Τηλεφωνικοί κατάλογοι

Τηλέφωνο του Σαλβαδόρ Νταλί (δεκαετία του '30)
Τηλέφωνο του Σαλβαδόρ Νταλί (δεκαετία του '30)




Και να που πάλι συμβαίνει. Όλο και συχνότερα μου συμβαίνει. Σχεδόν κάθε φορά που θέλω να τηλεφωνήσω. «Να καλέσω», ήταν η διατύπωση της γιαγιάς μου. «Να σε καλέσω στο τηλέφωνο», για την ακρίβεια. Διατρέχω τον κατάλογο επαφών στο κινητό και συναντώ ονόματα νεκρών πια συγγενών, φίλων και γνωστών. Παρελαύνουν στην οθόνη, ανασύροντας και την εικόνα τους ενόσω ήταν ζωντανοί, μπορεί και διαδοχικές εικόνες τους σε διάφορες στιγμές. Όλο και πληθαίνουν. Γεννώντας μια ασυναίσθητη θλίψη, μια απρόβλεπτη μελαγχολία στο πέρασμά τους, στο μηχανικό σκρολάρισμα έως ότου φανεί το ζητούμενο όνομα με τα στοιχεία επικοινωνίας του. Μου φέρνουν μια κάποια ταραχή. Τα προσπερνώ.
Φορές πάλι αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο να τα αντιμετωπίσω. Πρακτικά τι να κάνω και θεωρητικά τι στάση να διαλέξω. Να τα αφήσω εκεί που βρίσκονται; Ακίνητα στον χρόνο; Να μου προκαλούν αδιάκοπες αναστατώσεις, να με τραβάνε προς τα πίσω; Να τα πετάξω στα σκουπίδια πάλι, δεν μου πάει. Το βλέπω σαν χειρονομία εναντίον των ενθυμήσεων, και των ίδιων των ανθρώπων. Σαν να τους πετάς στο πηγάδι της λήθης. Μου λένε ότι πιάνουν χώρο, και κάποια στιγμή θα γεμίσει το αρχείο, και πως δεν θα υπάρχει θέση για νέα τηλέφωνα. Η αλήθεια είναι ότι συμπληρώνω παλιότερες, λειτουργικές ακόμα, εγγραφές, με σταθερές γραμμές, εταιρικά τηλέφωνα, διευθύνσεις, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, μικροσημειώσεις. Χρειάζονται και διορθώσεις, που γίνονται τόσο εύκολα με την εντολή «επεξεργασία». Προσθέτω και νέες εγγραφές, Η εκκαθάριση είναι διαδικασία που προβλέπεται γενικά. Δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν όλα και για πάντα, για όσο. Την γνωρίζω καλά, βιωματικά, την διαδικασία της εκκαθάρισης. Πάντα με δυσκόλευε, ακόμα και με αποδεκτά κριτήρια, εγκεκριμένα πρότυπα ξεκαθαρισμάτων διεθνώς, ακόμα και με λογικές αιτιολογήσεις, που βασίζονται στην προσγειωμένη λογική. Τώρα, το θέμα εδώ είναι προσωπικό, και είμαι μπερδεμένη.
Ξέρω ότι δεν γίνεται να πατήσω το εκείνο το κουμπί που μετακινεί στα απορρίμματα εγγραφές, μηνύματα, εικόνες, φωτογραφίες και βίντεο, ελαφρά τη καρδία. Το ντιλίτ που σβήνει κάθε είδους πληροφορία από τις έξυπνες συσκευές. Δεν γίνεται να σβήσω το τηλέφωνο του πατέρα και ας έχει αναχωρήσει έξι χρόνια τώρα, μα και νωρίτερα δεν ήταν σε θέση να μιλήσει στο κινητό, ούτε και στο σταθερό βέβαια άλλα δύο χρόνια, μα το ήθελε ακουμπισμένο δίπλα του, στο κομοδίνο. Έτσι να το βλέπει ότι υπάρχει, και ότι στα δύσκολα, ίσως να του ερχόταν η δύναμη να το χρησιμοποιήσει. Ίσως να ήλπιζε ότι θα ηχούσε, κάποιος θα τον αναζητούσε. Πράγμα που δεν συνέβη. Δεν γίνεται να σβήσω το τηλέφωνο της μητέρας που λείπει τώρα τέσσερα χρόνια. Όσο ζούσε μιλούσαμε πρωί-απόγευμα. Δεν γίνεται να εξαφανίσω και του αδελφού που έσβησε διασωληνωμένος σε μονάδα εντατικής, που στην τελευταία συνάντηση μου επιτράπηκε να του πιάσω το χέρι και να τον αγκαλιάσω αν και διά ροπάλου απαγορευόταν, πάνε δυόμιση χρόνια. Και άλλων πολλών δεν γίνεται. Δεν το μπορώ, δεν μου κάθεται σωστά. Δεν έχω απάντηση. Παρατείνεται αυτή η κατάσταση, εγώ είμαι που την σέρνω μαζί μου.

Σήμερα, το βράδυ λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, σε εκείνη την κατάσταση της μετάβασης από το ξύπνιο στην αφημένη χαλάρωση που προηγείται του ύπνου, σαν αποκάλυψη εξ επιφοιτήσεως, απάντησα σε ένα ερώτημα που έχει προκύψει από το σπίτι των γονέων μου και που προσπαθούσα να κλείσω επί δύο χρόνια. Και δεν τα κατάφερνα, αν και αφιέρωνα χρόνο και φυσική ενέργεια, σκέψη, λύσεις σε εκκρεμότητες. Στα πράγματα των γονέων μου υπήρχαν πάμπολλα τηλεφωνικά μπλοκ. Μπλοκ σε όλα τα σχήματα και μεγέθη, με σπιράλ, χωρίς σπιράλ, με προστιθέμενα φύλλα σε κρίκους ντοσιέ, απλά τετράδια με την αλφάβητο ή και χωρίς, με σκληρά εξώφυλλα, με ημίσκληρα ή και μαλακά, διακοσμημένα, μονόχρωμα σοβαρά. Με την ένδειξη «ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ», με το σχέδιο ενός τηλεφώνου με καντράν στο κέντρο ζυγιασμένο, συνήθως τα μαύρα με το βαρύ ακουστικό. Φύλλα χαρτιού με ρίγες, καντριγιέ, διπλωμένα να χωρούν σε πορτοφόλι ή μέσα σε ζελατίνες, ονόματα και οι αριθμοί των τηλεφώνων τους. Όλοι μαζί οι κατάλογοι γέμισαν δύο κούτες μεσαίου μεγέθους, εκείνες που αποκαλούμε τύπου «Νουνού», και χωρούν δύο πατώματα γάλατα κονσέρβα. Είναι από ανθεκτικό χαρτόνι, να αντέχουν το βάρος. Αντέξανε και τα ονόματα με τους αριθμούς τους.
Περιλάμβαναν πρόσωπα με τα στοιχεία επικοινωνίας τους, ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων, το δικό τους περιβάλλον που ξεκινούσε από την οικογένεια, πήγαινε πίσω στο σχολείο, τις δασκάλες, το πανεπιστήμιο και τις σπουδές γενικά, εκτεινόταν στο φιλικό περιβάλλον, σε ένα ευρύ ευρύτατο δίκτυο γιατρών όλων των ειδικοτήτων, τους ανθρώπους υποστήριξης, τεχνίτες, μάστορες, ασφαλιστές. Τα γράμματα και οι αριθμοί της μητέρας γέρνουν προς τα δεξιά, είναι όμορφα και ομοιόμορφα, ευανάγνωστα, με συγκρατημένες ουρίτσες στο τελείωμά τους. Του πατέρα είναι στενόμακρα, έχουν ύψος σαν το ίδιο, ακανόνιστα, μάλλον δυσανάγνωστα. Πρέπει να πατούσε το στυλό έντονα γιατί το χαρτί υποχωρούσε στα γραμμένα, φτιάχνοντας ανάγλυφα.
Είχα την απορία γιατί ήταν τόσοι πολλοί οι κατάλογοι, γιατί δεν τους πέταγαν, ή δεν τους ανακύκλωναν;
Τους διατρέχω σκεπτική και αναποφάσιστη. Παρατηρώ με έκπληξη ότι οι περισσότεροι παρέμεναν αχρησιμοποίητοι σε μεγάλο ποσοστό, ημιτελείς, δεν ξεπερνούν το γράμμα Κ. Υπάρχει και ένας που η μητέρα τον έφτασε μέχρι το Δ. Ένας δυο έχουν σημάδια καθημερινής χρήσης από τον μεγάλο σωρό. Κοντοστέκομαι. Αφήνω τις κούτες παράμερα. Μια εκκρεμότητα ακόμα ανάμεσα στις πολλές άλλες.

Αρχικά, απέδωσα το φαινόμενο της στοίβας των μισογεμισμένων τηλεφωνικών καταλόγων στην μητέρα μου. Μάλλον δεν της άρεσαν τα σβησίματα και οι μουτζούρες. Όμως, μετά από ένα ξεφύλλισμα είδα ότι η εξήγηση αυτή δεν ευσταθούσε γιατί υπήρχαν άφθονα σβησμένα με στυλό, με γόμα, ακόμα και με μπλάνκο. Άκυρη εξήγηση. Ίσως να την μπέρδευαν στο μάτι, να ξεχνούσε τι ίσχυε και τι δεν ίσχυε παρ’ όλα τα σημάδια που ή ίδια έβαζε, και προτιμούσε να τα καθαρογράφει, να είναι πιο βέβαιη, να μην χρειάζεται να αποκωδικοποιεί τον εαυτό της. Επίσης άκυρη εξήγηση, ή τέλος πάντων να ίσχυε μερικώς.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, κατάλαβα με υψηλό βαθμό βεβαιότητας πως είχε θέμα με την αντιμετώπιση των απόντων. Δεν ήθελε να τους διαγράψει, να βάλει μια γραμμή πάνω στο όνομά τους, να τους σβήσει, να τους κουκουλώσει με άσπρο διορθωτικό γιατί δεν ήθελε να συνυπάρχουν οι νεκροί με τους ζωντανούς στον κατάλογό της. Να τους συναντά καθημερινά. Για αυτό ξεκινούσε νέους τηλεφωνικούς καταλόγους αποκλειστικά και μόνο με τους ζώντες. Μόνο που ο χρόνος ήταν εναντίον της. Την προλάβανε, και ποτέ δεν κατάφερε να αντιγράψει έναν πλήρη τηλεφωνικό κατάλογο πριν πεθάνει ένας ή μια που ήδη βρισκόταν γραμμένος στον νέο. Έτσι ξεκινούσε έναν ακόμα τηλεφωνικό κατάλογο. Άνισος αγώνας, ειδικά με το πέρασμα του καιρού και των δυνάμεων. Δεν της πήγαινε, όμως, να εξαλείψει τους προηγούμενους, τους μισοαρχινισμένους και ποτέ ολοκληρωμένους. Τους παράχωνε σε συρτάρια που σπάνια επισκεπτόταν. Όχι σε κάποιο συγκεκριμένο, μα διάσπαρτα μέσα στο σπίτι. Τους αφαιρούσε από το οπτικό της πεδίο.
Γλίστρησα στον ύπνο, και την επόμενη μέρα, θυμόμουν ξεκάθαρα τις τελευταίες σκέψεις μου. Γεγονός που με χαροποίησε. Συχνά, συνήθως, ξαστοχώ τι επεξεργάζεται το υποσυνείδητο. Το αφήνω στην ησυχία του. Διατηρώ μόνο μια αίσθηση, θετική, αρνητική, μια αγωνία, μια προσδοκία.

Τώρα, έχω την απάντηση που με ικανοποιεί στο μυστήριο των τόσων τηλεφωνικών καταλόγων. Όμως διπλασιάστηκε η δυσκολία γιατί έχω δύο θέματα να λύσω πρακτικά και αποτελεσματικά: πρώτον τι θα γίνουν οι κούτες τύπου «Νουνού», προς το παρόν στοιβαγμένες στο σκοτάδι και την υγρασία μιας νοικιασμένης αποθήκης, και δεύτερον τι θα κάνω τελικά με τον τηλεφωνικό κατάλογο του κινητού μου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: