Μπήκε, έχοντας όπως πάντα αργήσει, ο σοφός Ελιέζερ. Σοβαρός-σοβαρός. Όπως πάντα. Για την ακρίβεια, εγώ περίμενα αντ’ αυτού τη γυναίκα του. Γιατί ο Ελιέζερ μου είχε μηνύσει πως ήταν κρεβατωμένος. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είμαι και πολύ βέβαιος αν είναι γυναίκα του, όπως λέει αυτός –κι αυτή συμφωνεί)– ή απλώς μια επίτιμη γκόμενα; Τι να πω, δεν ξέρω... Αυτό, πάντως, που ξέρω είναι πως την έχει γκόμενα ο Εμπενίζερ, ο φθισικός φυσικός. (Ναι, ο Εμπενίζερ ο κεκές!). Μου την είχε ξαναστείλει, πάντως, και πιο παλιά τη λεγάμενη ο Ελιέζερ. Τότε που ήταν και πάλι κρεβατωμένος. Για να μου μεταφέρει τη γνώμη του.
Στύλωσε το βλέμμα ανακριτικά τριάντα πέντε εκατοστά αριστερά από το πρόσωπό μου. Με καλημέρισε.
― Καλημέρα. Λοιπόν, πώς σου φάνηκαν αυτή τη φορά; ρώτησα διστακτικά.
― Ποια, τα χαϊκού και τα χαϊκούκου σου;
― Πες τα κι έτσι… τα τρία διηγήματα του καιρού που θα στείλω στον Χάρτη.
― Καλά τα βρίσκω. Τι να πω… απ’ όλα έχουν, έρωτα, θάνατο, λήθη, πάθος, στοχασμό, απανθρωπιά.
(Χασκογελούσε σπαστικά).
― Μα είναι για ανθρώπους συγκεκριμένους, ανθρώπους που έχουν υπάρξει. Αυτό είναι, νομίζω, το πιο… νευραλγικό σε αυτά. Δεν είναι μυθοπλασίες….
―Χαλάρωσε μαν. Είπα εγώ το αντίθετο; Καλώς καμωμένα είναι... Εξάλλου, εσύ το καλό κάνεις σχεδόν πάντα, το κακό αριά και πού μονάχα. Γνώμη μου.
Δεν απάντησα. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε ν’ αναζητήσω τάχιστα τον Εμπενίζερ τον κεκέ και ν’ αρχίσω να έχω αυτόν ως δοκιμαστή και συμβουλάτορα. Τι πήγα κι έμπλεξα με τούτον εδώ τον κόπανο;
Ο Ελιέζερ έφυγε όπως είχε μπει. Σοβαρός-σοβαρός. Δίχως να ρίξει ούτε μια ματιά στον ονειρεμένο πετεινό.
