Μπήκε ο Εμπενίζερ, χαιρέτησε (;) με ένα νεύμα του κεφαλιού, κοίταξε λίγο την Μπαστέτ και είπε:
―Μισώ τις γάτες, γεμίζει ο τόπος τρίχες όπου πάνε.
―Πώς κάνεις έτσι, μια φωτογραφία είναι, το άγαλμα βρίσκεται στο Κισινάου, στο Μουσείο.
―Πάλι καλά… Πληροφορήθηκα πως ήθελες να με δεις από κοντά, υποθέτω για να μάθεις τη γνώμη μου σχετικά με τα Ένα συν τρία Ποιήματα του Καιρού. Έκανα δρόμο να έρθω.
―Σωστά πληροφορήθηκες.
―Έχω αξιόπιστες πηγές.…
(Είχα αναφέρει, τάχα μου μισοαδιάφορα, στην γυναίκα του Ελιέζερ, πως θα ήθελα να δω από κοντά τον Εμπενίζερ - για να του μεταφερθεί)
― …
―Και ποια είναι, λοιπόν, η γνώμη σου για αυτά;
―Γιατί ήθελες να με δεις για να μάθεις τη γνώμη μου; Μπορούσα να σου τη γράψω.
―Για να βλέπω την έκφρασή σου καθώς θα τη λες. Σε ξέρω τόσο λίγο…
―Πολύ λίγα τα ποιήματα, για τόσα και τόσο σοβαρά θέματα …. Θέματα που κινούνται από το πριν έως και το μετά… Που κάνουν τόσο δρόμο. Πολύ λίγα…
―Με το λίγα τι εννοείς; Ανεπαρκή; Έπρεπε να ήταν άλλα ή έπρεπε να γράψω κι άλλα;
―Σκέψου το λίγο.
Έφυγε. Δεν ξανακοίταξε βγαίνοντας την Μπαστέτ. Ήταν λίγο ανέκφραστος όσο μίλαγε.

Ο ποιητής δε χάλασε χατίρι
Τριβέλιζε το νου του συνεχώς το ποίημα αυτό,
και ντροπαλά γυρόφερνε τα ακροδάχτυλά του.
Δεν είχε θέλω, απόψεις, απαιτήσεις, βλέψεις,
ένα πράγμα μονάχα του ζητούσε επίμονα:
αυτό να γράψει πριν απ’ όποιο άλλο ποίημα.
Όπερ και εγένετο.