Lascia ch'io pianga

«Lascia ch'io pianga» (Χέντελ, όπερα «Rinaldo»). «Voices of Music»: Kirsten Blaise, σοπράνο
«Lascia ch'io pianga» (Χέντελ, όπερα «Rinaldo»). «Voices of Music»: Kirsten Blaise, σοπράνο




Αφότου ολοκλήρωσε την ιταλική μαθητεία του τον Φεβρουάριο του 1710, ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ ανέλαβε αρχιμουσικός στην αυλή του Ανόβερου ύστερα από πρόταση του πρίγκιπα Εκλέκτορα Γεώργιου Λουδοβίκου (του μετέπειτα βασιλέα Γεώργιου Α΄ της Αγγλίας). Λίγους μήνες, όμως, παρέμεινε ο Χέντελ στο Ανόβερο, απ’ όπου πρέπει να αναχώρησε μετά που τέλειωσε το καλοκαίρι. Όλα δείχνουν πως εξ αρχής είχε την επιθυμία και ίσως σχεδίαζε μεθοδικά να φύγει. Τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο του 1710 βρίσκεται πια στο Λονδίνο, 25 χρονών.
Ανυπόμονος να εντυπωσιάσει το κοινό της αγγλικής πρωτεύουσας, λέγεται πως ο Χέντελ συνέθεσε τον Ρινάλδο, την πρώτη ιταλική όπερα που είχε ποτέ δημιουργηθεί ειδικά για τη σκηνή του Λονδίνου, σε δεκατέσσερις μόλις ημέρες. Μέσα σε τόση βιασύνη δεν μπορούσε παρά να εκμεταλλευτεί το πιο εκλεκτό υλικό της ιταλικής περιόδου, πλάθοντάς το ώστε να προσαρμοστεί στη νέα δημιουργία του. Έτσι και με την εξαιρετικά υποβλητική άρια «Lascia ch’io pianga»· η μελωδία έρχεται από τον βαρύ χορό των Ασιανών στην όπερα Αλμίρα και κυρίως επαναλαμβάνει την άρια «Lascia la spina, cogli la rosa» («Άσε τ’ αγκάθι, δρέψε το ρόδο») από το αλληγορικό ορατόριο Ο θρίαμβος του Χρόνου και της Αφύπνισης. Στις νέες επεξεργασίες του Ρινάλδου από τον Χέντελ τις κατοπινές δεκαετίες αυτός ο θρήνος διατηρήθηκε αλώβητος, μόνο που μετατοπίστηκε ελαφρώς στην τέταρτη σκηνή της δεύτερης πράξης, εκεί όπου η Αλμιρένα, αιχμάλωτη μέσα σε μαγεμένο κήπο, εξακολουθεί να τον απευθύνει στον σκληρό βασιλιά Αργάντη, που φλέγεται από την επιθυμία να την απολαύσει. Αφού δεν μπορεί να έχει την ελευθερία της, η δυστυχισμένη κόρη δεν ζητά άλλο παρά μια γωνιά να θρηνήσει τη μοίρα της ― άσε με να κλάψω, του λέει πάλι και πάλι, άσε με να κλάψω. Αυτό το σπαρακτικό τραγούδι το έφτιαξε ένας άνθρωπος ο οποίος, «εν αντιθέσει προς τον αυστηρόν Μπαχ, ηγάπα το φως, την ζωήν, ενεπνέετο από τας ωραίας εικόνας και την φύσιν», όπως γράφει ο μουσικός Γεώργιος Σκλάβος στο λήμμα του για τον συνθέτη στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία (τόμ. 24, σελ. 397). Το φως ήταν τόσο σημαντική πηγή έμπνευσης, συνεχίζει ο Σκλάβος, ώστε, μόλις ο μουσουργός τυφλώθηκε, η δημιουργικότητά του στέρεψε αμέσως.
Στις γενικές γραμμές της η υπόθεση του έργου ρητά αντλείται από την Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ του Τορκουάτο Τάσσο. Με φόντο τον αγώνα των πρώτων σταυροφόρων να ανακτήσουν το λίκνο του χριστιανισμού, στην όπερα παρουσιάζεται μια ερωτική ιστορία, ή ίσως ακριβέστερα, μια σειρά από ερωτικές επιθυμίες. Από τα δραματικά πρόσωπα ξεχωρίζει αναμφίβολα η Αρμίδα, η μάγισσα Αμαζόνα (στο ιταλικό λιμπρέτο συστήνεται ως «Regina di Damasco»), ερωμένη του αλλόθρησκου βασιλιά Αργάντη, η οποία αναλαμβάνει να εξουδετερώσει τον γενναίο Ρινάλδο. Είναι τα δικά της μάγια που δίνουν πνοή στο έργο. Στην ουσία με το να γεννάει αδιάκοπα ένα σωρό πλάσματα της φαντασίας, άλλοτε θελκτικά και άλλοτε τρομακτικά, η Αρμίδα γίνεται η προσωποποίηση της θεατρικής σαγήνης. Όταν στο τέλος ο χριστιανός ηγεμόνας Γοφρέδος κατορθώνει να σβήσει τις οπτασίες, ξεκινά η νικηφόρα πολιορκία της Ιερουσαλήμ. Η επίθεση στην άγια πόλη αρχίζει με το που ανατέλλει ο ήλιος ― τον φαντάζομαι να υψώνεται φλογερός και υπέροχος πάνω σ’ ένα τοπίο γυμνό, άνυδρο, σκορπίζοντας οριστικά τις παραισθήσεις και τις οφθαλμαπάτες.
Σε σχέση με το έργο του Τάσο οι κάμποσες χτυπητές αλλαγές που υπάρχουν στον Ρινάλδο πρέπει όλες να χρεωθούν στον Ααρών Χιλ, εκείνον τον δαιμόνιο θεατρώνη που δεν θεωρήθηκε ποτέ επιτυχημένος ούτε ως λογοτέχνης ούτε ως επιχειρηματίας, αλλά ωστόσο είχε αντιληφθεί αμέσως το ταλέντο του συνομήλικού του Χέντελ και έσπευσε να το εκμεταλλευτεί για τη δημιουργία θεάτρου όπερας στην Αγγλία. Ο Χιλ πρέπει να έτρεφε ένα παιδιάστικο πάθος για τη φαντασμαγορία. Χωρίς να λογαριάζει πάντοτε κατά πόσο ταιριάζουν με τις απαιτήσεις της πλοκής, προσπάθησε ν’ αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητες που πρόσφερε η σκηνική μηχανική, προκειμένου να φτάσει στη μέγιστη θεαματικότητα. Τα εντυπωσιακά σκηνικά και τα άλλα εφέ μοιάζουν να αναδεικνύονται στους πραγματικούς πρωταγωνιστές εκείνων των παραστάσεων στο Queen’s Theatre από τον Φεβρουάριο μέχρι τις αρχές καλοκαιριού του 1711. Ερατεινοί κήποι και σύδεντρα, τρομακτικά απόκρημνα βουνά, σπηλιές και καταρράκτες, φλεγόμενες επάλξεις στο μαγεμένο παλάτι, καμάρες με κολόνες από κρύσταλλο, λαζουρίτη και σμαράγδια.




George Frideric Handel (1685-1759)
George Frideric Handel (1685-1759)




Η δίψα του Χιλ να κάνει τη μαγεία να διαχυθεί απ’ τη σκηνή προς το κοινό, δίνοντας στις χίμαιρες την υλικότητα της αφής, τον οδήγησε μέχρι το σημείο ν’ απελευθερώσει σπουργίτια μες στο θέατρο, όταν στην πρώτη πράξη, τη στιγμή της ερωτικής συνάντησης του Ρινάλδου και της Αλμιρένας σε τερπνό άλσος, ακούγεται το τραγούδι των πουλιών («Augelletti, che cantate...»). Τα δεκάδες πετούμενα, που θα φτεροκοπούσαν μάλλον ζαλισμένα πάνω από τα κεφάλια των έκπληκτων θεατών, είχαν προκαλέσει τη χλεύη του τρομερού Άντισον ως ανάρμοστη μείξη νατουραλισμού και ψευδαίσθησης. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ο Ααρών Χιλ, που μισοφαίνεται στην άκρη-άκρη του μεγάλου πληθωρικού καμβά να κοιτάζει, μ’ ένα χαμόγελο συνενοχής, κατ’ ευθείαν στα μάτια τον θεατή που τον πρόσεξε και τον ξετρύπωσε, μπορεί να είναι εν τέλει το πιο σημαντικό πρόσωπο αυτής της απίθανης δημιουργίας, που πλημμύριζε από μεταμορφώσεις, απατηλές οπτασίες, αντικατοπτρισμούς, άυλους τόπους, ορδές αερικών, Άρπυιες ή άλλα τέρατα ― ένα ακατάπαυστο πανδαιμόνιο, μέχρι που, όπως σχηματίστηκε μαγικά απ’ το τίποτα, το ίδιο απότομα χανόταν, με τον ίδιο τρόπο που αναδύεται κανείς απ’ τον ύπνο του, σπρωγμένος απ’ τον ήσυχο ήχο της άριας «Lascia ch’io pianga» που ακούγεται χαμηλόφωνα απ’ το ρολόι αφύπνισης στο κομοδίνο, δίπλα στο προσκέφαλό του. Με το λίγο φως απ’ τα λευκά ψηφία του ηλεκτρονικού ρολογιού, κι όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, να μην ξυπνήσω κανέναν στο σπίτι, ντυνόμουν και ξεκινούσα μέσα στην άγρια νύχτα. Πολύ πριν να χαράξει το πρώτο φως της μέρας, τρέχω με τ’ αυτοκίνητο να τον πάρω και να τον πάω στο ογκολογικό «Οι Άγιοι Ανάργυροι», να φτάσουμε όσο γίνεται πιο νωρίς για τις προκαταρκτικές εξετάσεις, και να κάνει άλλη μία από τις θεραπείες του. Οι πρώτοι δρόμοι είναι έρημοι. Εδώ κι εκεί μεγάλα κομμάτια πολυκατοικιών δείχνουν φαγωμένα απ’ το σκοτάδι. Στην κοιλιά μου έχει πετρώσει ένα μαύρο κενό απ’ όπου ρέει προς τα μέσα και προς τα έξω παγωνιά. Πιθανότατα γι’ αυτό κάθε φορά όταν στην Αλεξάνδρας φανερώνονται φορτηγά εφοδιασμού, έχω περίπου τη βεβαιότητα πως οι οδηγοί τους, παγιδευμένοι σ’ αυτήν την ατέρμονη νυχτερινή περιπλάνηση, δεν μπορεί παρά να έχουν πιά γίνει πλάσματα αλλοιωμένα σε οικτρό βαθμό. Στην Κυψέλη χώνομαι πάλι σε μαύρες ερημιές και μόνο που και που πιάνει το μάτι μου κάποια φωτισμένη μπαλκονόπορτα. Σκέφτομαι πως τέτοια ώρα τα πολλά σκληρά φώτα έχουν ανάψει στις κουζίνες που βλέπουν πίσω στους φωταγωγούς και στους ακάλυπτους. Με περιμένει στωικά μαζί με την αδελφή μου στην είσοδο της πολυκατοικίας.

Όταν φτάνουμε στο νοσοκομείο, στο μισοσκότεινο ισόγειο της μιας πτέρυγας το γραφείο κινήσεως έχει ακόμη κλειστά τα γκισέ του. Κάποια στιγμή, απροειδοποίητα, μπαίνει σε λειτουργία το μηχάνημα που προμηθεύει χαρτάκια με αριθμούς προτεραιότητας, κι αμέσως σχηματίζεται αθόρυβα μπροστά του η ουρά. Οι παραταγμένες σειρές των μεταλλικών καθισμάτων δίπλα στα γραφεία προορίζονται σύμφωνα με μια σιωπηρή εθιμοτυπία για τους ασθενείς, τους οποίους συνήθως εντοπίζεις εύκολα από το χαλκοπράσινο χρώμα της επιδερμίδας ή τα φαλακρά κεφάλια, παρόλο που όχι σπάνια ψάχνω χωρίς επιτυχία τα σημάδια, και μερικές φορές δεν είμαι σίγουρος αν κάποιο εμπριμέ λουλουδάτο μαντίλι σφίγγεται πάνω σε φαγωμένο σαγόνι ή πάνω σε σκέτο σκοτάδι. Γύρω τριγύρω περιφερόμαστε οι συνοδοί σε ακανόνιστες τροχιές.
Όταν πια παίρνει να ξημερώνει, έχουμε ήδη μετακινηθεί στους θαλάμους βραχείας νοσηλείας, όπου τα μεγάλα παράθυρα βλέπουν σ’ έναν ουρανό με άφθονες στρώσεις από παχιά σύννεφα, μελανιασμένα εδώ κι εκεί, εντελώς ασάλευτα πάνω απ’ τα γύρω χωράφια και τα άδεια οικόπεδα, σύννεφα που τ’ ανακαλώ με εκπληκτική ευκρίνεια όποτε βλέπω στο διαδίκτυο τα νέφη που σκέπαζαν την Όπερα του Όσλο, την άνοιξη του 2017, όπου στις εκδηλώσεις για τα ογδοηκοστά γενέθλια του βασιλικού ζεύγους της Νορβηγίας ένα αγόρι με φωνή σοπράνο τραγούδησε την άρια «Lascia ch’io pianga». Την πρώτη φορά το βίντεο συγκράτησε την προσοχή μου γιατί η φωνή του αγοριού συνοδεύεται μονάχα από ένα μπαρόκ λαούτο κι ένα κοντραμπάσο, σε αντίθεση με τη γνωστή αφθονία των εγχόρδων των οποίων την ανάσα νόμιζα, τότε που με ξυπνούσαν, πως άκουγα ανάμεσα στις αργόσυρτες αρμονίες τους. Τώρα, όμως, όταν το βλέπω, έχω πάντοτε την ίδια επίμονη, αν και εντελώς αβάσιμη, εντύπωση πως το πλάσμα αυτό, που δεν είναι περισσότερο από 14 χρονών, δεν προσφέρει απλώς μια παράσταση. Καθώς επαναλαμβάνεται πάλι και πάλι η φράση «άσε με να κλάψω», στο αρχοντολόγι που κάθεται σε στρωμένα τραπέζια πρέπει να μπήγεται, έστω στιγμιαία κι αόριστα, το κεντρί μιας ενοχής, ο βασιλιάς Χάραλντ χαμηλώνει το βλέμμα, η βασίλισσα Σόνια κλείνει τα μάτια. Όλα εκεί μέσα μοιάζουν λες και πλημμυρίζουν από την παγωνιά των νεφών που σαβανώνουν τη μοντέρνα Όπερα του Όσλο, σαν φυλακή όντως πιο αδιαπέραστη κι απ’ το σκοτάδι, μέσα στο οποίο άλλωστε μπορείς ν’ αφομοιωθείς κλείνοντας απλώς τα μάτια.