Το δωμάτιο με τους καθρέφτες & άλλα κατοπτρικά

«Ο τοίχος δεν είναι μόνο τοίχος» (φωτ. Θ. Οικονόμου)
«Ο τοίχος δεν είναι μόνο τοίχος» (φωτ. Θ. Οικονόμου)



Το δωμάτιο με τους καθρέφτες

Βράδυ, η ώρα δύο παρά πέντε,
μουσκεύω με διαφανείς κρυστάλλους το μαξιλάρι μου.
Παρατηρώ τα σύνορα που έχω χαράξει πάνω στο σώμα μου.
Σύνορα,
σύνορα που διαχωρίζουν τη σάρκα μου απ’ τη ψυχή μου.
Αν τα σβήσω, θα πλημμυρίσει το σώμα μου φως
ή θα διαλυθώ σαν χάρτης στη βροχή;
Κανείς δεν ακούει τη σιωπή μου.

Σκέψεις, λόγια, συναισθήματα
παίζουν σε μια λούπα μέσα στον νου μου.
Κοιμάμαι ξύπνια,
περιμένω, γράφω και υποφέρω.
Φεύγω, ξαναγυρνώ στο ίδιο κρύο δωμάτιο.
Οι τοίχοι δεν έχουν παράθυρα,
μόνο καθρέφτες,
κι εγώ πολλαπλασιάζομαι
σε εκδοχές που δεν αντέχω.

Το κρεβάτι δεν είναι για ύπνο,
είναι φορείο.
Κάθε βράδυ διασώζω
από ένα σπασμένο κομμάτι του καθρέφτη.
Τον σπάω και τον ξανακολλάω.
Ρωγμές.
Ποιος τις ράγισε;
Εγώ ή οι φόβοι μου;

Κι αν οι ρωγμές
είναι απλώς χάρτες
που οδηγούν προς τα μέσα;
Αν το φως δεν έρθει απ’ έξω
μα απ’ τις πληγές που άνοιξα
για να αναπνεύσω;

Στις τρεις και κάτι
δεν φοβάμαι πια τον καθρέφτη.
Τον αφήνω σπασμένο,
γιατί μέσα στα θραύσματα
βλέπω επιτέλους
ολόκληρη
την αλήθεια μου.


Ο άνθρωπος που έχασε τη σκιά του

Περπατώ σε σοκάκια όπου το φως
διασπάται σε λεπτές κλωστές,
και οι αντανακλάσεις των τοίχων μοιάζουν να συζητούν
για όσα ποτέ δεν τόλμησα να ψιθυρίσω.
Το αχνάρι μου, κάποτε πιστή συνοδός,
έφυγε βουβά.
Μένω ελαφρύς,
σαν να έχει εξατμιστεί η πυκνότητα της ύπαρξής μου.

Τα μάτια των παραθύρων
κρατούν γνώση που δεν ανήκει σε κανέναν,
και τα περάσματα που διασχίζω
αναπαράγουν τον ήχο του κενού
σαν αντίλαλο που ξεχνά το όνομά μου.
Δεν είναι απλή έλλειψη,
είναι η επανάσταση του αθέατου,
μια παρουσία που γνώριζε τα περιγράμματά μου,
τα μυστικά μου, τις νύχτες που έκρυβα μέσα μου,
και τώρα περιπλανιέται χωρίς εμένα.

Το φως με διαπερνά,
χωρίς άμυνα,
σαν υγρό κρύσταλλο που διεισδύει σε κάθε κύτταρο.
Μαθαίνω να μετρώ τον εαυτό μου
μόνο μέσω της ανυπαρξίας της συντροφιάς μου.
Τα σοκάκια μοιάζουν άδεια,
το αχνάρι μου περπατά ακόμα σε άλλα σώματα,
σε γωνίες που δεν μπορώ να δω.
Κι εγώ;
Αόρατος σε κάθε σκότος,
ο άνευ σκιάς.







Δεν ήταν μπογιά

Ο τοίχος δεν είναι μόνο τοίχος.
Τον ύψωσαν για να γίνει τοίχος,
μα κάθε νύχτα από μέσα του
δραπετεύει ένας ήχος.
Στεκόταν χρόνια στην κάτω γωνία,
δίπλα στα μισογκρεμισμένα κτίρια της Τζαβέλα.
Η υγρασία είχε φωλιάσει στις ρωγμές του,
κι οι αφίσες πάνω του άλλαζαν εποχές
όπως αλλάζουν οι άνθρωποι πρόσωπα.

Απ’ κει έβλεπε τα πάντα:
βήματα βιαστικά,
φώτα περιπολικών που έκοβαν τη νύχτα στα δύο,
δίποδα πλάσματα βουτηγμένα στην τελμάτωση,
να περνούν, να τσακώνονται, να φιλιούνται,
να υπόσχονται πράγματα που το πρωί ξεχνούσαν.
Ο τοίχος δεν μιλούσε,
οι τοίχοι σπάνια μιλούν μπροστά σ’ ανθρώπους.
Παρακολουθούσε αδιαμαρτύρητα
την καθημερινότητα αυτών των παράξενων πλασμάτων,
που περπατούσαν όρθια
μα συχνά έμοιαζαν χαμηλότερα
από τις σκιές τους.

Κάποιες νύχτες όμως
η πόλη άφηνε πάνω του τα μυστικά της.
Λίγο πριν οι δείκτες δείξουν εννιά και μισή,
ένας σπόρος ακούμπησε το χέρι του στο τσιμέντο
με μια κόκκινη μπογιά.
Οι ρωγμές σφύριζαν λέξεις που κανείς δεν άκουγε.
Κάποιοι γύρισαν το βλέμμα,
κάποιοι άλλαξαν το βήμα,
κάποιοι πάγωσαν,
σαν να ένιωσαν να ξεχειλίζει απ’ τους πόρους τους
κάτι που έπνιγαν χρόνια μέσα τους,
να είναι έτοιμο να βγει.

Η πόλη αναστέναξε,
έχασε την ψυχραιμία της και φώναξε.
Δυνατοί παλμοί πλημμύρισαν τους δρόμους,
χάνοντας κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού.
Δώδεκα ώρες αργότερα
η πόλη δεν ήταν η ίδια.
Γυναίκες θύματα δεν φοβήθηκαν
να τρίξουν το έδαφος με τα ψηλά τους τακούνια,
και το βάρος της ημέρας
δεν έβρισκε πια πάντα τον ίδιο ώμο.
Στον τοίχο φύτρωσαν κόκκινα γαρίφαλα,
κανένα δεν χώρεσε ποτέ σε βάζο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: