Όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν Ηρόστρατο. Βέβαια σαν τον ίδιο κανείς. Κι όπως το είπε κι ο Γουόρχολ, ―καλή του ώρα κει που είναι το παλικάρι― δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας.
Η ιστορία που θα διαβάζατε εκτυλίχτηκε στο μυαλό ενός αναγνώστη. Ναι, ναι, καλά το ακούσατε. Μέσα στο μυαλό του. Πουθενά αλλού. Αμέσως τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: ό,τι σκεφτόμαστε (μα κι ό,τι επιθυμούμε) είναι πραγματικό, είναι αληθινό, είναι και τα δύο μαζί ή χώρια, άλλοτε το ένα κι άλλοτε το άλλο; Αυτά για εισαγωγή.
Η μέρα έσφυζε από αισιόδοξη λιακάδα. Η πόλη έλαμπε απαστράπτουσα Τέχνη, και συγκεκριμένα λογοτεχνία. Το φεστιβάλ στις επάλξεις του, στην τελική κορυφαία του στιγμή. Γενικά, δηλαδή, αποθέωση! Στην κεντρική εκδήλωση, απόγευμα, στο πορτοκαλένιο δείλι, συμμετείχαν απαξάπαντες. Εννοώ από εκείνους που ήθελαν να παρευρεθούν. Πεζογράφοι, εκδότες, μεταφραστές, ποιητές, προπάντων ποιητές! Ααα, η Ποίηση! Είμαστε ποιητική χώρα άλλωστε, όλοι το λέμε. Δεν ήταν, λοιπόν, λίγοι οι παρόντες, οι παρούσες, τα παρόντα! Τουναντίον! Και ποιος/-α/-ο δε θέλει να στριμωχτεί σε αυτή τη μικρή χύτρα της φωταψίας, που αφήνει (κάθε χρονιά όλο και πιο πολύ) παγερά αδιάφορη τη συντριπτική πλειοψηφία της πόλης; Τι λέω; Της χώρας όλης; Εμάς, όμως, εμάς, τους επίλεκτους αναγνώστες αυτής της τέχνης, εμάς που διαβάζουμε κάθε βδομάδα κι από ένα βιβλίο, που ρουφάμε την εγχώρια -ου μην αλλά και παγκόσμια- παραγωγή σαν το σφουγγάρι τη βρώμα, εμάς μας ρωτήσανε τη γνώμη μας ποτέ; Όχι βέβαια. Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει. Κι όταν λέω εμάς, που σημαίνει και εμένα, καταλαβαίνετε όλοι πια τι υπονοώ.
Πάντα μου έλεγαν ότι μοιάζω κάπως του Καρυωτάκη. Κοψιά, πρόσωπο, ύψος, μελαγχολία, και τα λοιπά… Το πλακάτ το είχα ετοιμάσει αποβραδίς. Ύψος τρία μέτρα, πλάτος μισό, και πάνω στο σκληρό χαρτονένιο πλαίσιο γραμμένο με μαρκαδόρο όλο το ποίημα. Καταλάβατε ποιο, έτσι; Ντύθηκα κι εγώ αναλόγως. Αναλόγως δηλαδή με εκείνη την ηρωική μέρα, 21 Ιουλίου 1928. Τι κι αν είχε ζέστη; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, που λένε.
Το πρόβλημα όμως ήταν τι θα έκανα. Γιατί, ξέρετε, οι προετοιμασίες, η φαντασία και όλα αυτά τα ωραία, είναι το εύκολο κομμάτι. Στο δια ταύτα όμως φρενάρουμε οι πιο πολλοί. Είχα καταλήξει σε δύο επιλογές. Σύμφωνα με την πρώτη, θα στεκόμουν όρθιος, στο κέντρο της εκδήλωσης, ασάλευτος, με ένα monocle να βοηθάει να κοιτώ μόνο στο πλάι, και το πλακάτ υψωμένο σιωπηλή διαμαρτυρία. Σύμφωνα με τη δεύτερη, θα κοπάναγα με το πλακάτ τα κεφάλια όλων των συμμετεχόντων. Θα με αφοπλίζανε και θα με τραβούσανε στο αστυνομικό τμήμα. Σε κάθε περίπτωση θα γινόμουνα διάσημος. Σε κάθε περίπτωση θα καθιστούσα εαυτόν Ηρόστρατο του φεστιβάλ.
Πλακάτ σε Α μείζον