Ο Σάτι, το αγόρι από την Πολυνησία, ήταν ικανοποιημένο. Με δύο μακροβούτια στον κοραλλιογενή κόλπο είχε μαζέψει αρκετούς αστακούς. Μόνο τους μισούς θα κρατούσε έχοντας σκοπό να τους ανταλλάξει με καπνό ή κρέας γουρουνιού και τους μεγαλύτερους θα τους πρόσφερε στον φύλαρχο, όπως απαιτούσε ο νόμος. Δεν υπήρχε περίπτωση να κρύψει ούτε ένα κομμάτι αλλιώς το κεφάλι του θα κατέληγε κρεμασμένο στην καλύβα του μάγου κι ο υπόλοιπος στη φωτιά για το γεύμα του αρχηγού.
Δύο βήματα από τη θάλασσα, θεόγυμνος, με μία ζώνη από ίνες κοκκοφοίνικα, έδενε προσεχτικά το δίχτυ με την λεία. Ο καυτός ήλιος είχε στεγνώσει τις σταγόνες από το μαυριδερό του δέρμα και ετοιμαζόταν να γυρίσει στο χωριό όταν η ματιά του έπεσε σ’ ένα χρυσαφί σημείο της θάλασσας. Το κίτρινο σημάδι κυμάτιζε στην επιφάνεια όπως η μέδουσα αλλά δεν είχε πλοκάμια ή πτερύγια. Ο Σάτι παραξενεύτηκε με τούτο το απόκοσμο ψάρι. Με την άκρη ενός σπασμένου καλαμιού ενόχλησε το πλάσμα. Δοκίμασε να το παρασύρει έξω από το νερό κι εκείνο ήρθε προς το μέρος του. Αντιλήφθηκε ότι είχε μια γνώριμη όψη μόλις το πέταξε στην άμμο – διπλωμένο και ζαρωμένο όπως ενός ανθρώπινου ρούχου. Θυμήθηκε εμπόρους να φορούν πουκάμισα και την περίπτωση μιας λευκής με κόκκινα μαλλιά να τρέχει στην ακτή λίγο προτού καταλήξει στο καζάνι. Το φουστάνι της ήταν μία πολύπλοκη οπτασία για τον νεαρό. Λωρίδες υφάσματος σχημάτιζαν σώματα από τους ώμους ως τα γόνατα της.
Τούτο όμως ήταν ένα ενιαίο χρωματισμένο κομμάτι και το κράτησε από την πάνω πλευρά για να αιωρείται. Δοκίμασε ν’ ανιχνεύσει κάποια μυρωδιά μα μόνο η αλμύρα απέμεινε. Ήταν δύσκολο να καταλάβει από το μέγεθος αν ο κάτοχος του ήταν άνδρας ή γυναίκα και καθώς δεν υπήρχε πουθενά ο ιδιοκτήτης του, η ανακάλυψη του τον γέμισε με ποικίλα συναισθήματα. Δοκίμασε να το φορέσει και τα κατάφερε με την πρώτη. Μόλις κόλλησε πάνω στο ζεστό κορμί του στάθηκε σε μια τρύπα δίπλα στα βράχια για να δει το είδωλο του στο νερό. Κάπως έτσι θα έμοιαζαν οι βασιλιάδες του αρχαίου κόσμου και φούσκωσε το στήθος του. Ξαφνικά μαράζωσε με τη σκέψη της επιστροφής. Ο θησαυρός ήταν δικός του δίχως αμφιβολία. Πώς μπορούσε όμως να αντιμετωπίσει τον άδικο νόμο της εξουσίας χωρίς να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του; Γιατί ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει εκείνο που του ανήκει; Ξάπλωσε στην άμμο ως το σούρουπο και με κλειστά μάτια έψαχνε τη λύση αλλά δίχως να το καταλάβει αποκοιμήθηκε γλυκά.
Κίτρινο σημάδι