δικό σου βήμα. Αν είχες εύκαιρους τους χάρτες του φίλου σου του Τακ, θα μπορούσες με μεγαλύτερη ευκολία να λύσεις αυτή την χαζή άσκηση που προέκυψε από το πουθενά στον δρόμο που χωρίζει στα δύο μια πεδιάδα και δημιουργεί δύο διαφορετικές επικράτειες, αυτή των γερμένων ηλίανθων και αυτή με τις σειρές των κλημάτων με τα επιτραπέζια σταφύλια του αμπελώνα. Τον μοναδικό φύλακα αυτής της μεθοριακής γραμμής τον έχεις αφήσει να κάθεται στα σκαλοπάτια ενός τροχόσπιτου εγκαταλελειμμένο από κάποιο περιοδεύων τσίρκο με ένα άχρηστο, ευτυχώς, δίκαννο - μαγκούρα ανάμεσα στα πόδια του, να προσπαθεί να θυμηθεί πόσα χρόνια κάθεται στα σκαλοπάτια του τροχόσπιτου.
Τα φώτα όλο και πλησιάζουν, ακούγονται μάλιστα και οι φωνές των παιδιών της κατασκήνωσης. Είναι αυτή η ώρα λίγο πριν αρχίσει η γιορτή που όλοι βγαίνουν κάπως απότομα από τον απογευματινό λήθαργο και σχεδόν κραυγάζοντας ενημερώνουν τον κόσμο για την ύπαρξη τους. Βγαίνεις από την αφάνεια του σκοταδιού και οι φίλοι σου σε προσέχουν. Τους φαίνεσαι σίγουρα παράξενος, μπορεί και αστείος, με το παράξενο φορτίο στη σακούλα της μπλούζας σου μα κάτι στο ύφος σου τους συγκρατεί και δεν γελάνε.
«Αρχίζουμε την γιορτή συντρόφισσα Φρόσω;», προτείνει ο αρχηγός του συγκροτήματος. Η πρόταση αυτή του φίλου σου επαναφέρει όλους στη πραγματικότητα. Στα πεταχτά πλέκεις τις κληματόβεργες σε στεφάνι με τα τσαμπιά και τα φύλλα να κρεμιούνται στο πλάι και να κλείνουν το ουσιαστικό αφθονία. Με αργή τελετουργική κίνηση βάζεις το στεφάνι στο κεφάλι σου και από ένας έφηβος που μέχρι πριν από λίγο περπατούσε φοβισμένος στο σούρουπο της υπαίθρου γίνεσαι έστω και για λίγο θεός με μουσκεμένο από τις πατημένες ρόγες σταφυλιού μπλουζάκι…