Άκουγα το
Σκεφτόμουν: «Επιτέλους, τον ξεφορτώθηκα τον Ελιέζερ». Από καιρό το ήθελα, μα όλο το ανέβαλλα. Για τη θέση του είχα επιλέξει τον Εμπενίζερ, γνώριμό μου εξ ακοής από πολύ παλιά. Ήταν, πιθανότατα, επίτιμος γκόμενος της γυναίκας του Ελιέζερ… Εν πάση περιπτώσει, μέσω αυτής έπιασα επαφή μαζί του. Κι όλα τούτα γιατί τις δημοσιεύσεις μου που διαβάζετε στον Χάρτη φρονώ πως πρέπει να τις κοιτάζουν πρώτα μάτια κριτών. Για να μην τις στραβοκοιτάξουν, εκ των υστέρων, μάτια κριτικών… Κριτής είχε διατελέσει για καιρό και ο Ελιέζερ, πάντα σιχαμένος σαν τους Κριτές της Παλαιάς Διαθήκης, αναγκαίος όμως. Όταν, όμως, δεν άντεχα πια να με λοξοκοιτάζει, πήρε πόδι.
*
Ο καινοφανής κριτής ήταν μπροστά μου. Αδυσώπητο το άψυχο βλέμμα του. Σκέφτηκα γρήγορα όσα ήξερα γι’ αυτόν: Επιστήμoνας και διανοούμενος που είχε γίνει γνωστός χάρη σ’ εκείνη την περίφημη πολυετή μελέτη του για τους κοινοβουλευτικούς. Στην οποία απεδείκνυε ότι, σε κάθε θητεία, ο μέσος όρος του IQ όλων των εκάστοτε εν ενεργεία βουλευτών ήταν πάντα πολύ μικρότερος από τον μέσο του IQ όλων όσων είχαν βάλει υποψηφιότητα αλλά έμειναν εκτός νυμφώνος. Μελέτη που είχαν πάντα για σημαία τους οι εκάστοτε κοινοβουλευτικοί, άνδρες και γυναίκες. Ήταν, διατείνονταν, μια ακόμα απόδειξη πως αυτοί/ές δεν ήταν παρά ένα σύνολο από αγαθιάρες και αγαθιάρηδες, άτομα άκακα και ακίνδυνα, ανυστερόβουλα και δίχως πανουργία. Κι ας τους κακολογούσε ο κόσμος όλος… Είχε εκπονήσει και άλλες μελέτες ο κριτής μου. Τελευταία, όμως, το είχε ρίξει σε μακάβριους αφορισμούς, αδιανόητους για διανοούμενο, όπως: «Δε έχει υπάρξει αυτόχειρας που να έχει μετανοήσει για την πράξη του» ή «Τους ζωντανούς, αυτούς να κλαις, δεν μοιράζονται ποτέ τη χαρά των νεκρών που απαλλάσσονται από τα βάσανα του μάταιου τούτου κόσμου». Κλπ, κλπ.
―Καλησπέρα, πώς σου φάνηκαν τελικά; τον ρώτησα διστακτικά.
―Σε καλό δρόμο είσαι παραμυθά μου. Ηθογραφίες σκαρώνεις βέβαια, σε τελική ανάλυση, με στοιχεία παραλόγου. Να προσέχεις πολύ στις στροφές.
Αδιανόητος για διανοούμενος, σκέφτηκα... Στα υπόψιν.