Όταν η λέξη πεθαίνει, γεννιέται ο αντίλαλος
«Δοκίμιο περί της μυστικής γλώσσας», χειρόγραφο αγνώστου του 17ου αιώνα
Εκείνο το βράδυ συνέχιζα ως αργά τη μελέτη μου πάνω σε μια πραγματεία του Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς∙ ήταν από εκείνα τα κείμενα που δεν διαβάζονται εύκολα, αλλά αντιστέκονται, και ο αναγνώστης τα κατανοεί μόνο με τη φθορά του σώματος και της ψυχικής του ηρεμίας. Δούλευα εντατικά στη συγγραφή του διδακτορικού μου στην έδρα της Φιλοσοφίας της Φύσης και των Μαθηματικών Θεμελίων, με θέμα την ασυμμετρία της γλώσσας και τη σχέση της με τον χρόνο και την ποιητική συγκρότηση των μαθηματικών.
Η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά και οι έννοιες που μελετούσα είχαν αρχίσει να χάνουν την αυστηρότητά τους και να αποκτούν μια ανεπαίσθητη μεταφυσική ασάφεια. Είχα περάσει σ’ εκείνη τη ζώνη του χωροχρόνου στην οποία η λογική δεν αναιρείται, αλλά παύει να επαρκεί. Και τότε, σε μια ελλειπτική υποσημείωση, από εκείνες που ο Λάιμπνιτς μοιάζει να γράφει για τον εαυτό του, συνάντησα μια παράδοξη αναφορά.
Έκανε λόγο για έναν πρωτόγονο οικισμό δίπλα στον ποταμό Χουρουμπά, σε μια περιοχή που οι χάρτες σημειώνουν αόριστα και οι ιστορικοί αποφεύγουν να περιγράψουν. Εκεί, έγραφε, οι αγράμματοι χωρικοί του 14ου αιώνα πίστευαν πως καμία λέξη δεν μπορεί να ειπωθεί δύο φορές από τον ίδιο άνθρωπο. Όχι γιατί τη λησμονεί, αλλά γιατί τη δεύτερη φορά που θα πάει να την ψελλίσει, έχει αλλάξει είτε η ίδια η λέξη είτε εκείνος που την προφέρει και έτσι, την αντιλαμβάνεται διαφορετική, όχι ως αντικείμενο, αλλά ως ένα συμβάν που επηρεάζεται από τις αρχικές συνθήκες της κάθε στιγμής.
Η πίστη αυτή των φτωχών ψαράδων δεν στηριζόταν στον μυστικισμό, αλλά σε μια πρωτόγονη εμπειρία της μεταβολής. Ζώντας σε ένα περιβάλλον αργής αλλά αδιάκοπης αλλαγής, ανάμεσα στη μονιμότητα της γης και τη μεταβλητότητα του ποταμού, είχαν να αντιπαλέψουν τη σταθερότητα της διαβίωσης που ήθελαν να τους επιβάλλουν οι ιερείς τους, με μια ενστικτώδη πίστη στη συνεχή ροή των πραγμάτων.
Όπως το ποτάμι δεν είναι ποτέ το ίδιο νερό ή όπως το λευκό του χιονιού διασπάται σε δεκάδες σημασίες στη γλώσσα των Εσκιμώων, έτσι και η πίστη των χωρικών ήταν πως καμία λέξη δεν διασχίζει δύο φορές το ίδιο συνειδησιακό πεδίο στο μυαλό μας. Οι χωρικοί δεν το διατύπωναν φυσικά έτσι∙ πίστευαν απλώς πως κάθε λέξη, όταν ειπωθεί, μετατοπίζει τον κόσμο ελάχιστα, και πως αυτή η ελάχιστη μετατόπιση αρκεί για να αλλάξει αμφίδρομα τη λέξη.
Ανέτρεξα στη γλωσσολογική μου εγκυκλοπαίδεια και βρήκα μια παράδοξη πληροφορία για το λεξιλόγιο της περιοχής γύρω από τον ποταμό Χουρουμπά: δεν υπήρχε λέξη για την «επανάληψη», παρά μόνο ένας όρος που η σύγχρονη επιστήμη θα απέδιδε με όρους θερμοδυναμικής ως «μη αντιστρεπτή μεταβολή». Ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να τη συνδέσω με την «εντροπία» και σκέφτηκα πως κάθε λέξη αυξάνει, έστω και ανεπαίσθητα, την «αταξία» στο σύμπαν του ομιλητή.
Κουρασμένος, έκλεισα το βιβλίο του Λάιμπνιτς. Σκέφτηκα πως, αν όλα αυτά ήταν βάσιμα, τότε κάθε ανθρώπινη αναζήτηση – επιστημονική, φιλοσοφική ή θεολογική – δεν είναι παρά μια ακολουθία προσεγγίσεων σε κάτι που απομακρύνεται με την ίδια ταχύτητα που το πλησιάζουμε. Ίσως, σκέφτηκα, γι’ αυτό να γράφουμε: για να καταστήσουμε τα γραπτά μας έναν χώρο μουσειακό, που θα μας επιτρέπει να χαρτογραφούμε διαρκώς τις αποκλίσεις των λέξεων από την αρχικό νόημά τους.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος – ή ίσως αμέσως μετά – σκέφτηκα πως υπάρχουν λέξεις που αποκτούν μια αφύσικη δύναμη όταν έχουν περιστραφεί αρκετά, γύρω από έναν άξονα μνήμης και λήθης, ώστε τελικά να σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο από το αρχικό τους σημαινόμενο. Όλο το βράδυ, στο βάθος του νου μου, κουδούνιζε αυτή η σκέψη και ένας αντίλαλος την έφερνε ξανά και ξανά στις σπηλιές της βαθύτερης ύπαρξής μου.
Ξύπνησα με έντονο πονοκέφαλο και, πριν ετοιμάσω καφέ, σημείωσα βιαστικά σε ένα χαρτί: «Αν ο κανόνας των χωρικών ίσχυε, θα έπρεπε να υπάρχει κάποια στιγμή κατά την οποία ο γενικός νόμος θα συμπυκνωνόταν σε μία και μόνη Λέξη: όχι σημαντικότερη νοηματικά από τις άλλες, αλλά μοιραία, όπως ένα κρίσιμο σημείο όπου κάποιο σύστημα δεν μπορεί πια να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση».
Άρχισα τότε να σκέφτομαι πως οι λέξεις συγκροτούν ένα ραδιενεργό πεδίο. Όλες είναι ασταθείς, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο και ορισμένες – ελάχιστες – βρίσκονται διαρκώς σε ένα μεταίχμιο, σαν ουσίες που αλλάζουν φάση με την παραμικρή διαταραχή. Ίσως οι χωρικοί του Χουρουμπά να γνώριζαν χωρίς να το διατυπώνουν πως κάθε λέξη είναι μια μη αντιστρεπτή μεταβολή στο σώμα εκείνου που τη λέει.
Την επόμενη μέρα πήγα στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Καθώς έψαχνα σε κάποιο ράφι ένα βιβλίο του Raine, εκείνο που πραγματευόταν τις επιστημονικές λέξεις που πέρασαν στην καθομιλουμένη και παρέμειναν εκεί ακόμη και μετά την ανασκευή των θεωριών που τις ανέδειξαν, ένιωσα πίσω μου μια παρουσία που ως τότε δεν είχα αντιληφθεί. Ένας γέρος, μικρόσωμος και καμπουριαστός, με δέρμα που έμοιαζε τσαλακωμένο και κίτρινο σαν παλιό χαρτί, με κοιτούσε αλαφιασμένος. Τα μάτια του δεν εστίαζαν ακριβώς επάνω μου, αλλά λίγο πιο πέρα, σαν να παρατηρούσαν μια ασυνέχεια ή μια καμπύλωση στον χώρο.
Χωρίς να με κοιτάξει, έσκυψε και μου ψιθύρισε μια Λέξη – όχι στο αυτί, αλλά κάπου απροσδιόριστα ανάμεσά μας. Όταν τον ρώτησα τι σημαίνει, χαμογέλασε αδύναμα και με μια βαθιά φωνή, είπε κάτι τόσο αργά που μου φάνηκε ότι πολλαπλασιάστηκε στο μυαλό μου: «Σημαίνει ότι την άκουσες». Έπειτα, σαν να ξελάφρωσε απότομα, με γοργό βήμα χάθηκε στον διάδρομο. Για μια στιγμή, το πρόσωπό του φάνηκε να φωτίζεται από μια παράξενη ανακούφιση.
Πράγματι είχα ακούσει τη Λέξη και είχα νιώσει να σφηνώνεται κάπου μέσα μου και τότε ζαλίστηκα για λίγο. Όταν επανήλθα πλήρως στον εαυτό μου, ο γέρος δεν ήταν εκεί. Δεν είχα καταλάβει ακόμη, πως αυτό που είχε ψιθυρίσει ο γέρος δεν ήταν μια λέξη ανάμεσα σε άλλες, αλλά το όριο όπου ο κανόνας των ψαράδων έπαυε να είναι γενικός και γινόταν προσωπικός για μένα.
Τη Λέξη δεν την επανέλαβα σε κανέναν για καιρό. Την κράτησα μέσα μου, όπως όταν έχεις κάποια κέρματα στην τσέπη και τα θυμάσαι μόνο όταν αντιλαμβάνεσαι το βάρος τους ή όταν ακούσεις το κουδούνισμά τους. Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να συμβαίνουν πράγματα παράξενα: κάθε φορά που σκεφτόμουν ή πρόφερα τη Λέξη, κάτι γύρω μου ή μέσα μου παραμορφωνόταν ανεπαίσθητα – ένα αντικείμενο, μια ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία ή το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Η Λέξη δεν παραποιούσε πράγματα για τον υπόλοιπο κόσμο∙ επηρέαζε μόνο μένα.
Πόσες φορές θέλησα να τη γράψω. Πίστευα πως, αν τη φυλάκιζα στο χαρτί, θα παρέμενε αμετάβλητη. Όμως κάθε φορά που πλησίαζα την πένα, η φράση που σκεφτόμουν εκτρεπόταν και τότε έγραφα κάτι άλλο, συγγενικό αλλά ξένο, σαν όλο αυτό να υπάκουε σε έναν νόμο ελάχιστης απόκλισης, παρόμοιο με εκείνον που διέπει τις τροχιές των ουράνιων σωμάτων. Η Λέξη έγινε για μένα ένα βάρος που δεν άντεχα να σηκώνω και με κρατούσε πάντα πίσω.
Βρίσκω συχνά σημειώσεις στα χαρτιά μου, αποσπασματικές, σαν αξιώματα χωρίς απόδειξη, που δεν ταιριάζουν με το υπόλοιπο κείμενο και πρέπει να γράφτηκαν κάτω από τους φόβους και τις παραισθήσεις που μου προκαλούσε η Λέξη:
Κάθε αναζήτηση αφήνει πίσω της έναν αντίλαλο∙
το νόημά της όμως χάνεται για πάντα
κι εμείς μένουμε μόνοι με την αντανάκλασή της.
Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο,
μην προσπαθήσεις να μαντέψεις τη Λέξη.
Δεν θα τη βρεις. Και αν τη βρεις,
δεν θα υπάρχει πια αυτός που την αναζητούσε.
Ίσως κάθε λέξη να είναι ένα αξίωμα
που μοιάζει αυτονόητο
μέχρι τη στιγμή εκείνη
που επιχειρείς να το αποδείξεις.
Ευτυχώς, με τον καιρό, ανακάλυψα τεχνικές για να οδηγώ τη σκέψη μου μακριά από το πεδίο της. Στο τέλος του διδακτορικού μου θυμόμουν μόνο ότι υπήρχε κάποτε μια λέξη που δεν έπρεπε να ειπωθεί. Και σήμερα, όσο κι αν προσπαθώ, δεν τη θυμάμαι, αν και λογικά θα την έχω γράψει δεκάδες φορές. Έχει μεταλλαχθεί, έχει διασπαστεί, έχει διαχυθεί σε όλες τις λέξεις που τη φιλοξενούν.
Έκτοτε άρχισα να μιλάω λιγότερο και να ζυγίζω κάθε λέξη, σαν να φοβάμαι τη δύναμη που κρύβει κάθε ήχος, κάθε σκέψη, κάθε σιωπή. Η Λέξη χάθηκε οριστικά∙ απέμεινε μόνο ο αντίλαλός της – όχι για να την ανακαλέσει στη μνήμη μου, αλλά για να με φέρνει, ξανά και ξανά, στο μεταίχμιο όπου έπαψα να είμαι εκείνος που κάποτε την πρόφερε.
Υ.Γ. Σήμερα – δύο έτη μετά την υποστήριξη της διατριβής μου – δεν τρέφω πια αμφιβολίες: το προηγούμενο κείμενο δεν συντάχθηκε για να καταγράψει μια παραδοξότητα, αλλά για να επικυρώσει πως υπάρχουν Λέξεις που έχουν «παγώσει» και προφέρονται διαρκώς αδιάλλακτες. Ενώ πίστευα πως είχα απαλλαγεί από τη Λέξη, σε ένα όνειρο, ο δύσμοιρος γέρος της βιβλιοθήκης μού την επανέλαβε. Η Λέξη από τότε κρυσταλλώθηκε εντός μου, καθηλώνοντάς με σε μια αμείλικτη πνευματική ακινησία, σαν και τη δική της.
Έκτοτε έχω καταληφθεί από την εμμονή να ανακαλύψω κι άλλες «παγωμένες» λέξεις. Γίνομαι διαρκώς πιο απόκοσμος, ένας ξένος ανάμεσα σε λέξεις που αρνούνται να με αναγνωρίσουν. Αναλογίζομαι την αγωνιώδη προσπάθεια του γέρου να λυτρωθεί, μετακυλίοντας το βάρος της Λέξης σε μένα, όμως η δική μου ηθική μού απαγορεύει να πράξω το ίδιο. Αναμένω μια λύτρωση εξίσου υπερβατική με την ίδια τη Λέξη, αν και φοβάμαι πως η μόνη οριστική λύτρωση είναι η απόλυτη σιωπή.