Τρία Διηγήματα του Καιρού

Δύο με αφορμή τον Elon Musk κι ένα με αφορμή τον θείο Γιάννη (δύο από το μέλλον κι ένα από το παρελθόν)
«Πετεινός» του Unbo Kim ki-Chang
«Πετεινός» του Unbo Kim ki-Chang


Μπήκε, έχοντας όπως πάντα αργήσει, ο σοφός Ελιέζερ. Σοβαρός-σοβαρός. Όπως πάντα. Για την ακρίβεια, εγώ περίμενα αντ’ αυτού τη γυναίκα του. Γιατί ο Ελιέζερ μου είχε μηνύσει πως ήταν κρεβατωμένος. Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είμαι και πολύ βέβαιος αν είναι γυναίκα του, όπως λέει αυτός –κι αυτή συμφωνεί)– ή απλώς μια επίτιμη γκόμενα; Τι να πω, δεν ξέρω... Αυτό, πάντως, που ξέρω είναι πως την έχει γκόμενα ο Εμπενίζερ, ο φθισικός φυσικός. (Ναι, ο Εμπενίζερ ο κεκές!). Μου την είχε ξαναστείλει, πάντως, και πιο παλιά τη λεγάμενη ο Ελιέζερ. Τότε που ήταν και πάλι κρεβατωμένος. Για να μου μεταφέρει τη γνώμη του.
Στύλωσε το βλέμμα ανακριτικά τριάντα πέντε εκατοστά αριστερά από το πρόσωπό μου. Με καλημέρισε.

― Καλημέρα. Λοιπόν, πώς σου φάνηκαν αυτή τη φορά; ρώτησα διστακτικά.
― Ποια, τα χαϊκού και τα χαϊκούκου σου;
― Πες τα κι έτσι… τα τρία διηγήματα του καιρού που θα στείλω στον Χάρτη.
― Καλά τα βρίσκω. Τι να πω… απ’ όλα έχουν, έρωτα, θάνατο, λήθη, πάθος, στοχασμό, απανθρωπιά.

(Χασκογελούσε σπαστικά).

― Μα είναι για ανθρώπους συγκεκριμένους, ανθρώπους που έχουν υπάρξει. Αυτό είναι, νομίζω, το πιο… νευραλγικό σε αυτά. Δεν είναι μυθοπλασίες….
―Χαλάρωσε μαν. Είπα εγώ το αντίθετο; Καλώς καμωμένα είναι... Εξάλλου, εσύ το καλό κάνεις σχεδόν πάντα, το κακό αριά και πού μονάχα. Γνώμη μου.

Δεν απάντησα. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε ν’ αναζητήσω τάχιστα τον Εμπενίζερ τον κεκέ και ν’ αρχίσω να έχω αυτόν ως δοκιμαστή και συμβουλάτορα. Τι πήγα κι έμπλεξα με τούτον εδώ τον κόπανο;
Ο Ελιέζερ έφυγε όπως είχε μπει. Σοβαρός-σοβαρός. Δίχως να ρίξει ούτε μια ματιά στον ονειρεμένο πετεινό.







Ο μπατζανάκης και το φιαλίδιο

Το σκάφος του Space X προσεδαφίστηκε ομαλά στο Jiuquan. Ο αφροναύτης –ναι, μαύρος ήταν, επιλογή του Έλον – βγήκε μετά από αρκετή ώρα. Κατευθύνθηκε προς την αίθουσα τύπου, στο κεντρικό κτίριο.
Η Kέιλι ξεροστάλιαζε κι αυτή εκεί, μαζί με άλλους κι άλλες από το δημοσιογραφικό σινάφι. Είχε περάσει πάλι ολόκληρη την περασμένη νύχτα προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της. Ματαιοπονία. Τέταρτη νύχτα αϋπνίας. Ο Κάρλος την είχε παρατήσει. Ξαφνικά και απροειδοποίητα. Είχε φύγει για την Οκλαχόμα, για να ζήσει τον έρωτά του με τον μπατζανάκη του. Η Κέιλι, είχε σαφή επίγνωση πως δεν θα κατάφερνε να χωνέψει το συμβάν και να τον ξεπεράσει. Σκέφτηκε πως έπρεπε να το λησμονήσει. Και να τον λησμονήσει. Όμως το θυμόταν… Και θυμόταν πολύ τον Κάρλος και δεν της κόλλαγε ύπνος. Τέταρτη νύχτα αϋπνίας.
Οι δημοσιογράφοι άρχισαν ν’ ανακρίνουν τον αφροναύτη. 

―Φέρατε νερό; Πού είναι;
―Πού βρέθηκε το νερό στον Άρη;.
―Βρέθηκε μήπως αλλά δεν υπήρξε ανακοίνωση γιατί δεν ήταν πόσιμο; Έχει γίνει ανάλυση;
―Θα γνωστοποιηθούν οι στιχομυθίες με το κέντρο ελέγχου σχετικά με την αναζήτηση νερού;

(Ερωτήσεις αναμενόμενες και δημοσιογραφικές: περιστρέφονταν επίμονα όλες τους γύρω από το βασικό αντικείμενο της αποστολής του Space X).

H Kέιλι, φυσικά, δεν είχε καταφέρει να ετοιμάσει καμιά ερώτηση μετά από μια τέταρτη νύχτα αϋπνίας. Ήταν, όμως, προσηλωμένη σαν υπνωτισμένη στη συνέντευξη.
Αμήχανος ο αφροναύτης, κοίταζε το κοινό σα χαμένος. Απαντούσε εναλλάξ με κάτι «δεν ξέρω» και «δε θυμάμαι». Οι δημοσιογράφοι άρχιζαν να βγάζουν αφρούς. Η συντονίστρια της συνέντευξης ανακοίνωσε σύντομα τη λήξη της. Ο αφροναύτης σηκώθηκε να φύγει. Η Κέιλι νόμισε πως είδε μια κλεφτή ματιά του προς το μέρος της.
Κάτι έπεσε από την τσέπη του, μες στη βιασύνη του να φύγει. (Δεν το αντιλήφθηκε;) Το αντιλήφθηκε η Κέιλι. Φεύγοντας, το μάζεψε και το έβαλε με τρόπο στην τσάντα της. Ήταν ένα φιαλίδιο μισογεμάτο μ’ ένα διαφανές υγρό.
Στο σπίτι κάθισε να γράψει το άρθρο της. Ματαιοπονία. Δεν είχε ιδέα πώς θα συμπλήρωνε τις 1500 λέξεις, το λιγότερο. Άνοιξε τον υπολογιστή να δει σε ποια γωνιά της γεωγραφίας του Άρη είχε προσεδαφιστεί η προσεδάφιση του σκάφους του Space X. Διάβαζε κι έψαχνε: Όρος Όλυμπος, Θάλασσα των Σειρήνων, Λίμνη του Ήλιου, Κοιλάδα Μα’αντίμ…. Είδε κάτι και μια σκέψη πέρασε σα φωτεινή αστραπή από το μυαλό της. Άνοιξε το φιαλίδιο και ήπιε μονορούφι το περιεχόμενο. Μετά, ο νους της ταξίδεψε στον αφροναύτη. Είχε κάτι τρυφερό η αμηχανία του. «Η καρδούλα του μόνο το ξέρει τι ζόρια θα τράβηξε κι αυτός…», σκέφτηκε. Γρήγορα αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε μετά από πολλές ώρες. Ευδιάθετη, με μια αλμυρή γεύση σαν από φιλί στο στόμα. Είχε λησμονήσει εντελώς τον Κάρλος. Είχε λησμονήσει πως όφειλε να παραδώσει άμεσα ένα άρθρο. Πρόσεξε πως ήταν ανοιχτός ο υπολογιστής της. Γιατί; Δε θυμόταν. Πλησίασε. Είδε σ’ ένα χάρτη μια τοποθεσία του νότιου αρειανού ημισφαιρίου. Διάβασε: Θάλασσα της Λησμοσύνης.



Το «διαστημοδρόμιο» στο Jiuquan, επαρχία Gansu (Κίνα)
Το «διαστημοδρόμιο» στο Jiuquan, επαρχία Gansu (Κίνα)






Εκπλήξεις της ζωής

Κοίταξε το κινητό που χτυπούσε επίμονα. Ανατρίχιασε. Ήταν ο Μάνθος, μακαρίτης εδώ και οχτώ μέρες. (Είχε τη συνήθεια να μη σβήνει από τις επαφές όσους πέθαιναν). Δίσταζε να το σηκώσει, κάποιος ενδόμυχος φόβος τον κράταγε. Τελικά το σήκωσε.

― Χρόνια και ζαμάνια ρε φίλε… Τι γίνεσαι;
― Καλά, αλλά…
― Ωραία! Κάποια άλλη ώρα θα τα πούμε με την ησυχία μας, τώρα βιάζομαι. Σε σκέφτηκα και σε παίρνω απλώς για να σου πω να πάψεις ν’ αγχώνεσαι για πώς θα μου επιστρέψεις τα δανεικά. Ξέρεις, τις 8000... Τα λεφτά εδώ είναι μάλλον άχρηστα. Άσε που βρήκα δουλειά. Και μη διανοηθείς να τα δώσεις στο γιο μου, πρέζα θα γίνουν. Εξάλλου, όπως βλέπω, γρήγορα θα είναι ξανά κοντά μου.
― Ευχαριστώ. Αλλά πώς κατάφερες να με πάρεις; Αφού είσαι…
― Ξέρω, ξέρω, νεκρός! Όμως, τώρα πια συνδέθηκε ο κόσμος μας, ο παρακατιανός, με σας εκεί απάνω. Τα starlinks κάνουν θαύματα. Γεια.
― Γεια, απάντησε κι αυτός.

Του σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό πως ο τόνος στη φωνή του Μάνθου είχε κάτι από διαφημιστικό σποτ.








Δυο φορές

Η δεύτερη φορά που θυμήθηκα σχεδόν αυτολεξεί αυτή την ιστορία του θείου Γιάννη ήταν σχετικά πρόσφατα. Μόλις είχα τελειώσει την ανάγνωση του Γκιάκ. Κάποιες ιστορίες του βιβλίου μου τη θύμιζαν έντονα.

Ο θείος Γιάννης ήταν θείος παππούς, αδελφός του παππού από την πλευρά του πατέρα μου. Γεροντοπαλίκαρο εκ πεποιθήσεως, γαλλομαθής αξιωματικός καριέρας, εν αποστρατεία πλέον, και βενιζελικός μέχρι το κόκαλο. Είχε λάβει μέρος σε όλους τους πολέμους, από τους Βαλκανικούς ίσαμε την εκστρατείας στην Μικρά Ασία και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Ζούσε στο Ηράκλειο, αν και ερχόταν συχνά-πυκνά στη γενέτειρά του, στο Βραχάσι Μεραμπέλου. Ανταμώναμε τα καλοκαίρια που παραθέριζα εκεί. Μου έδινε και γερό χαρτζιλίκι. Ήμουν έντεκα χρονών όταν πέθανε.
Βαρύς και λιγομίλητος, δεν τον θυμάμαι ν’ αφηγείται πολεμικές ιστορίες. Μια φορά τον ρώτησα αν είχε τραυματιστεί ποτέ και μου έδειξε μια ουλή στην κοιλιά. Από τον Σαγγάριο. Πήρα το θάρρος και τον ρώτησα πώς ήταν ο πόλεμος. Χαζή ερώτηση, ήμουν μικρός ακόμη. Απάντησε με ύφος παλαιού διδασκάλου:

― Ο πόλεμος έχει τα κακά του, έχει και τα καλά του. Καταλαβαίνεις πώς είναι οι άνθρωποι. Στην υποχώρηση, κοντά στον Σαγγάριο, είχαμε κάθε μέρα αψιμαχίες με τους Τούρκους. Χάναμε κόσμο. Στη μονάδα μου όλοι σχεδόν ήταν από δυο μόνο διπλανά χωριά της Βοιωτίας, τα οποία βρίσκονταν από παλιά σε αμάχη. Στην κηδεία και τη βιαστική ταφή όποιου σκοτωνόταν δεν έρχονταν ποτέ όλοι οι φαντάροι. Έρχονταν μόνον όσοι ήταν από το χωριό του νεκρού. Απελπισμένος o ιερέας της μονάδας, σύντομα παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια να τους νουθετήσει. Μια μέρα σκοτώθηκε το πιο παλιό και γέρικο μουλάρι της μονάδας. Οι άντρες το θάψανε συγκινημένοι, το μοιρολόγησαν, ο ιερέας έβγαλε ένα μικρό λόγο, όλο θλίψη κι αισιοδοξία. Εκείνη τη μέρα είχαν μαζευτεί όλοι τους, κι από τα δυο χωριά!

(Η φωνή του είχε κάτι νοσταλγικό).

Ο θείος Γιάννης βουβάθηκε μόλις τέλειωσε την αφήγηση. Εγώ παρατήρησα, κάπως αμήχανα, πως, αν μη τι άλλο, αγαπούσαν όλοι τους τα ζώα. Χαζή παρατήρηση, ήμουν μικρός ακόμη. Ο θείος Γιάννης παρέμεινε βουβός.






Το Anıtkabir, στην Çankaya, Άγκυρα,



Η πρώτη φορά που θυμήθηκα αυτή την ιστορία του θείου Γιάννη αυτολεξεί ήταν πριν πολλά-πολλά χρόνια. Μπροστά στο τεράστιο μαυσωλείο τους Κεμάλ στην Άγκυρα. Δίπλα μου αντιδικούσαν έξαλλοι δυο Έλληνες, μάλλον τουρίστες. Παράλληλα, θαύμαζαν το μεγαλειώδες οικοδόμημα. Όπως κι εγώ εξάλλου. Έστησα αφτί:

― Μεγάλος άνδρας, μεγάλο μαυσωλείο.
― Μεγάλα εγκλήματα, μεγάλο μαυσωλείο.


Δάσκαλος του τσαν (ζεν) σε μουλάρι, ανώνυμου ζωγράφου της εποχής της Δυναστείας των Shong (960-1279 μ.Χ.)
Δάσκαλος του τσαν (ζεν) σε μουλάρι, ανώνυμου ζωγράφου της εποχής της Δυναστείας των Shong (960-1279 μ.Χ.)
ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: