Ο Πάρις Πετρίδης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις ως φωτογράφος. Οι φωτογραφικές του εργασίες και εκδόσεις τα τελευταία τριάντα πέντε περίπου χρόνια έχουν ψηλαφήσει το τοπίο σαν ανοιχτό κείμενο, με έμφαση στις απόψεις τόπων που οι άνθρωποι διαμορφώνουν χωρίς πάντα να φαίνονται σ’ αυτές. Η πρόσφατη έκδοσή του Αυτόπτες Μάρτυρες υλοποιήθηκε με αφορμή τη συμμετοχή του στη μεγάλη διεθνή έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης WHY LOOK AT ANIMALS? Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή.1 Η έκθεση, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία, αν όχι πλήρη σχεδόν κυριαρχία, του ανθρώπου στη φύση, η οποία κλιμακώθηκε στη μακρά πορεία της νεωτερικότητας, προσπαθεί να «επιστήσει την προσοχή σε ένα από τα επιμελώς κρυμμένα και εν πολλοίς ανομολόγητα εγκλήματα της ανθρωπότητας σε μαζική κλίμακα: αυτό της καθημερινής, θεσμοθετημένης, συστηματικής βίας κατά της μη-ανθρώπινης ζωής […]».2
Ο Πετρίδης αλιεύει εδώ και χρόνια φωτογραφίες ζώων σε ποικίλα ανθρωπογενή περιβάλλοντα. Κι αν η επιλογή εικόνων εδώ είναι από τη γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, η σειρά χτίστηκε αργά μέσα στα χρόνια και μέσα από αρκετά ταξίδια, ανιχνεύοντας την ευρύτερη συνθήκη των ζώων που κυκλοφορούν ανάμεσά μας με τρόπο αιχμηρό, παρότι επιφανειακά ουδέτερο. Ένα μοναχικό πουλί στα σύρματα πάνω από τις ράγες του σιδηροδρομικού σταθμού εποπτεύει τις άδειες αποβάθρες σαν να αφουγκράζεται τη γαλήνη, πριν φτάσει το επόμενο δρομολόγιο και ξεχυθεί το βιαστικό ανθρώπινο μελίσσι και επιτελέσει τη βραχεία ιεροτελεστία της άφιξης. Σε άλλη φωτογραφία πουλιά διακρίνονται από απόσταση κατά ομάδες σε κεραίες τηλεόρασης. Οι μικρές σκούρες σιλουέτες τους μοιάζουν με άγνωστη καλλιγραφική στίξη μέσα στην άχρωμη δυστοπία που συστήνουν οι αφιλόξενες ταράτσες. Στα Άνω Λαδάδικα, στη διασταύρωση των οδών Ολυμπίου Διαμαντή και Βίκτορος Ουγκό, ο σκύλος που οσφραίνεται την ατμόσφαιρα μέσα στην ερημία φαίνεται να διεγείρεται από τη μνήμη της οσμής των «εδώδιμων-αποικιακών», που σφράγισε επί δεκαετίες το εμπόριο της περιοχής. Στα ψηλά της πόλης, ένα άλογο διατηρεί ανεμπόδιστη θέα στον Θερμαϊκό, προνόμιο μάλλον αμφιλεγόμενο μέσα στην περιοριστική συνθήκη του ζωολογικού κήπου. Κοιτάζοντας τον απρόσμενο επισκέπτη του μέσα στη σιγαλιά του τοπίου, δείχνει να συγκλίνει επιφυλακτικά προς τον κορμό του μοναχικού δέντρου στο οποίο είναι δεμένο. Όμοια, οι δυο γλάροι που κάθονται πρόσκαιρα στην οροφή ενός ταξί, μέσα στην καθημερινή βουή της οδού Μαρτίου, φαντάζουν μέρος μιας σκηνοθεσίας στην οποία το φυσικό κατοικεί παράδοξα το αφύσικο.
Ο Πετρίδης συλλαμβάνει τα ζώα σε κάδρα κενά ανθρώπων, δίνοντας χώρο στο ακατάστατο συχνά αστικό τοπίο. Πρόκειται ίσως για επιρροή από την αμερικανική φωτογραφία τοπίου δημιουργών όπως ο Robert Adams ή ο Lewis Baltz, που δίδαξαν τον θεατή να περιηγείται μόνος τον χώρο της εικόνας, ψηλαφώντας όλα όσα πλαισιώνουν το, συχνά μερικώς προσχηματικό, θέμα. Η απόσταση της λήψης υπογραμμίζει τη μοναχικότητα των ζώων, υπαρξιακή μάλλον και όχι απλά αριθμητική, και τη συχνά παράταιρη σχέση τους με το περιβάλλον που τα υποδέχεται. Τί αισθάνονται άραγε όταν πλανώνται στους δρόμους ή πετούν ανάμεσα στις οικοδομές; Πώς βιώνουν στο σώμα τους τη ρύπανση, τον θόρυβο, την άσφαλτο, τα σκουπίδια;
Ο Milan Kundera, στην πιο σπαρακτική ίσως αφήγηση για τη σχέση ανθρώπου και σκύλου, εξήγησε στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι ότι «η αληθινή καλοσύνη του ανθρώπου δεν μπορεί να φανερωθεί με απόλυτη καθαρότητα και απόλυτη ελευθερία παρά μόνον απέναντι σ’ αυτούς που δεν εκφράζουν καμιά δύναμη». Για να συμπληρώσει ότι «η πραγματική ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας (η πιο ριζική, που είναι τοποθετημένη τόσο βαθιά ώστε να ξεφεύγει απ’ το βλέμμα μας), είναι οι σχέσεις με αυτούς που είναι στο έλεός μας: τα ζώα».3 Έχουμε ως πολιτισμός κατακτήσει το απαραίτητο ήθος για να κοιτάξουμε ισότιμα αυτό που βρίσκεται στο έλεός μας; Για να συμβεί αυτό θα έπρεπε ίσως ο άνθρωπος να κατανοήσει το πιο ζωτικό σύγχρονο αδιέξοδό του: ότι δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του στη φύση, ούτε τη φύση στον εαυτό του, καθώς οι πόλεις συνεχίζουν να εξαπλώνονται βίαια σε βάρος του φυσικού τους περίγυρου, και η ύπαιθρος ερημώνει από την κλιμακούμενη αστικοποίηση».4 Οι «αυτόπτες μάρτυρες» όμως αυτού του κλιμακούμενου αδιεξόδου γύρω μας ενίοτε συναρπάζουν απρόοπτα: το μικρό σμήνος από πράσινα παπαγαλάκια που πετά σε συντεταγμένο σχηματισμό κάθε δειλινό πάνω από τη Βασιλίσσης Όλγας, για να κουρνιάσει στο αλσύλλιο του πάρκου Ξαρχάκου, είναι μια ξαφνική πινελιά ομορφιάς, μια κομψή άσκηση συγχρονισμού μέσα στην άκαμπτη κοιλάδα του σκυροδέματος.
Όταν η ποιήτρια Κική Δημουλά έθεσε κάποτε το ερώτημα για τον σκοπό ύπαρξης ενός ποιήματος, είχε επιχειρήσει μια λοξή απάντηση: «Βαδίζεις σε μια έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα». Αν μέσα στη θορυβώδη εγωπάθεια της σύγχρονης πόλης η τέχνη συνεχίζει να αποτελεί με κάποιο τρόπο εκκρεμή ανάγκη, οι φωτογραφίες του Πετρίδη εκπληρώνουν ίσως τον, κατά Δημουλά, ορισμό του ποιήματος: γίνονται ένα κλαδί για να σταθούμε, αναζητώντας τη φύση που κρύβεται όλο και πιο βαθιά μέσα μας. Ακόμη κι αν αυτή δεν είναι παρά μόνο μια πασχαλίτσα που διασχίζει μια μαρμάρινη έρημο.
[ Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Θεσσαλονικέων πόλις, τχ. 93 (Απρίλιος 2026), σσ. 64-67 ]
1. Πάρις Πετρίδης, Αυτόπτες μάρτυρες, Άγρα (με τη στήριξη του ΕΜΣΤ) 2025.
2. https://www.emst.gr/exhibitions/why-look-at-animals.
3. Milan Kundera, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, Εστία 1997 (14η έκδ.), σ. 356
4. Από το Ηρακλής Παπαϊωάννου, «Τίποτε προσωπικό»· στο Γιάννης Παντελίδης, Τίποτε προσωπικό, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, σελ. ΧΧ.