Το κασκόλ
Ένα χειμωνιάτικο πρωί, πήγα στο σχολείο με ένα κίτρινο κασκόλ της θειάς μου. Η πλέξη ήταν περίτεχνη και κάπου-κάπου σχημάτιζε μεγάλες μαργαρίτες. Τα κροσάκια, άφθονα σαν μαλλιά, κρέμονταν τριγύρω απ’ τον λαιμό μου. Μύριζε γλυκά, σαν ώριμο λουλούδι και σαν παλιό σεντούκι. Είχε ένα χρώμα κίτρινο, ήσυχο σαν τον πρωινό ήλιο.
Εκείνο το ξημέρωμα είχαμε το πρώτο πένθος στο σπίτι μας. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα το βλέμμα της μάνας μου να μη μου ανήκει. Με άφησε στη θεία μου να μ’ ετοιμάσει, κι εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει για να με καθησυχάσει, με τύλιξε με το κασκόλ της μέχρι τα μάτια.
Θυμάμαι που περπάτησα, νύχτα ακόμα, μέσα στ’ άγριο του χειμώνα, μέχρι το σχολείο. Σκεφτόμουν πως η ζωή πίσω είχε πάψει, μα έπρεπε να συνεχίσω. Τα χνώτα μου περνούσαν μες απ’ την αραιή πλέξη και υγραίνονταν. Κι έπρεπε το κασκόλ να το προσέχω σαν τα μάτια μου, μου είχε πει, μην το χάσω ή το ξεχάσω ― η θεία μου τα πρόσεχε πολύ τα πράγματά της. Κι εγώ, για να μην το χαλάσω, στο διάλειμμα δεν το φορούσα και κρύωνα. Και πολύ άγχος το είχα μη μου το κλέψει κανείς, και στο σχόλασμα μην το ξεχάσω εκεί όπου το είχα παραχώσει κάτω απ’ το θρανίο.
Και μεγάλη ανακούφιση είχα όταν το επέστρεψα και, παρόλο που ήταν πολύ όμορφο και μυρωδάτο και απαλό, η ανησυχία που μου προκάλεσε μ’ έκανε να μη θέλω να το ξαναφορέσω ― αν και η θεία είχε ούτως ή άλλως ήδη μετανιώσει που μου το ’δωσε· τόσο, που με περίμενε πώς και πώς στην πόρτα, μόλις έφτασα στο σπίτι, για να μου το βγάλει.
Η μάνα μου άλλαξε από τότε. Έμαθα κι εγώ πώς αλλάζουν τον άνθρωπο οι απώλειες. Με εκείνο το κασκόλ φόρεσα το πρώτο πένθος. Αυτό το κίτρινο, το ήσυχο, το ξασπρισμένο, στο εξής για μένα θα σήμαινε αρρώστια και θάνατο.