Η φαρσοκωμωδία του Κοριτσιού-Αράχνη




H συλλογική απόδοση του μονόπρακτου του Αλφόνσο Θούρο, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Farsas Maravillosas (1995), είναι προϊόν εργαστηρίου μετάφρασης που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο Εδουάρδο Λουθένα την περίοδο Μαρτίου - Απριλίου του 2026.​ Συμμετείχαν οι: Φωτεινή Βαβούλη, Δέσποινα Γιαβάση, Χριστίνα Δημητρίου, Φανή Δομενικιώτου, Λαμπρίνα Ιωάννου, Σεμίνα Μπάφα, Ματίνα Μπίλλια, Χριστίνα Ουσταμπασίδου, Γεωργία Πατινιώτη, Γιώτα Ρόμπολα, Ειρήνη Τζαμαλή, Γεώργιος Τζιρίτης, Σοφία Φερτάκη.


Η φαρσοκωμωδία του Κοριτσιού-Αράχνη



Η ΦΑΡΣΟΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ-ΑΡΑΧΝΗ [FARSÓN DE LA NIÑA ARAÑA]

Όπου μπορείτε να θαυμάσετε τις περιπέτειες και τα δεινά ενός κοριτσιού-αράχνη, με τον πατέρα της, μ’ έναν άσπλαχνο επιχειρηματία και με διάφορους άλλους τύπους που σίγουρα θα ευαρεστήσουν το φιλοπερίεργο κοινό.

(Το κορίτσι-αράχνη. Ως κορίτσι, γλυκό προσωπάκι με κατεργάρικα μάτια. Ως αράχνη, σώμα μαύρο και χνουδωτό. Τα οκτώ ποδαράκια της είναι εξαιρετικά λεπτά, και όταν κινούνται, μοιάζουν με ξερόκλαδα που χορεύουν έναν παράξενο χορό.
(Ο πατέρας, από τότε που το πρωτοαντίκρισε, μπεκρουλιάζει με φτηνό κρασί, ελπίζοντας ότι η δυστυχία του θα πνιγεί στο καθημερινό θαύμα της μέθης.)

ΠΑΤΕΡΑΣ. Κάνε παιδιά σαν κι αυτό! Κάνε παιδιά σαν και του λόγου σου!

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Δε ζήτησα εγώ να γεννηθώ.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Βούλωσ’ το, αναιδέστατη. Κι η μάνα σου, τι; Σε πέταξε στον κόσμο και την κοπάνησε. Να, πάρε ένα κορίτσι-αράχνη και μην την είδατε.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Πέθανε.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Την κοπάνησε. Το να πεθάνει κανείς είναι το εύκολο. Το παλούκι είναι να μένει πίσω, να σε βλέπει κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, να κυνηγάει μύγες και βατράχια για να φας, να σε ποτίζει κρασί και να πλένει το σκληρό και αποκρουστικό καβούκι σου.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Υποχρέωσή σου είναι.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Βγάζει και γλώσσα το νιάνιαρο, για βούλωσ’ το λίγο μη σου αστράψω καμία και σου φύγει το κέλυφος. Να έμοιαζες τουλάχιστον με κανονικό κορίτσι, κι ας μην είχες πόδια, κι ας σου έλειπαν τα χέρια. Δε θα μ’ ένοιαζε. Θα μπορούσα να σε βγάζω βόλτα, να σε πηγαίνω στο πάρκο. Αλλά έτσι όπως γεννήθηκες, έτσι όπως γεννήθηκες... καλά να πάθεις.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Δε φταίω εγώ.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Εμ βέβαια, φορτώνομαι εσένα, έχω και τις ενοχές από πάνω. Εγώ τα φορτώνομαι όλα. Κι εσύ, τι; Που σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, είσαι μια αράχνη ανήμπορη, τα πόδια σου τα ’χεις διακοσμητικά, δεν κάνουν για περπάτημα. Είσαι σκέτη συμφορά.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Σταμάτα να μου το χτυπάς και κοίτα τα μούτρα σου, γιατί για σένα θα ’μαι μάλλον κάποια τιμωρία από τον Θεό.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Δε θα τον πετύχω εγώ αυτόν τον Θεό; Θα του τα ψάλω ένα χεράκι. Φυλάει τις τιμωρίες του μόνο για τους φτωχούς, ενώ οι πλούσιοι και οι αριστοκράτες κάνουν γερά, ψηλά και έξυπνα παιδιά.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Θέλω να φάω, πεινάω.

ΠΑΤΕΡΑΣ. «Θέλω να φάω». Θέλω να το βουλώσεις! Και τι σχέδια έχει η κυβέρνηση για τα παιδιά-αράχνες; Η κυβέρνηση δεν ασχολείται με τέτοιου είδους προβλήματα. Με αυτά και πολλά άλλα. Τα παιδιά-αράχνες διεκδικούν: μια θέση στην κοινωνία, κοινωνική ασφάλιση, επίδομα ανεργίας, σύνταξη και ό,τι περισσεύει από τα επίσημα γεύματα.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Και για τους πατεράδες;

ΠΑΤΕΡΑΣ. Μια θέση εφ’ όρου ζωής στα εθνικά κελάρια.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Και τα όνειρα, όνειρα είναι.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Καθόλου όνειρα, πολιτική δράση! Αφύπνιση της εργατιάς!

(Ντουκ! Ντουκ!)

Χτυπάνε. Ποιος να είναι, άραγε;

(Ο πατέρας βιαστικά κουκουλώνει την κόρη του, για να μη φανερωθεί η ντροπή του.)
(Μπαίνει, σαν σίφουνας, το υποκριτικό χαμόγελο του επιχειρηματία.)

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Καλησπέρα, κύριε. Είμαι ο Ρούλεθ, ο διάσημος επιχειρηματίας.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Τι θα θέλατε;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Δυσκολεύτηκα να σας βρω, αλλά εγώ αυτό που θέλω, πάντα το πετυχαίνω. Ήρθα να προσλάβω την κόρη σας.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Κάποιο λάθος κάνετε, κύριε. Εγώ δεν έχω κόρες.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Έχετε ένα κορίτσι με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Μην κοροϊδευόμαστε, ας φερθούμε σαν κύριοι.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Μα πώς είναι δυνατόν; Πάντα την κρατούσα κλεισμένη μέσα, κανείς δεν την έχει δει, πείτε μου πώς...

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Δεν αποκαλύπτω ποτέ τις πηγές μου. Θα μπορούσα να δω το κορίτσι; Θα πληρώσω καλά. Μ’ ακούτε; Θα πληρώσω καλά!

ΠΑΤΕΡΑΣ. ...ορίστε, εδώ είναι.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Τι θαύμα! Τι αριστούργημα της φύσης!

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Αφήστε τις ανοησίες και πείτε την αλήθεια. Είμαι ένα τέρας!

ΠΑΤΕΡΑΣ. Μικρή, βούλωσ’ το!

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Και μιλάει κιόλας. Φανταστικό! Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς; Θα κάνει πάταγο. Πόσο τη δίνετε;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Τι;;; Πατέρα, θα με πουλήσεις λες κι είμαι αγελάδα ή κάνα μαρούλι; Είμαι η κόρη σου. Δεν μπορείς.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Τι θα την κάνετε;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Θα τη δείχνω από χωριό σε χωριό.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Μόνο θα τη δείχνετε;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Ναι, θα έχει όλες τις ανέσεις, πολύ περισσότερες απ’ όσες θα μπορούσε να έχει σ’ αυτό το σπίτι μαζί σας.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Μου υπόσχεστε ότι δε θα την κάνετε αραχνόσουπα;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Σας το υπόσχομαι. Σας δίνω τον λόγο μου ως υπόδειγμα επιχειρηματία. Τιμή, παρακαλώ.

ΠΑΤΕΡΑΣ. Χίλια και καραχίλια.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Σύμφωνοι.

(Η συμφωνία επισφραγίζεται με μια χειραψία.)
(Ο επιχειρηματίας παραδίδει το συμφωνηθέν μάτσο από χαρτονομίσματα.)
(Ο πατέρας, ικανοποιημένος, φεύγει.)

ΠΑΤΕΡΑΣ. Αντίο, κόρη μου, να είσαι ευτυχισμένη.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Κι εσύ να το βλέπεις από τα βάθη της κόλασης.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Από σήμερα θα λέγεσαι Πετρονίλα, η γυναίκα-αράχνη.

(Ο επιχειρηματίας διαμορφώνει τον χώρο του κοριτσιού-αράχνη σε μια μικρή αυτοσχέδια θεατρική σκηνή.)

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Τι θα με κάνετε;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Θα σε πηγαίνω ταξίδια, θα σου προσφέρω ωραία φαγητά, θα σε κοιμίζω σε πολυτελή ξενοδοχεία και θα σου βρω έναν άντρα-αράχνη για να κάνεις παιδιά-αραχνάκια.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Κι αν όλα αυτά δε με ενδιαφέρουν;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Εσύ θα χάσεις, γιατί ακόμα κι αν δε θέλεις, θα σε πηγαίνω από δω κι από κει για να βγάζουμε παραδάκι. Αν δεν επιθυμείς το μερίδιό σου, δικό σου πρόβλημα.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Θα διαμαρτυρηθώ γι’ αυτή την εκμετάλλευση, αυτή την ταπείνωση, αυτή...

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Σε ποιον; Στην Υπεράσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Ή στην Εταιρεία Προστασίας Ζώων;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Προδότη.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Περάστε, κύριοι, περάστε. Μ’ ένα ταλιράκι, μπορείτε να δείτε το πιο εκπληκτικό θαύμα που έχει δημιουργήσει η φύση από τότε που αυτός ο ψειριάρης κόσμος άρχισε να λειτουργεί. Μια γυναίκα τέτοιας ομορφιάς, που ο ίδιος ο Σουλτάνος ​​της Ανατολής είπε γι’ αυτήν: «Ποτέ μου δεν είδα κάτι παρόμοιο», και στην οποία πρόσφερε τρεις χιλιάδες πετρελαιοπηγές μόνο και μόνο για να ενδώσει στις ορέξεις του. Εκείνη αρνήθηκε. Αυτή όμως τη μνημειώδη ομορφιά, τη συνοδεύει ένα σκληρό και χνουδωτό σώμα, ένα σώμα που εύκολα το αναγνωρίζετε: μια γιγάντια αράχνη. Ναι, κύριοι, μια γυναίκα-αράχνη που όμοιά της δεν έχει υπάρξει ποτέ. Μια γυναίκα-αράχνη! Μοναδική! Σούπερ! Ανεπανάληπτη! Χωρίς κόλπα ή τεχνάσματα. Αληθινή! Μπορείτε να της μιλήσετε. Να την αγγίξετε, αν επιθυμείτε. Αλλά τίποτα περισσότερο. Δεν πωλείται. Ελάτε, κύριοι, ελάτε! Κοπιάστε! Ένα ταλιράκι κοστίζει μόνο.

(Μπαίνουν κάποιοι σιαμαίοι.)

Ε, κύριοι, θα θέλατε να δείτε τη γυναίκα-αράχνη;

ΣΙΑΜΑΙΟΙ. Μια γυναίκα-αράχνη; Για ποιον λόγο;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Για ποιον λόγο; Για... Ωωωω! Μα εσείς είστε... σιαμαίοι!

ΣΙΑΜΑΙΟΙ. Ναι. Και λοιπόν;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Καταπληκτικό.

ΣΙΑΜΑΙΟΙ. Δε βλέπουμε πού είναι το καταπληκτικό. Αντίο.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Μια στιγμή. Δε θέλετε να δείτε τη γυναίκα-αράχνη; Κοστίζει μόνο ένα ταλιράκι.

ΣΙΑΜΑΙΟΙ. Ένα ταλιράκι για να δούμε μια γυναίκα-αράχνη; Είστε ανόητος.

(Σηκώνουν θυμωμένοι τα πηγούνια τους και φεύγουν.)

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Το άκουσες; Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για σένα. Και εξαιτίας σου μου ’φυγαν οι σιαμαίοι. Προτίμησα εσένα αντί γι’ αυτούς, παρότι θα έκανα χρυσές δουλειές μαζί τους. Κάποιος έρχεται. Καλησπέρα, ευγενική και αξιαγάπητη γριούλα, θα θέλατε μ’ ένα ταλιράκι να δείτε κάτι που ποτέ δεν έχετε φανταστεί;

ΓΡΙΟΥΛΑ: Τι είναι;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Η πασίγνωστη Πετρονίλα, η γυναίκα-αράχνη.

ΓΡΙΟΥΛΑ: Ας γελάσω.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου, γιαγιάκα. Αλλά, πείτε μου, πραγματικά δε σας ενδιαφέρει να δείτε μια γυναίκα-αράχνη, ακόμα κι αν είναι δωρεάν;

ΓΡΙΟΥΛΑ: Όχι. Εσείς ξέρετε τι έχω εδώ μέσα;

(Του δείχνει ένα κουτί παπουτσιών.)

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Όχι.

ΓΡΙΟΥΛΑ: Ε λοιπόν, με δύο ταλιράκια μπορείτε να δείτε κάτι.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Για στάσου, γιαγιάκα. Δύο ταλιράκια για να δει κανείς «κάτι» είναι πολλά.

ΓΡΙΟΥΛΑ: Αυτό τα αξίζει. Είναι η κόρη μου, η Αναστάσια. Είναι είκοσι επτά χρονών.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Όχι, δεν είναι δυνατόν. Δεν το πιστεύω.

ΓΡΙΟΥΛΑ. Έχει πάει κιόλας στα τρία ταλιράκια.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Είπατε δύο.

ΓΡΙΟΥΛΑ. Οι τιμές ανεβαίνουν. Τέσσερα ταλιράκια.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Απατεώνισσα. Αντίο.

ΓΡΙΟΥΛΑ. Αντίο.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Περιμένετε, καλή μου γυναίκα.

ΓΡΙΟΥΛΑ. Ναι; Δέκα ταλιράκια.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Κι από πάνω σού λένε πως πρέπει να φροντίζουμε τα γεροντάκια. Ορίστε, πάρτε.

(Η γριούλα ανοίγει το κουτί. Από το εσωτερικό του, η μικροσκοπική κόρη της χαμογελάει στον επιχειρηματία.)

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Αν δεν το ’βλεπα, δε θα το πίστευα.

ΓΡΙΟΥΛΑ. Εντάξει, αρκετά. Τα λέμε, κύριε.

(Ο επιχειρηματίας, κατάπληκτος, παρακολουθεί τη γριούλα να απομακρύνεται με βήμα χοροπηδηχτό).

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Ακούστε. Ακούστε. Σας την αγοράζω.

Είμαι σίγουρος. Μια γυναίκα-αράχνη δεν είναι καλή μπίζνα.

Δεν είναι ζωή αυτή.

Πετρονίλα, γυναίκα-αράχνη, σε εγκαταλείπω!

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Μα τι λέτε;

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Σου παραχωρώ την πολυπόθητη ελευθερία σου. Μπορείς να κάνεις ό,τι σου κάνει κέφι. Δε μου είσαι χρήσιμη πια. Μαζεύω τα υπάρχοντά μου και αποχωρώ.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Αν φύγετε θα πεθάνω της πείνας. Δεν μπορώ να κουνηθώ, τα πόδια μου δεν έχουν αρκετή δύναμη για να...

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Δε λύσσαξες για την ελευθερία σου; Ε να λοιπόν. Εγώ είμαι αρκετά έξυπνος κι έχω την απαιτούμενη φαντασία ώστε να μην την πατήσω με επιχειρηματικές δραστηριότητες τόσο κακορίζικες σαν και του λόγου σου.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Μη μ’ αφήνετε εδώ. Πηγαίνετέ με στον πατέρα μου.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ: Όχι. Θα έχανα πάρα πολύ χρόνο. Δε δύναμαι. Πάω γρήγορα στην πόλη, αλλάζω αντικείμενο, η πολιτική μου καριέρα πρέπει να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό. Αυτός είναι ο δρόμος μου· προς τα εκεί με οδηγεί το άστρο μου.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Περιμένετε.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ. Δε δύναμαι. Ένα Δημοτικό Συμβούλιο, ένα Δημαρχείο, ένα Υπουργείο με περιμένουν με ανοιχτές αγκάλες. Δεσποινίς αράχνη, εσείς φταίτε που λίγο έλειψε να καταστραφεί η καριέρα μου. Όχι, δεσποινίς αράχνη, δεν είμαι πια ούτε ένας φαφλατάς για τα πανηγύρια, ούτε ένας διασκεδαστής της κακιάς ώρας, είμαι πολιτικός! Θ’ αφήσω τον κόσμο με το στόμα ανοιχτό. Αντίο για πάντα, σιχαμένο πλάσμα!

(Και φεύγει βιαστικά.)

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Κύριε Ρούλεθ, είστε ένα γουρούνι και μισό. Μπορεί να γίνετε μεγάλος και τρανός, αλλά θα είστε πάντα ένα μεγάλο και τρανό γουρούνι. Άθλιε! Αχαΐρευτε! Τζιτζιφιόγκο!... Βοήθεια!

(Μπαίνει ένας ναθαρένο. Κρατάει το καθιερωμένο αγιοκέρι του και έχει μια χοντρή αλυσίδα δεμένη στο αριστερό πόδι. Στην κορυφή της μυτερής κουκούλας του, προεξέχει μια σημαιούλα πράσινη, άσπρη, πράσινη[1], που κυματίζει δειλά.)

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Ε, εσείς εκεί...

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Σ’ εμένα μιλάτε;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Ναι. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Είστε έτσι ή είναι κάποιο κόλπο;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Κι εσείς, είστε έτσι ή είστε εκεί μέσα;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Είμαι εδώ μέσα. Το όνομά μου είναι Πέπε.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Εγώ είμαι έτσι. Με φωνάζουν Πετρονίλα, η γυναίκα-αράχνη. Τι κάνετε εκεί κρυμμένος;

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ. Δουλεύω.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Σαν τι;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Σαν ναθαρένο.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Τι είναι αυτό;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Να σας πω, αυτή είναι μια ενδυμασία που φοριέται σε λιτανείες κάποιες λίγες μέρες τον χρόνο, και αρέσει πολύ στους ξένους. Έτσι, η τοπική μας κυβέρνηση, πολύ έξυπνα, λύνει το πρόβλημα της ανεργίας· έχει δημιουργήσει θέσεις εργασίας για ταυρομάχους, ναθαρένος, χορεύτριες φλαμένκο, λήσταρχους..., αλλά μιλάμε για στατικές δουλειές, δηλαδή, ο ταυρομάχος δεν ταυρομαχεί και ο ναθαρένο, όπως εγώ, δε ναθαρεύει. Στεκόμαστε ακίνητοι κατά μήκος των δρόμων, ώστε οι τουρίστες, που είναι ψηλοί και ξανθοί, να μπορούν να διασκεδάσουν και να βγάλουν και καμιά φωτογραφία μαζί μας, αν τους κάνει κέφι.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Και τι σκέφτονται για εσάς οι άνθρωποι αυτοί που έρχονται από τόσο μακριά;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Δεν ξέρω, γιατί μιλούν σαν να γαβγίζουν και δεν μπορώ να τους καταλάβω, αλλά φαίνονται πολύ χαρούμενοι. Οι κυρίες πάντα με παίρνουν αγκαλιά για μια φωτογραφία. Τα παιδιά, που είναι κοκκινομούρικα σαν αστακοί, είναι πολύ σκανταλιάρικα· αμέσως σηκώνουν τη φορεσιά μου για να δουν τι έχει από κάτω. Γενικά είναι κάπως παράξενα, αυτό που τους αρέσει περισσότερο, για φαντάσου, είναι να βγάζουν το κερί από τα αφτιά τους με την άκρη της κουκούλας μας.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Κι εσείς τι κάνετε για να τους διασκεδάσετε;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ: Μετά τη φωτογραφία, τραγουδάω ευλαβικά μια σαέτα. Αν μου δώσουν χρήματα, συνεχίζω με μια ακόμη κι άλλη μια, μέχρι να δω ότι αρχίζουν να βαριούνται, και τότε είναι που κάνω τα ζογκλερικά με το αγιοκέρι.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Αλήθεια; Και πώς είναι αυτά;

ΝΑΘΑΡΕΝΟ: Θέλετε να τα δείτε; Όντως;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Ναι. Ναι.

(Το αγιοκέρι κάνει μια τολμηρή μισή περιστροφή στον αέρα.)

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ: Φανταστικό.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ: Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είναι απλώς μισή επικίνδυνη περιστροφή. Κάποια μέρα θα καταφέρω να την κάνω ολόκληρη. Τότε πράγματι θα είναι φανταστικό.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Πρέπει να έχετε πολλές φιλενάδες.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Όχι. Ακριβώς γι’ αυτό, μια τέτοια δουλειά απαιτεί πολλές θυσίες. Οι φιλενάδες με αντέχουν μισή ώρα το πολύ. Αρχίζουν τα «Σ’ αγαπώ, Πέπε» και «Σ’ αγαπώ, Πέπε», αλλά επειδή δε βγάζω την κουκούλα για να μπορέσουν να με δουν, τσατίζονται και φεύγουν.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Τι χαζές!

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Και τι άσχημες. Εγώ θα ήθελα να έχω μια φιλενάδα σαν εσάς... αλλά ολόκληρη.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Κανείς δεν είναι τέλειος.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Ισχύει.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Πέπε, νομίζω ότι σας έχω ερωτευτεί τρελά.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Ο έρωτας, τούτες τις μέρες, είναι ένα συναίσθημα-αστραπή. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ εμένα. Θα σου κρατήσει, Πετρονίλα, πάνω από μισή ώρα;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Εύκολα.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Ξέρεις το παραμύθι με τον πρίγκιπα που φίλησε μια βατραχίνα κι αυτή έγινε πριγκίπισσα;

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Ναι.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο και με...

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Εκείνος ήταν ένας πρίγκιπας, εσύ ένας ναθαρένο.

ΝΑΘΑΡΕΝΟ. Ούτε εσύ είσαι βατραχίνα. Αυτά τα ρούχα τα φοράνε θαυματοποιοί. Ας το προσπαθήσουμε.

ΚΟΡΙΤΣΙ-ΑΡΑΧΝΗ. Ναι.

(Και φιλιούνται.)
(Βροντές. Φώτα. Κραυγές... Τα πάντα αλλάζουνε.)
(Το κορίτσι-αράχνη, σαν χρυσαλλίδα, σπάει το κέλυφος και μεταμορφώνεται σε μια ακροβάτισσα, με δύο πόδια, δύο χέρια και κάτι γοφούς ουάου. Αυτός, σ’ έναν γεροδέμενο αρσιβαρίστα, έναν θαυμαστό Ηρακλή του τσίρκου. Μια καρδιά από λουλούδια, μια καρτ ποστάλ για ερωτευμένους, τους περιβάλλει.)

ΠΕΠΕ. Πετρονίλα, τι όμορφη!

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Πέπε, τι δυνατός!

ΠΕΠΕ. Τώρα θα μπορέσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Ναι, ας παντρευτούμε το συντομότερο.

ΠΕΠΕ. Ναι, γρήγορα. Θα πάμε να ζήσουμε σ’ ένα άσπρο σπιτάκι με πηγάδι και περικοκλάδες.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Εγώ θα σου φτιάχνω κάθε μέρα μαγειρευτό με μύγες, που είναι η σπεσιαλιτέ μου.

ΠΕΠΕ. Εγώ θα τραγουδάω τις σαέτας μόνο για σένα και θα καταφέρω την επικίνδυνη περιστροφή με το αγιοκέρι. Θα κάνουμε πολλά παιδιά.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Όχι. Εγώ είμαι από μια καταραμένη γενιά και δε θέλω να κάνω παιδιά αράχνες-ναθαρένος. Θα κάνω επτά εκτρώσεις τη μέρα.

ΠΕΠΕ. Όχι, θα θύμωνε ο Πάπας.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Ποιος είναι αυτός ο Πάπας;

ΠΕΠΕ. Ένας κύριος που ζει στη Ρώμη.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Τι δουλειά έχει μ’ εμάς ένας κύριος που ζει στη Ρώμη;

ΠΕΠΕ. Ειλικρινά... δεν ξέρω. Ας το ξεχάσουμε. Θα είμαστε ευτυχισμένοι.

ΠΕΤΡΟΝΙΛΑ. Και μέσα στη χαρά χωμένοι.

(Ο κόσμος τους ανήκει, με τους κάμπους του, τα ποταμάκια του, τα λουλούδια του, τα πουλάκια του... Και με τους αστυφύλακες, χωροφύλακες και δασοφύλακές του.)


1. Τα χρώματα της σημαίας της Ανδαλουσίας. [Σ.τ.Μ.]