Η γραφή που θα έγραφε το σύμπαν

Γύρω στο 1200 π.Χ.: χαρακτήρες χαραγμένοι πάνω σε ωμοπλάτη βοδιού, από την πρακτική της πυρο-οστεομαντείας της δυναστείας Shang. ― Σήμερα: πληκτρολόγιο Cangjie (Cangjie input method)
Γύρω στο 1200 π.Χ.: χαρακτήρες χαραγμένοι πάνω σε ωμοπλάτη βοδιού, από την πρακτική της πυρο-οστεομαντείας της δυναστείας Shang. ― Σήμερα: πληκτρολόγιο Cangjie (Cangjie input method)
Παρανοήσεις σχετικά με τη φύση της κινεζικής γραφής



Είναι πραγματικά σαγηνευτική η ιδέα κάποιου είδους συμβόλων γραφής που θα μπορούσαν να φτάνουν στην αντίληψή μας χωρίς τους περιορισμούς, τις ασάφειες και τις ανεπάρκειες της ομιλούμενης γλώσσας. Ένα σήμα οδικής κυκλοφορίας χρειάζεται άραγε μόλις το δούμε να το ‘μεταφράσουμε’ στο μυαλό μας ως «απαγορεύεται η στροφή δεξιά» ή «υποχρεωτική κυκλική διαδρομή»; Οι περισσότεροι θ’ απαντήσουν αρνητικά. Βλέποντάς το, καταλαβαίνουμε την έννοιά του άμεσα, χωρίς να το μετατρέψουμε σε λόγο. Στ’ αλήθεια, πόσο τεράστιο επίτευγμα θα ήταν μια γραφή που θα λειτουργούσε έτσι, μια γραφή που, μην έχοντας ανάγκη τη γλώσσα για να μεταδώσει τα νοήματά της, θα γινόταν παγκόσμια…
Στα τέλη του 16ου με αρχές του 17ου αιώνα οι Ευρωπαίοι έμαθαν από τον Ιησουίτη ιεραπόστολο Nicolas Trigault από τις Ισπανικές Κάτω Χώρες, πως οι Κινέζοι χρησιμοποιούν ένα σύστημα γραφής παρόμοιο με τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά· πως δεν αποτυπώνουν γραπτά τις έννοιές τους με τα σύμβολα κάποιου αλφαβήτου όπως ο υπόλοιπος κόσμος· πως ξέρουν να ‘ζωγραφίζουν’ τόσα σύμβολα όσες είναι κι οι λέξεις τους.
Εμπνευσμένος από τις περιγραφές του Trigault και άλλων ιεραποστόλων, ο Βρετανός φιλόσοφος Francis Bacon (1561-1626), ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους διανοητές που πείσθηκαν για τον «μη φωνητικό χαρακτήρα» της κινεζικής γραφής, έγραψε ότι οι κινεζικοί χαρακτήρες «δεν εκφράζουν ούτε γράμματα ούτε λέξεις γενικά, αλλά αντικείμενα ή έννοιες».
Ο επίσης Βρετανός φυσικός φιλόσοφος John Wilkins (1614-1672) δημοσίευσε το 1668 το πιο γνωστό του έργο,1 στο οποίο φιλοδόξησε να συνθέσει μια pasigraphy: μια γραφή από επινοημένα σύμβολα, με τα οποία θα μπορούσε να γραφτεί κάθε αντικείμενο και κάθε έννοια στο σύμπαν, με τρόπο κατανοητό «τοῖς πᾶσι». Μια κινεζικού τύπου lingua franca για όλο τον κόσμο, και ειδικά για την Ευρώπη, όπου θα αντικαθιστούσε τα λατινικά ως κοινή γλώσσα των λογίων.
Παρόμοιες ανησυχίες είχε και ο Γερμανός πολυμαθής Gottfried Wilhelm Leibniz (1646-1716). Παθιασμένος με την κλασική κινεζική, εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο τα κινεζικά σύμβολα γραφής να είναι – χωρίς να το έχουν επιδιώξει – μια παγκόσμια γλώσσα: οι «αληθινοί χαρακτήρες» που ο ίδιος είχε οραματιστεί, δηλαδή σύμβολα γραφής που εκφράζουν άμεσα ιδέες, χωρίς τη βοήθεια των λέξεων της ομιλούμενης γλώσσας. 
Μια εξαιρετικά δημοφιλής συλλογή με κείμενα γραμμένα από ιεραποστόλους σχετικά με την Κίνα, που εκδόθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα2 περιέλαβε την αλληλογραφία ενός άλλου Ιησουίτη, του Jean Joseph Marie Amiot (1718-1793), ο οποίος πληροφορούσε τον Ευρωπαίο αναγνώστη ότι η κινεζική γραφή αποτελείται από «εικόνες και σύμβολα που μιλούν στο μυαλό μέσα από τα μάτια: εικόνες για τα χειροπιαστά πράγματα, σύμβολα για τα νοητικά. Εικόνες και σύμβολα που δεν συνδέονται με κανέναν ήχο και μπορούν να διαβαστούν σε όλες τις γλώσσες.» Θα μπορούσε να περιγράψει τους κινεζικούς χαρακτήρες ως την «εικονιστική άλγεβρα των επιστημών και των τεχνών», έγραφε. Στο ίδιο έργο, ένα άλλο κείμενο πρόσθετε ότι το κινεζικό γραπτό είναι «μια μορφή πνευματικής ζωγραφικής».
Ιεραπόστολοι αρχικά, φιλόσοφοι, γλωσσολόγοι κι ερευνητές στη συνέχεια, όλοι συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί μια μαγευτική περιγραφή της κινεζικής γραφής, που έδεσε άψογα με τη μόδα της chinoiserie εκείνης της εποχής – με τα βαριά μεταξωτά μπροκάρ, τις λεπτοδουλεμένες πορσελάνες, τους υδάτινους κήπους και τα άνθη της δαμασκηνιάς – όλα συνταιριασμένα σ’ ένα εξωτικό σύνολο, στην εικόνα ενός κόσμου πανέμορφου και λεπτεπίλεπτου, ενός κόσμου ξένου προς ό,τι είχαν μέχρι τότε φανταστεί. Καλλιτέχνες, ποιητές, ράφτες, αρχιτέκτονες, μουσικοί…, όλοι εμπνεύστηκαν πλήθος ιδέες. Μόνο που, ειδικά όσον αφορά τη γραφή των Κινέζων, αυτή η μαγική εικόνα ήταν λάθος.
Παρά την ενθουσιώδη αντιμετώπιση που συνάντησαν οι κινεζικοί χαρακτήρες στην Ευρώπη, παρά το ότι θεωρήθηκαν κάτι ριζικά διαφορετικό από τους άλλους γνωστούς τρόπους γραφής, κανείς δε σκέφτηκε να φτιάξει γι’ αυτούς ένα ιδιαίτερο όνομα. Αφού δεν ήταν γράμματα... τότε τι ήταν; Επί αιώνες, κανείς δεν χρησιμοποίησε άλλον όρο για τα κινεζικά ‘μη γράμματα’ εκτός από «χαρακτήρες» και «σύμβολα». Ώσπου ο Jean François Champollion (1790-1832) αποκρυπτογράφησε τα ιερογλυφικά των Αιγυπτίων.
Η ανακάλυψη του Σαμπολιόν στηρίχτηκε βέβαια στη δουλειά προηγούμενων μελετητών, πιθανόν όμως να είχε προκύψει νωρίτερα ή πολύ νωρίτερα, αν ο φιλολογικός κόσμος εκείνης της εποχής δεν ήταν δέσμιος μιας λανθασμένης παραδοχής: ότι τα ιερογλυφικά και γενικότερα οι αρχαίες αιγυπτιακές γραφές δεν έγραφαν ήχο· ότι αυτά  κ α ι  τα κινέζικα, έγραφαν αδιαμεσολάβητα ‘πράγματα’ ή ‘ιδέες’.
Μια κρίσιμη εξαίρεση σ’ αυτή την παραδοχή είχε προταθεί από τον Βρετανό πολυμαθή Thomas Young, και ο Σαμπολιόν την υιοθέτησε: τα ιερογλυφικά χρησιμοποιούνταν και φωνητικά, για να γράψουν λέξεις ξένες προς τη γλώσσα, όπως π.χ. τα βασιλικά ονόματα Πτολεμαίος και Βερενίκη.
Μια άλλη βοήθεια βρήκε ο Σαμπολιόν στη δουλειά του Γάλλου σινολόγου Jean-Pierre Abel-Rémusat (1788-1832) σχετικά με το κινεζικό fǎnqiè,3 που αποδείκνυε ότι οι κινεζικοί χαρακτήρες συχνά χρησιμοποιούνταν για να γράψουν ήχους και όχι μόνο ‘ιδέες’.
Μελετώντας τη στήλη της Ροζέτας και άλλα γραπτά, ο Σαμπολιόν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γραφή των αρχαίων Αιγυπτίων δεν έγραφε μόνο ‘ιδέες’ αλλά ήταν κάποιου είδους υβριδικό σύστημα. Και είχε δίκιο. Η δύναμη όμως των ριζωμένων πεποιθήσεων είναι πολύ μεγάλη. Παρότι ο Σαμπολιόν αποκρυπτογράφησε τα ιερογλυφικά ακριβώς χάρη στον ήχο τους που είχε επιτυχώς εντοπίσει, θεώρησε ότι η φωνητική λειτουργία των επιμέρους συμβόλων ήταν επικουρική κι ότι οι αιγυπτιακές γραφές έγραφαν πρωτίστως ‘ιδέες’. Η παραδοχή αυτή θα καταρριπτόταν πανηγυρικά αργότερα: σύμφωνα με τον Γερμανό αιγυπτιολόγο Hellmut Brunner (1913-1997), «τα ιερογλυφικά ήταν εξαρχής φωνητικά σύμβολα». Όμως η εργασία του Σαμπολιόν σταμάτησε ένα μικρό βήμα πριν απ’ αυτή τη συνειδητοποίηση· έτσι, έφτιαξε μια καινούρια λέξη: το επίθετο «idéographique». Τα ιερογλυφικά, είπε, παρότι κάποιες φορές χρησιμοποιούνται φωνητικά, είναι μια γραφή «ιδεογραφική», όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη γραφή των Κινέζων, η οποία κατά περίπτωση χρησιμοποιεί τα σύμβολά της επίσης ως φωνητικά σύμβολα.
Η λέξη «idéographique» δημιουργήθηκε το 1822, το έτος που ο Σαμπολιόν αποκρυπτογράφησε τα ιερογλυφικά. Λίγο αργότερα τον ίδιο χρόνο εμφανίστηκε και η αγγλική της εκδοχή: «ideographic». Τα παράγωγα «ideograph/ideogram» και «ideography» εμφανίστηκαν αργότερα, και κόλλησαν για τα καλά στα κινεζικά σύμβολα γραφής. Είναι όμως οι κινεζικοί χαρακτήρες ιδεογράμματα;

Η απάντηση είναι «όχι».

Η αντίληψη ότι τα κινεζικά σύμβολα αναπαριστούν καθαρές ‘ιδέες’, κάτι που πλησιάζει λίγο ή πολύ στις πλατωνικές ιδέες με την αιώνια αμετάβλητη υπόσταση πέρα από τον κόσμο των αισθήσεων, ελεύθερα από τα δεσμά της ομιλούμενης γλώσσας, ξεκίνησε από ανθρώπους που πολύ λίγο γνώριζαν το αντικείμενο για το οποίο μιλούσαν. Είναι όντως πειρασμός, όταν εμπεδώσει κανείς το σύμβολο 火 ως ‘φωτιά’, να το αντιμετωπίσει ως 🔥 και, εκτός από «huǒ» όπως διαβάζεται στην επίσημη κινεζική, να το διαβάσει στη γλώσσα του ως «φωτιά», «fire», «fuego» κ.λπ., όμοια δηλαδή όπως θα διάβαζε κάποιος το σύμβολο 1 ως «ένα», «eins» ή «bir», αν ήταν Έλληνας, Γερμανός ή Τούρκος αντίστοιχα.

Ας πάρουμε τη ‘φωτιά’ και άλλους δύο χαρακτήρες που σχετίζονται μ’ αυτήν.

火 炎 烤

Το 火 είναι ένα σύμβολο που ξεκίνησε ως εικόνα μιας φωτιάς ( ) εδώ και τουλάχιστο 3.000 χρόνια. Το炎, μια ‘διπλή φωτιά’, σήμαινε αρχικά ‘πυρά’ ή ‘πυρπολώ’. Τέλος, το 烤σημαίνει ‘ψήνω’. Έχει στα δεξιά τη φωτιά (火) και στ’ αριστερά το 考, που σημαίνει ‘εξετάζω’, ‘επιθεωρώ’.

Αυτοί οι τρεις χαρακτήρες, ως σύνθεση, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.

Το ξεκίνησε ως εικόνα. Ήταν όντως κάτι πολύ παρόμοιο με ιμότζι: 🔥.

Το δεν είναι καθαρή εικόνα. Χρησιμοποιεί την εικόνα (δύο φωτιές) για να δείξει κάτι πέρα από αυτήν: μια μεγάλη φωτιά ή ένα ρήμα με σχετική έννοια.

Το μοιάζει σε πρώτη όψη να έχει παράλογη σύνθεση: Εντάξει η ‘φωτιά’, όμως το ‘εξετάζω/επιθεωρώ’ τι δουλειά έχει ν’ ανακατευτεί στο… ‘ψήσιμο’;

Για να μην περιπλέκουμε αχρείαστα τα πράγματα, ας θεωρήσουμε ότι τον καιρό που σχηματίστηκαν αυτοί οι τρεις χαρακτήρες προφέρονταν ακριβώς όπως σήμερα. Η ‘φωτιά’ είναι huǒ, η πυρά yán, και το ‘ψήνω’ kǎo. Ή, να το πούμε αλλιώς, ο πρώτος χαρακτήρας απέδωσε τη λέξη «huǒ», ο δεύτερος τη λέξη «yán» και ο τρίτος τη λέξη «kǎo». Εδώ λοιπόν βρίσκεται το γιατί αυτοί οι τρεις χαρακτήρες δεν είναι ιδεογράμματα: όταν σχηματίστηκαν, δεν απέδωσαν κάποιες αφηρημένες έννοιες· απέδωσαν τρεις συγκεκριμένες λέξεις μιας συγκεκριμένης γλώσσας – της αρχαίας κινεζικής.

Οι χαρακτήρες αυτοί είναι λογογράμματα. Ανήκουν δηλαδή στον τύπο των χαρακτήρων που αποδίδουν μια ολόκληρη λέξη ή, καλύτερα, ένα μόρφημα: μια λέξη ή ένα μη αυτόνομο κομμάτι λέξης, χωρίς να το αναλύουν σε ήχους.

Σε αντίθεση με το λογόγραμμα, το ιδεόγραμμα είναι ένα σύμβολο που αναπαριστά απευθείας μια ιδέα ή έννοια, χωρίς να είναι δεμένο με συγκεκριμένο ήχο. Σύγχρονα ιδεογράμματα είναι οι αριθμοί, τα σήματα των νομισμάτων ($, €, ¥, £), σύμβολα όπως +, –, ±, %, &, #, © κ.λπ. Είναι σύμβολα που η κάθε γλώσσα τα διαβάζει με το δικό της τρόπο, γιατί δεν είναι δεμένα με συγκεκριμένες λέξεις.

Ας δούμε τώρα άλλη μια φορά τους τρεις χαρακτήρες.

Το (huǒ) ξεκίνησε ως «εικονόγραμμα».

Το (yán) φτιάχτηκε ως «λογόγραμμα σύνθεσης».

Το(kǎo) είναι ένας «εννοιοφωνητικός χαρακτήρας». Αν το κομμάτι 考δείχνει να μην ‘κολλάει’ νοηματικά, είναι γιατί σ’ αυτή τη σύνθεση συνεισφέρει μόνο τον ήχο του –kǎo– έχοντας αφήσει κατά μέρος την έννοιά του. Το 烤 είναι λοιπόν ένας χαρακτήρας που, όχι μόνο αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη λέξη της κινεζικής με συγκεκριμένο ήχο όπως οι δύο προηγούμενοι, αλλά επιπλέον δίνει το ίδιο πληροφορίες για τον ήχο του. Το αριστερό κομμάτι παραπέμπει σε έννοια, το δεξί σε ήχο.

Πάνω από το 90% των κινεζικών χαρακτήρων είναι φτιαγμένοι με τη λογική του 烤, είναι δηλαδή εννοιοφωνητικοί χαρακτήρες. Χάρη σ’ αυτούς είναι η κινεζική γραφή ένα χρηστικό εργαλείο. Χάρη σ’ αυτούς μπόρεσαν να γραφτούν όλες οι λέξεις της γλώσσας με ένα σύστημα που απαιτεί μια λογική προσπάθεια για την εκμάθησή του. Σύστημα γραφής που να αποτελείται από εικονίδια ή συνθέσεις εικονιδίων δε θα μπορούσε να υπάρξει και δεν υπήρξε ποτέ. Όπως είχε πει ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα ο γαλλοαμερικανός γλωσσολόγος και φιλόσοφος Peter Stephen Du Ponceau, «η ιδεογραφική γραφή είναι ένα πλάσμα της φαντασίας, και δε μπορεί να υπάρξει παρά μόνο για πολύ περιορισμένες χρήσεις, οι οποίες δεν δικαιούνται το χαρακτηρισμό γραφή.» «Μεταξύ των ανθρώπων που είναι προικισμένοι με το χάρισμα του λόγου, κάθε γραφή πρέπει να αποτελεί άμεση αναπαράσταση της ομιλούμενης γλώσσας, και δε μπορεί να παρουσιάζει στο μυαλό ιδέες που έχουν αποσπαστεί από αυτήν.»

Στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου δε μπορεί να αναλυθεί η δομή και η λειτουργία των κινεζικών χαρακτήρων. Αυτά που μπορεί να κρατήσει κανείς είναι:

            Πρώτο, οι κινεζικοί χαρακτήρες δεν είναι ιδεογράμματα: ούτε ποτέ δημιουργήθηκαν με το στόχο να γράψουν ‘ιδέες’ ούτε ποτέ κατέληξαν σε κάτι τέτοιο· γράφουν συγκεκριμένες λέξεις της κινεζικής. Επειδή όροι όπως «λογόγραμμα» μάλλον ξενίζουν, το πιο λογικό και εύκολο είναι να αναφέρεται κανείς σε αυτούς ως «χαρακτήρες».

                Δεύτερο, ανεξάρτητα από το αν οι χαρακτήρες ξεκίνησαν ως εικόνες, ως συνθέσεις εικόνων ή ως συνθέσεις εικόνας (έννοιας) και ήχου, σήμερα είναι όλοι καθαρά σύμβολα που αντιπροσωπεύουν λέξεις ή τμήματα λέξεων.

                Τρίτο, όλοι οι κινεζικοί χαρακτήρες έχουν έναν ή παραπάνω ήχους (ένας χαρακτήρας μπορεί να έχει δύο, τρεις και παραπάνω αναγνώσεις) αλλά αυτοί οι ήχοι δεν είναι άμεσα αναγνωρίσιμοι όπως στις αλφαβητικές γραφές. Χαρακτήρες όπως το 火 και το 炎 δεν ‘δηλώνουν’ τον ήχο τους· πρέπει κανείς να τον μάθει. Η συντριπτική πλειονότητα των χαρακτήρων όμως, όπως το 烤, δίνουν πληροφορίες για τον ήχο τους: Το ένα κομμάτι ενός εννοιοφωνητικού χαρακτήρα τον εντάσσει σε μια ευρύτερη νοηματική κατηγορία (‘φωτιά’, στην περίπτωσή μας), το άλλο δίνει προσεγγιστικά τον ήχο του (στην περίπτωσή μας kǎo). Επειδή όμως από τον καιρό που συντέθηκαν αυτοί οι χαρακτήρες μέχρι σήμερα η γλώσσα πέρασε από τεράστιες φωνολογικές μεταβολές, συν το ότι μεσολάβησε η απλοποίηση των χαρακτήρων τις δεκαετίες 1950-70, ο ήχος του χαρακτήρα μπορεί να απέχει πολύ ή να μην έχει καμία σχέση με τον ήχο της φωνητικής του συνιστώσας. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας 焚, με νοηματική συνιστώσα πάλι τη φωτιά (火) και ηχητική συνιστώσα lín (林) που σημαίνει «καίω» προφέρεται fén. Είναι δηλαδή ηχητικά ‘αδιαφανής’.

«Λειτουργεί αυτή η γραφή;», θα ρωτήσει κάποιος.

Λειτουργεί. Εδώ και χιλιετίες. Και παρότι στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα πολλοί προφήτευαν είτε την εξαφάνισή της είτε την οριστική παρακμή της Κίνας εάν επέμενε να τη χρησιμοποιεί, η κινεζική γραφή προσαρμόστηκε εξαιρετικά στην ψηφιακή εποχή, με την Κίνα να κατακτά πρωταγωνιστική θέση στον κόσμο της νέας χιλιετίας.





1. John Wilkins: An Essay Towards a Real Character, and a Philosophical Language,
2. Mémoires concernant l’histoire, les sciences, les arts, les moers, les usages, &c des Chinois, par les missionaires de Pekin, 1780, Παρίσι
3. Fǎnqiè (反切) είναι μια αρχαία μέθοδος που καταγράφει την ηχητική αξία των κινεζικών χαρακτήρων, με βάση δύο άλλους χαρακτήρες, ο ένας εκ των οποίων έχει το ίδιο αρχικό σύμφωνο, κι ο άλλος το ίδιο υπόλοιπο τμήμα του εν λόγω χαρακτήρα, π.χ. ο χαρακτήρας 塑 (sù) δηλώνεται ως 桑 (sānɡ)+ 故(ɡù), δηλαδή s+u.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: