«Όταν βλέπουμε τα ζώα του Πάρι Πετρίδη, ένα πράγμα δεν πρέπει να μας διαφύγει: μας βλέπουν και εκείνα. Μάλλον, βλέπουν και εκείνα...»[1]
Με αυτά τα λόγια ολοκληρώνει το επίμετρο στους Αυτόπτες Μάρτυρες ο Γιάννης Σταυρακάκης και θα ήθελα, με αφορμή τη φράση αυτή, να μοιραστώ μαζί σας μερικές βιογραφικά και πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν δύο φωτογραφίες του βιβλίου.
Γερολιμένας 2000
Μολονότι η σχέση μου με τα ζώα ξεκίνησε παιδιόθεν —μεγάλωσα σε μονοκατοικία με σκύλο και, αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, σε διαμέρισμα πλέον, είχαμε έναν γάτο— η συνάντησή μου με τη δύναμη του ζωικού βλέμματος ήρθε πολύ αργότερα και απροσδόκητα, στη διάρκεια ενός οδοιπορικού στην ελληνική επαρχία.[2]

Άνοιξη του 2000, λίγο έξω από τον Γερολιμένα. Σε ένα ποιμενικό τοπίο, όπου το φόντο έμοιαζε να ανήκει σε έναν χρόνο εκτός Ιστορίας, στο προσκήνιο τρεις αγελάδες ήταν ξαπλωμένες πάνω σε οικοδομικά υλικά, σε σωρούς ασβέστη και χαλικιού —αμφότερα ίχνη ανθρώπινης επέμβασης που ακόμη δεν είχαν αναμορφώσει οριστικά τον χώρο (βλ. εικόνα 1). Δεν ήταν, ωστόσο, η αντίθεση ανάμεσα στο ειδυλλιακό και το βιομηχανικό που με εντυπωσίασε αλλά το βλέμμα της αγελάδας στο κέντρο της εικόνας που με έβγαλε από τα νερά μου: ένα βλέμμα ήρεμο, αυτάρκες, απλώς παρόν, που δεν ζητούσε τίποτα από τη ζωή, και το οποίο μου εξέπεμπε, ανεπίγνωστα, δύο αναπάντεχα όσο και άβολα ερωτήματα. ¨Ένα, ας το πούμε, ερώτημα κυριαρχίας: «ποιος είναι ο οικοδεσπότης και ποιος ο φιλοξενούμενος εδώ πέρα; ποιος βρίσκεται σε εξορία;»· και δεύτερον, ένα ερώτημα σκοπού: «τι ψάχνεις να βρεις; έχει σημασία αυτό που κάνεις;».
Με άλλα λόγια, το βλέμμα του ζώου λειτούργησε ως μαρτυρία που δεν μπορούσα να παρακάμψω: με εξέθετε και με τοποθετούσε αδιάκριτα εντός μιας σχέσης ταυτόχρονα πολιτικής και υπαρξιακής. Έκτοτε δεν σταμάτησα να αναγνωρίζω τη θέση των ζώων στη φύση είτε στις πόλεις και να συναντώ ή να εκμαιεύω αυτό το βλέμμα. Το ζώο δεν ήταν πια “θέαμα”, αντικείμενο θέασης, αλλά μάρτυρας μιας πραγματικότητας που δεν του ανήκει και που κατοικεί τον χώρο με έναν δικό του, μη αφομοιώσιμο τρόπο.
Παρεμπιπτόντως, ενώ τυπικά οι Σημειώσεις στην άκρη του δρόμου ήταν μια εργασία για το κατασκευασμένο τοπίο στη ενδοχώρα, από τις εικοσιπέντε φωτογραφίες του βιβλίου τα ζώα πρωταγωνιστούν στις οκτώ, γεγονός που διαπίστωσα (και εκτίμησα) δέκα χρόνια αργότερα, όταν χρειάστηκε να γράψω αναλυτικά γι’ αυτές στη διδακτορική μου έρευνα.[3]
Βηθλεέμ 2012
Η φωτογραφία προέκυψε στο πλαίσιο του προγράμματος «Θεσσαλονίκη – Σταυροδρόμι Πολιτισμών» (2011: Μέση Ανατολή) του ΥΠ.ΠΟ.Τ., έπειτα από ανάθεση του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Η ανάθεση αυτή αποτέλεσε την αφορμή να συνεχίσω την έρευνά μου στην περιοχή —είχε προηγηθεί η Αίγυπτος[4]— και, με πρόσχημα τη φωτογράφιση των Αγίων Τόπων, να στραφώ προς την ενδοχώρα, στο «βαθύ» Ισραήλ.[5] Συνολικά έμεινα σαράντα ημέρες, κατανεμημένες σε τρεις επισκέψεις. Η τρίτη πραγματοποιήθηκε ιδίοις εξόδοις, καθώς αισθανόμουν ότι η εργασία μου δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Η φωτογραφία τραβήχτηκε τότε, κυριολεκτικά λίγες ώρες πριν από την (οριστική) επιστροφή μου!
Και μολονότι η κοινωνικοπολιτική κατάσταση απείχε έτη φωτός από τη σημερινή —υπήρξε βέβαια στα τέλη Οκτωβρίου του 2011 η συνήθης, σχεδόν «παραδοσιακή» ανταλλαγή πυρών: ρουκέτες εδάφους από τη μία πλευρά και δυσανάλογοι βομβαρδισμοί από αέρος από την άλλη—το οδοιπορικό υπήρξε, παραφράζοντας τον Σελίν, ένα ταξίδι στην άκρη της βίας, όπως αυτή εκδηλωνόταν:

(α) Στους ιδιωτικούς χώρους (βλ. εικόνα 2). Σε ένα ταπεινό καφενείο της αραβικής συνοικίας της παλαιάς Ιερουσαλήμ, ο ξύλινος τοίχος του λειτουργεί ως μικρόκοσμος εγκλεισμού και διαίρεσης, ως μια συμβολική μικρογραφία της γεωπολιτικής σύγκρουσης: Ένα καναρίνι φυλακισμένο στο κλουβί του (η αφορμή για τη φωτογραφία)· κάτω του ένας χάρτης της παλαιάς πόλης, απ’ όπου λείπει ο εβραϊκός τομέας· δίπλα, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του μεσοπολέμου ανακαλεί τη μνήμη μιας καθημερινότητας ήδη χαμένης, ενώ από πάνω τους μια αφισέτα με μια φιγούρα και την τουριστική κοινοτοπία Welcome to Jerusalem, ένα «Welcome» που μοιάζει περισσότερο ειρωνικό παρά φιλόξενο.

(β) Στους ιερούς τόπους (βλ. εικόνα 4), των οποίων οι είσοδοι τους μετέτρεπαν από χώρους προσκυνήματος σε χώρους αποκλεισμού. Δεν παρέπεμπαν στο θείο, αλλά στο ακριβώς αντίθετο: σε στρατιωτική ζώνη ή σε σημεία ελέγχου (checkpoints).

(γ) Στις διαδρομές μου (βλ. εικόνα 5), όπως σε έναν κυκλικό κόμβο —μια άλλη φωτογραφία του βιβλίου— όπου τα πρόβατα εμφανίζονται ως διακοσμητικά σύμβολα, αντικαθιστώντας μια (παλαιστινιακή) κτηνοτροφική δραστηριότητα που έχει βίαια εκλείψει. Τα ζώα που άλλοτε αντιπροσώπευαν την αυτάρκεια και την επιβίωση, υποβαθμίζονται εδώ σε αντικείμενα θέασης, μέρος ενός ψευδο-αγροτικού φολκλόρ που εξυπηρετεί τον εξευγενισμό του τοπίου.
Βέβαια, η αποψίλωση της γης δεν οφείλεται μόνο σε γεωπολιτικούς λόγους αλλά και σε οικονομικούς όπως λ.χ. στο μαζικό τουρισμό (βλ. εικόνα 6).

Έχοντας, λοιπόν, εμποτιστεί από αυτή την υποβόσκουσα αλλά πανταχού παρούσα βία καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μου, η συνάντηση με τον γάιδαρο στα ξέφτια της Βηθλεέμ (βλ. εικόνα 7) δεν περιορίστηκε σε μια απλή χριστιανική σημειολογία. Η Βηθλεέμ, σε συνδυασμό με τον γάιδαρο —το ζώο που, σύμφωνα με την παράδοση, μετέφερε την Παναγία και τον Χριστό— ενεργοποιεί αναφορές στην ταπεινότητα και την εγκαρτέρηση. Δεμένος στη μέση του πουθενά, λειτουργεί ως μεταφορά για τον παλαιστινιακό λαό ή, ευρύτερα, για έναν άνθρωπο σε απομόνωση, παγιδευμένο σε χρόνο που δεν υπόσχεται λύτρωση αλλά διαρκή αναβολή.
Θέλω να πω ότι ο γάιδαρος δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο προς παρατήρηση· η μοναξιά του, το δέσιμό του, η σκιά του κάτω από τον ανελέητο ήλιο της ιουδαϊκής ερήμου, όλα αυτά με αναγκάζαν να τον κοιτάξω όχι ως καρτ ποστάλ μιας εξωτικής τοποθεσίας, ως καταναλωτικό θέαμα —όπως θα έλεγε και ο Berger[6]—, αλλά ως έναν ακούσιο μάρτυρα ενός ευρύτερου υπαρξιακού και πολιτικού δράματος. Σε έναν τόπο όπου γεννήθηκαν οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες και όπου, τελικά, όλα συνοψίζονται στην πεζή ερώτηση «ποιος κατέχει τη γη;», εκείνος, ανεπίγνωστα, ζούσε απλώς τη ζωή του σε δύο τετραγωνικά μέτρα. Και υπό αυτό το φως, το βλέμμα του αποκτούσε, μέσα μου, μια ειρωνεία βαθιά σπαρακτική…

[ Αυτό το κείμενο βασίζεται σε ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου Αυτόπτες Μάρτυρες, στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025 ]