Αυτή η μετάφραση, όπως και τόσα άλλα εγχειρήματα, είναι καρπός της πανδημίας και του εγκλεισμού. Δούλευα ήδη για χρόνια στο Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση και, όταν ήρθε ο εγκλεισμός, χωρίς να το έχω σκεφτεί από πριν, ξεκίνησα να μεταφράζω όλη την ποίηση του Καβάφη. Χρειάστηκα τρία χρόνια για να ολοκληρώσω την μετάφραση, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και τα πέντε προηγούμενα χρόνια έρευνας στο αρχείο Καβάφη.
Την μελέτη των παλαιότερων εκδοχών γνωστών ποιημάτων την πραγματοποίησα, σχεδόν στο σύνολό της, στα πέντε χρόνια που εργάστηκα εντατικά στο Αρχείο Καβάφη. Αργότερα άρχισα τη μετάφραση και τη συγγραφή των σημειώσεων, στις οποίες ενσωμάτωσα τις πιο σημαντικές πληροφορίες από το αρχείο του· μεταξύ άλλων, εκείνες που μας προσφέρουν οι εκδοχές πριν από τις οριστικές, καθώς και τα σχόλια του ίδιου του ποιητή για τα ποιήματά του, τα οποία είναι θεμελιώδη για την εις βάθος κατανόηση του νοήματος των ποιημάτων του.
Σταθερός οδηγός για μένα ήταν πάντα η ρήση την οποία ακολουθούσε αταλάντευτα στις δικές του μεταφράσεις ο Carles Riba: η καλύτερη μετάφραση είναι εκείνη που είναι η πιο κυριολεκτική (σε σχέση με τη γλώσσα αφετηρίας) και, ταυτόχρονα, η πιο λογοτεχνική (σε σχέση με τη γλώσσα άφιξης). Έτσι, προσπάθησα να «μεταφέρω» στα καταλανικά τόσο τα γλωσσικά στάδια όσο και τα γλωσσικά επίπεδα και το ύφος που χρησιμοποιούσε ο Καβάφης κατά την διάρκεια της ποιητικής του πορείας (με μια σταδιακή προσέγγιση προς τη δημοτική και μια προοδευτική απομάκρυνση από την καθαρεύουσα).
Στα παλαιότερα ποιήματά του προσπαθώ να διατηρήσω στα καταλανικά ένα γλωσσικό επίπεδο και ένα ύφος πιο λόγιο και υψιπετές από ό,τι στα νεότερα, σε συμφωνία με το ελληνικό πρωτότυπο, ενώ για τα ερωτικά ποιήματα απομακρύνομαι από τη σοβαρή (ή και σοβαροφανή), επίσημη και «υψηλή» γλωσσική έκφραση, με την οποία οι Καταλανοί (και όχι μόνον οι Καταλανοί) μεταφραστές που προηγήθηκαν από εμένα απέδωσαν αυτά τα ποιήματα. Οι περισσότεροι μεταφραστές ποίησης πιστεύουν ότι αυτή χαρακτηρίζεται πάντοτε από κάτι σοβαρό και επίσημο, καθώς και ότι, στη μετάφραση, καλό είναι να είναι υψηλός ο τόνος. Όμως ο Καβάφης (ιδίως στα ερωτικά του ποιήματα) δεν έχει καθόλου σοβαρό και επίσημο τόνο. Πρόκειται για ποιήματα, θα μπορούσαμε να πούμε, πολύ γειωμένα, και είναι καλό να διατηρείται ο ανάλογος τόνος.
Για παράδειγμα, δεν έχω καμία δυσκολία να μεταφράσω το «αφάνταστα ωραίος», από το ανολοκλήρωτο ποίημα «Συντροφιά από τέσσαρες», ως «increïblement guapo» στα καταλανικά, μολονότι η λέξη «guapo», πέρα από το ότι είναι ξεκάθαρα ένας καστιλιανισμός (αν και σήμερα είναι πλέον πλήρως αποδεκτός στα καταλανικά), είναι μια λέξη που δεν έχει απολύτως τίποτα το σοβαροφανές και επίσημο, η οποία ταιριάζει με τον τόνο και το περιεχόμενο του ποιήματος.
Μεταφράζω, όπως οι περισσότεροι μεταφραστές του Καβάφη, σε ελεύθερο στίχο (με εξαίρεση τα 8 σονέτα που ανήκουν στο σώμα των λεγόμενων «κρυμμένων», αδημοσίευτων δηλαδή όσο ζούσε ο ποιητής, ποιημάτων, στα οποία μεταφέρω αυτή τη στροφική μορφή, η οποία έχει μακρά παράδοση στην Δύση). Οι ομοιοκαταληξίες, μερικές φορές, στα καταλανικά μπορούν να δώσουν έναν κωμικό τόνο σε ορισμένα ποιήματα, ενώ αυτά δεν έχουν τίποτε το κωμικό στην αρχική ελληνική τους εκδοχή, γι’ αυτό και δεν τις διατήρησα. Αντίθετα, έχω διατηρήσει, όποτε ήταν δυνατόν, τις παρηχήσεις και τις συνηχήσεις.
Με έχουν όντως βοηθήσει, αν και όχι τόσο στη μετάφραση, όσο στην ερμηνεία των ποιημάτων. Αντίθετα, μου έχουν φανεί εξαιρετικά χρήσιμα, από μεταφραστική άποψη, ορισμένα σχόλια που κάνει ο Καβάφης στον αδερφό του Τζον σχετικά με το πώς αυτός θα έπρεπε να μεταφράσει ορισμένες λέξεις των ποιημάτων στα αγγλικά.
Με δεδομένες τις διαφορές μεταξύ καταλανικού και ελληνικού κοινού, η Εισαγωγή δεν θα μπορούσε να είναι ακριβώς η ίδια. Αν και ορισμένες πληροφορίες μεταφέρονται, όπως είναι φυσικό, χωρίς τροποποιήσεις στην ελληνική έκδοση, στην καταλανική μετάφραση, για παράδειγμα, υπάρχει ένα κεφάλαιο στο οποίο αναλύω τις καταλανικές εκδόσεις πριν από τη δική μου, κάτι που δεν θα είχε κανένα νόημα στην ελληνική έκδοση. Από την άλλη, στην ελληνική έκδοση υπάρχει στην Εισαγωγή ένα κεφάλαιο σχετικά με τα κριτήρια που ακολουθήθηκαν από μέρους μου όσον αφορά στην επιλογή και την τελική διαμόρφωση του τελικού πρωτότυπου ποιητικού corpus (ορθογραφία, στίξη κά) στην εν λόγω έκδοση, το οποίο, εύλογα, απουσιάζει από την Εισαγωγή στην καταλανική μετάφραση.
Αυτή είναι μία από τις μεγάλες προκλήσεις που κλήθηκα να αντιμετωπίσω. Δεν ήθελα, με κανέναν τρόπο, να αποκλείσω αυτά τα ποιήματα (που είναι πολύ καλά, άξια του καλύτερου Καβάφη), όπως αποφάσισε να κάνει στην ιταλική της έκδοση η Paola Minucci, μια εξαιρετική μεταφράστρια, κατά τα άλλα. Προσπαθώ να αναπαραγάγω αυτό που θεωρώ την τελευταία εκδοχή, εισάγοντας τις παραλλαγές που ο Καβάφης γράφει μερικές φορές σε ξεχωριστά φύλλα και που προέρχονται από μια τελευταία χρονολογικά αναθεώρηση. Ποτέ δεν θα μάθουμε αν ο ποιητής θα τις είχε, τελικά, ενσωματώσει ή όχι, δεν παύουν όμως να αποτελούν την τελευταία του «πρόταση». Η Ιταλίδα φιλόλογος Renata Lavagnini, μια εξαιρετική επιστήμονας, συνήθως τις παραθέτει στο κάτω μέρος της σελίδας σε μια σημείωση, ως εναλλακτικές του κειμένου. Εγώ τις ενσωματώνω στο κείμενο, θεωρώντας τις ως την τελευταία αναθεωρημένη εκδοχή από τον ποιητή.
Έχω προσπαθήσει να λάβω υπόψη όλες τις σοβαρές συμβολές στην ποίηση του Καβάφη, σε διάφορες γλώσσες. Έχω αποκλείσει μόνο τις πηγές που μου φαίνονται δευτερεύουσες ή αποτέλεσμα επιφανειακής προσέγγισης στην καβαφική ποίηση. Και, παρόλο που ορισμένες υποθέσεις σχετικά με το νόημα ή τις πηγές κάποιου ποιήματος δεν με πείθουν, παρ’ όλα αυτά δεν παραλείπω να τις αναφέρω, εκφράζοντας πάντοτε τη γνώμη μου σχετικά με αυτές.
Ο Καβάφης είχε πει κάποτε για τον εαυτό του ότι είναι ποιητής των μελλοντικών γενεών, και πράγματι έτσι είναι. Είναι ένας ποιητής που κερδίζει με τον χρόνο. Στο έργο του είχε ήδη καταγγείλει, για παράδειγμα, τη θανατική ποινή (στο κρυμμένο ποίημα «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.») ή την πολιτική αποστασία (στο κανονικό ποίημα «Ας φρόντιζαν»).
Για μένα, όμως, ένα από τα κύρια στοιχεία που κάνουν την ποίησή του οικουμενική και αθάνατη είναι η δύναμη της νοσταλγίας να ανακαλεί μια ερωτική σχέση του παρελθόντος. Αυτό είναι ένα βαθύτατα ανθρώπινο στοιχείο, με το οποίο όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε. Είναι δε κάτι που γίνεται όλο και πιο αναγκαίο στον κόσμο στον οποίο ζούμε, όπως και η καταγγελία της υπεράσπισης της φυλετικής καθαρότητας, της μισαλλοδοξίας κάθε είδους, καθώς και η υπεράσπιση της επιμειξίας (ένα καλό παράδειγμα αυτού, ανάμεσα σε πολλά άλλα, είναι το ποίημα «Εν πόλει της Οσροηνής»).
Αυτό εξηγεί και τον μεγάλο αριθμό μεταφράσεων του Καβάφη στα καταλανικά και, κυρίως, στα ισπανικά. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον ποιητικό κόσμο του Ελύτη, με τη Μεσόγειο ως φόντο, μια Μεσόγειο η οποία, ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, έχει μικρή συγγένεια με την ευαισθησία ενός αναγνώστη από την βόρεια Ευρώπη, την Ανατολή και την Άπω Ανατολή. Ή και με εκείνον του Ρίτσου, στα ποιήματα του οποίου έχει μεγάλο βάρος η ελληνική λαϊκή παράδοση, άγνωστη κατά κανόνα στους ξένους αναγνώστες, ο Καβάφης μιλά για μεγάλα ανθρώπινα ζητήματα και για βαθιά συναισθήματα με τα οποία κάθε αναγνώστης, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του προέλευση, μπορεί να ταυτιστεί.
Σε ό,τι αφορά την Καταλονία, και την Ισπανία γενικότερα μπορώ να έχω άποψη. Κατ’ αρχάς, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές, αν και στην Καταλονία, για παράδειγμα, έχει βαρύνει πολύ (και εξακολουθεί να βαραίνει) η πολιτική σημασία που προσδόθηκε, στα τέλη του φρανκισμού (1975), εποχή έντονων πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, στο ποίημα «Ιθάκη», μελοποιημένο και, επί της ουσίας, διασκευασμένο από τον διάσημο Καταλανό τραγουδοποιό Lluís Llach. Το τραγούδι αγαπήθηκε και έγινε δημοφιλές γιατί, κατά κάποιο τρόπο, ερμηνεύθηκε ως έκφραση του στόχου της Καταλονίας: να κάνει ένα «μακρύ ταξίδι» προκειμένου να απολαύσει πλήρεις ελευθερίες ως έθνος, ερμηνεία εντελώς άσχετη, προφανώς, με το ελληνικό πρωτότυπο. Εν γένει, στην Ισπανία, στα τέλη του καταπιεστικού και σκοταδιστικού φρανκικού καθεστώτος, καθώς και στις αρχές της μεταπολίτευσης, η ποίηση του Καβάφη αναγνώσθηκε εν πολλοίς και ως μια κραυγή ελευθερίας, ιδίως σε ό,τι αφορά το ερωτικό πεδίο.
Ένα άλλο στοιχείο διαφοροποίησης είναι πως στη χώρα μου πολλοί από τους ιστορικούς χαρακτήρες (ιδίως της ελληνιστικής και βυζαντινής εποχής) των ποιημάτων είναι παντελώς άγνωστοι, οπότε είναι πάντοτε απαραίτητο να ταυτοποιούνται μέσω μιας σημείωσης.