Είναι να μην σου βγει το όνομα. Για να λέμε την αλήθεια, τις
περισσότερες φορές δεν συνοδεύει και την ίδια τη χάρη, όπως ισχυρίζεται η γνωστή παροιμία. Κάποτε είναι αποτέλεσμα μιας φήμης ή μιας τυχαίας συμπεριφοράς. Πάντως, όπως και να ‘χει, το φοράς κατόπιν επάνω σου σαν ρούχο παντός καιρού και περίστασης. Και για καλό και για πρόχειρο, για χειμώνα και για καλοκαίρι, για ρούχο εργασίας και για επίσημο. Τις περισσότερες φορές το φοράς και καμαρώνεις, άλλες δεν σου αξίζει ή δεν
σου ταιριάζει και διαμαρτύρεσαι. Είναι αργά όμως να το αλλάξεις. Η φήμη
και το όνομα πάνε παρέα και σε συνοδεύουν θέλεις δεν θέλεις. Κατά βάθος
ίσως σε παρηγορεί η αλήθεια πως τα πραγματικά ρούχα του βασιλιά δεν τα
βλέπουν όλοι.
Εμένα μου κόλλησαν το όνομα της «εκφωνήτριας επικήδειων». Καλά ανεκτό,
έχει και πλάκα θα έλεγα.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία αυτής της ετικέτας, που την ανέχομαι
πλέον ευχαρίστως αποδεχόμενη για τον εαυτό μου μια τέτοια διάκριση. Μου
ταιριάζει απολύτως.
Πάντα είχα σοβαρές αντιρρήσεις για τους επικήδειους στις εκκλησίες.
Ιδίως αυτούς των επισήμων, τους απαραίτητους κατά το πρωτόκολλο. Τους
βρίσκω φλύαρους, κουραστικούς, πομπώδικα ρητορικούς. Ένα μακροσκελές
βιογραφικό, φορτωμένο με ελάχιστες αλήθειες και πολλές υπερβολές ή
ψέμματα. Θα μπορούσε με τις αναγκαίες αλλαγές σε ημερομηνίες, τόπους και
ονόματα να είναι ένας και όμοιος για όλους.

Φτάνω, λοιπόν, στην εκκλησία για τη νεκρώσιμη ακολουθία συγγενούς αρκετά
νωρίς. Έκανε κρύο και μπήκα μέσα. Προηγείτο στα τελειώματα η κηδεία
κάποιου φουκαρά που τον συνόδευαν στο τελευταίο επί γης ταξίδι του όλοι
κι όλοι πέντε νοματαίοι. Φέρετρο από τα φτηνά, στολισμός ούτε για
δείγμα.
Τον πόνεσε η ψυχή μου. Το άκλαφτος δεν με πείραξε τόσο πολύ. Ο θρήνος
δεν είναι πάντα δείγμα πένθους. Το ασυνόδευτος όμως μου φάνηκε πράγματι
τραυματικό. Πάντα η συνοδεία του νεκρού, η μετάβασή του στον άλλο κόσμο,
το κατευόδιο, ο τελευταίος χαιρετισμός των ζώντων στον τεθνεώτα είναι
μια τελετή σεβασμού. Ως τέτοια έδωσε έμπνευση στην τέχνη όλων των
αρχαίων μεγάλων πολιτισμών. Θυμάμαι με πόσο ενδιαφέρον μελετούσαμε,
φοιτητές της αρχαιολογίας, την αγγειογραφία με την εκφορά και τον θρήνο
για την νεκρή γυναίκα στον μελανόμορφο αμφορέα του Κεραμεικού, μια
πολυπρόσωπη παράσταση κηδείας των γεωμετρικών χρόνων.
Μετά το δεύτε τελευταίον ασπασμόν δώτε, αδελφοί, τω θανόντι, μια ξαφνική
παρόρμηση με έσπρωξε να πάρω το μικρόφωνο της εκκλησίας και να πω δυο
λόγια, αντί ασπασμού, για τον άγνωστό μου εκλιπόντα, δυο λόγια
αποχαιρετισμού και συμπάθειας.
Τι είπα άραγε; Εκ του προχείρου επινόησα ένα μικρό βιογραφικό της
φαντασίας μου, χωρίς λεπτομέρειες εννοείται, έναν καμβά ζωής μοναχικής
και ασυντρόφευτης, ένα φανταστικό ταξίδι στις άγνωστες διαδρομές του,
για του οποίου τις ανακρίβειες, ήμουν σίγουρη, κανένας από τους
ελάχιστους παρευρισκόμενους δεν θα είχε τη δυνατότητα να με ελέγξει και
να με κατηγορήσει. Στο τέλος του ευχήθηκα συγκινημένη «καλό ταξίδι προς
τον παράδεισο» και το εννοούσα στ’ αλήθεια. Όποια και αν ήταν η
πραγματική ζωή του, είχε δικαίωμα κι αυτός σ’ ένα κομμάτι του
παραδείσου.
Πρέπει να τους έπεισα. Μόλις τελείωσα, μια κυρία με πλησίασε, μου έσφιξε
το χέρι και μου είπε:
«Αχ, καλά τα είπατε… Ο καημένος ο Κοσμάς… Δεν ξέραμε τίποτα για τη ζωή
του…»

Ακολούθησε η δική μας κηδεία, εξαδέλφου αγαπημένου που έφυγε απροσδόκητα και σχετικά νέος. Ασφυκτικά γεμάτη τώρα η εκκλησία από ανθρώπους δακρυσμένους, από λύπη διάχυτη και από συμπόνια για την οικογένεια τού νεκρού. Στο τέλος της εξόδιας ακολουθίας αναστεναγμοί και συγκρατημένοι λυγμοί αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μαζί με τους καπνούς από το λιβάνι.
Και πάλι στο βήμα, δίπλα στο φέρετρο του νεκρού με οδήγησε μια υποχρέωση
εσωτερική να πάρω τον λόγο χωρίς να έχω εκ των προτέρων συνενοηθεί με
τους δικούς του. Τα μάτια του μέσα από τη φωτογραφία στο καπάκι λες και
με παρακαλούσαν σε όλη τη διάρκεια της ακολουθίας, «πες και για μένα
κάτι, βρε ξαδέρφη!» Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ειπώθηκε εκείνη τη στιγμή, τα
λόγια μου πάντως έναν ηχηρό θρήνο πυροδότησαν που συνόδεψε όλη την
εκφορά του νεκρού μέχρι τον χώρο της ταφής.
Έκτοτε ακολούθησαν κατά καιρούς και άλλοι επικήδειοι. Όλο και πιο συχνά.
Ενός συναδέλφου από το χώρο της δουλειάς. Χρυσός άνθρωπος, καλοσυνάτος
και καλόβολος, ανεξίκακος, χαμηλότονος, διακριτικός. Μια ζωγραφιά αχνή
χωρίς χρώμα. Σχεδόν αόρατος. Με τον επικήδειό μου θύμισα κάποιες
ιδιαίτερες στιγμές από την κοινή ζωή μας στο γραφείο με πρωταγωνιστή τον
ίδιο, που είχαν δυστυχώς περάσει απαρατήρητες μέσα στην καθημερινότητα
της δουλειάς. Ξαφνικά ο εκλιπών συνάδελφός μας απέκτησε σχήμα, παρουσία
χρωματιστή που δεν την είχαμε προσέξει ποτέ όσο ήταν εν ζωή.
Ενός φίλου της στενής παρέας, μεγάλου καλαμπουρτζή, που ζούσε στην
κυριολεξία για να διηγείται μασάλια από την πατρίδα του και ανέκδοτα
κάθε στιγμή της ημέρας, την ώρα της δουλειάς, την ώρα της σχόλης,
γελώντας πρώτος και καλύτερος ο ίδιος. Ακόμα και στον ύπνο του, όπως μας
έλεγε η γυναίκα του, έβλεπε όνειρα αστεία και ξυπνούσε χαχανίζοντας. Τα
έγραφε μάλιστα σε ένα μπλοκάκι εκείνη τη στιγμή για να μην τα ξεχάσει.
Αν δεν τον είχε προλάβει το τροχαίο, ο θάνατος που του άξιζε θα ήταν να
σκάσει κάποτε από τα γέλια, όπως εκείνος ο αρχαίος μίμος και
γελωτοποιός, ο Φιλιστίων του 1ου μ.Χ. αιώνα, για τον οποίο εγράφη πως
ετελεύτησεν υπό γέλωτος απείρου.
Ο επικήδειος τελείωσε με ένα από τα τελευταία ανέκδοτα του φίλου μας και
προκάλεσε τη γενική θυμηδία στο εκκλησίασμα. Νομίζω ήταν το πιο
κατάλληλο κατευόδιο στο τελευταίο του ταξίδι.
Και άλλοι πολλοί επικήδειοι.
Σιγά σιγά εξελίχθηκα σε σύγχρονη επαγγελματία μοιρολογίστρα, χωρίς
βεβαίως τους θρήνους και τα μαλλιοτραβήγματα εκείνων των παλαιών ταφικών μας εθίμων. Και εννοείται χωρίς να υπάρχει αμοιβή. Αλίμονο. Στους
επικήδειούς μου ο θρήνος πρέπει να ελέγχεται από την προοπτική μιας
επέκεινα γαλήνιας αιωνιότητας και ο σπαραγμός της απώλειας από την πίστη
πως οι νεκροί μας είναι πάντα δίπλα μας με έναν διαφορετικό υπαρκτικό
τρόπο. Και οπωσδήποτε μου αρκούσε, και με το παραπάνω, να βλέπω στα
πρόσωπα των συγγενών και φίλων την παρηγοριά για το δράμα τους.
Είχα ξεπεράσει τη φάση του τυχαίου και της επιπόλαιας προσέγγισης. Οι
επικήδειοι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν μαγειρικές συνταγές με
συγκεκριμένα υλικά. Σιγά σιγά κατέκτησα το μέτρο και την οικονομία της
ωριμότητας. Διαμόρφωσα μια προσωπική γραφή στηριζόμενη κυρίως στην
ποιητική του επικήδειου. Απόλυτα προσεχτική και συγκεντρωμένη έπρεπε να
δικαιώνω την εμπιστοσύνη όσων μου ανέθεταν αυτήν την αποστολή. Επιλογή
λέξεων που εύγλωττα αποδίδουν αποχρώσεις από τη ζωή του τεθνεώτος.
Ρήματα, επίθετα, προσδιορισμοί και η θέση τους μέσα στην πρόταση να
αποτελούν το γλωσσικό κέντημα, το επιτάφειο σάβανο του νεκρού.
Παρατατικός, αόριστος, παρακείμενος, ακόμα και ο παρεξηγημένος
υπερσυντέλικος στην υπηρεσία του ενεστώτα. Απόλυτος σεβασμός στη στίξη
και τις αναπνοές. Αποφεύγω τις διφορούμενες λέξεις, όπως και τις λέξεις
κουρσούμια, τις υπερβολές στα καλολογικά στοιχεία, τις τραβηγμένες
παρομοιώσεις και μεταφορές, όσα επίθετα εξιδανικεύουν το άγνωστο.
Υποκλίνομαι στην ανθολογία της ζωής όλων των ανθρώπων. Μπορεί ο
επικήδειος να αναφέρεται στο παρελθόν του νεκρού αλλά η γλώσσα που θα το
περιγράψει επιβάλλεται να ‘ναι ζωντανή.
Πάντα προετοιμασμένη με πρόβες στο σπίτι μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη.
Φροντίζω το ηχόχρωμα της φωνής μου να εξελίσσεται όπως σε τραγούδι, από
το χαμηλόφωνο κουπλέ σε ηχηρό ρεφρέν. Ελέγχω πλέον την ένταση της
συναισθηματικής φόρτισης και προσεγγίζω την κάθε περίπτωση νεκρού με την ψυχρότητα ψυχίατρου.
Όσο μακροσκελής και αν είναι ο λόγος μου ποτέ δεν διακρίνω σημάδια
κούρασης στο ακροατήριο, νευρικές επί τόπου κινήσεις, ψίθυρους και
μουρμουρητά ή προσπάθειες να πνίξουν χασμουρητά. Το ύφος τους, παρά την
λύπη, δεν μαρτυράει πλήξη. Ίσα ίσα κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη
μου.
Συχνά πλέον με καλούν να εκφωνήσω επικήδειους, ακόμα και σε κάποιες
κηδείες επωνύμων γιατί, λέει, ξέρω να μιλώ για τον θάνατό τους ως
συνέχεια της ίδιας της ζωής τους.

Και αν ο θάνατος από γέλιο είναι ο πιο ευχάριστος και επιθυμητός, ο πιο ρομαντικός είναι χωρίς αμφιβολία ένας θάνατος από έρωτα. Ίσως ο μόνος θάνατος που αξίζει να πεθάνει κανείς. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Φλορεντίνο Αρίσα, ήρωας σε μυθιστόρημα αγαπημένου μου συγγραφέα.* Κι αυτό ακριβώς το επιχείρημα επικαλέσθηκε στενός μου φίλος, όταν μου τηλεφώνησε για να μου αναγγείλει τον θάνατο του πατέρα του και να μου ζητήσει να εκφωνήσω εγώ τον επικήδειο. Βιάστηκα να δεχτώ. Γιατί στη συνέχεια ο φίλος μου διευκρίνησε ότι η επιθυμία των οικείων ήταν να κατευδόσουμε τον πατέρα τους με ένα τραγούδι. Και μάλιστα με συνοδεία μπουζουκιού.
«Μα… εγώ δεν τραγουδάω», ψέλλισα εμβρόντητη.
«Έλα τώρα, άσε τα σάπια. Σε έχουμε ακούσει… Τα πας περίφημα. Και ύστερα στον πατέρα μας δεν άρεζαν οι κλάψες και τα μοιρολόγια. Ένα τραγούδι τού ταιριάζει για αποχαιρετισμός. Και πού ‘σαι… Λέω να πούμε το Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ. Το αγαπημένο του».
Είχε δίκιο κατά κάποιο τρόπο. Ο πατέρας του, ένας ωραίος και γενναιόδωρος άντρας, ρέκτης και ανοικτόκαρδος, ήταν τύπος με την καρδιά του πάντοτε γεμάτη από έρωτα. Αγάπησε πολλές γυναίκες, δεν πλήγωσε καμία, γιατί ήταν πάντα μαζί τους ειλικρινής για τα αισθήματά του, όσο διαρκούσαν. Πράγματι του άξιζε ένας αποχαιρετισμός τραγουδιστός. Μπουζούκι δεν βρέθηκε διαθέσιμο. Κλείσαμε όμως έναν εξαιρετικό ακορντεονίστα που την ώρα της ταφής έπαιξε πρώτα σε εννέα όγδοα την εισαγωγή και μετά με συνόδεψε διακριτικά στα πρώτα δισταχτικά μέτρα.
Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ,
δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ,
μέτρο δεν έχει η αγάπη…
Οι παρευρισκόμενοι, μετά την πρώτη έκπληξη και αναμενόμενη αμηχανία, με ακολούθησαν εν χορώ στο ρεφρέν,
Έγιν’ η σπίθα πυρκαγιά,
έγιν’ η σπίθα πυρκαγιά
και πέλαγος η στάλα…
ενώ πολλοί απ’ αυτούς αποτόλμησαν να ξεκινήσουν μόνοι τους και το δεύτερο κουπλέ.
Η αγάπη που μας έδεσε,
η αγάπη που μας έδεσε,
πόνο δεν θα γνωρίσει…
Όλοι έρραιναν το σκάμμα του τάφου με τα άσπρα και κόκκινα γαρύφαλλα, που μοίρασε ο τελετάρχης. Τα σκορπούσαν στα πόδια του μοναχικού χορευτή που πάντα ανέβαινε στην πίστα νυχτερινού κέντρου και ζητούσε παραγγελιά το ζεϊμπέκικο της καρδιάς του, αφιερωμένο στην πιο πρόσφατη αγαπημένη του.
Είμαστε δυο σταλαγματιές,
είμαστε δυο σταλαγματιές
από την ίδια βρύση…
Στο τέλος όλοι χειροκρότησαν. Κάποιοι μου έσφιξαν το χέρι. «Ωραία κηδεία!» Κανά δυο μου ζήτησαν και το τηλέφωνό μου. «Πού ξέρεις…», θα σκέφτηκαν από μέσα τους.

Λέω να γράψω και τον δικό μου επικήδειο. Έτσι όπως φαντάζομαι και
επιθυμώ να με αποχαιρετήσουν οι δικοί μου άνθρωποι. Κι όταν έρθει η ώρα
μου, ας τον εκφωνήσει όποιος θέλει.
*Ήρωας του γνωστού μυθιστορήματος του Γκαρσία Μάρκες Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.
___________Από την υπό έκδοση σειρά διηγημάτων Παρκούρ στα σύννεφα.