Ήταν όμορφη μέρα με λιακάδα. Στο λιμάνι δεν κυκλοφορούσαν οικογένειες με παιδιά. Έβλεπες μόνο Αιγύπτιους ψαράδες που δούλευαν στις τράτες. Ο ήλιος πύρωνε τις λαμαρίνες των αυτοκινήτων. Στο εσωτερικό της καντίνας το τηγάνι βρισκόταν πάνω στη φωτιά. Ο ήλιος, σε συνδυασμό με τη θερμότητα του σκεύους, έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Τα μαλλιά του μαγαζάτορα είχαν κολλήσει σε λωρίδες που ήταν γκριζωπές και σχεδόν διάφανες από τον ιδρώτα. Το μουστάκι και το μούσι του στάζανε κι έβλεπες τα ψιλά υγρά σωματίδια να ξεκολλούν απ’ το πρόσωπό του, καταλήγοντας είτε στον λαιμό είτε στο στέρνο του. Φτύνοντας για να δοκιμάσει τη θερμοκρασία, το λάδι αμέσως έκαψε και καψάλισε. Έριξε μέσα το κρέας και το σοτάρισε καλά απ’ όλες τις μεριές. Το έσβησε με λευκό αλκοόλ. Από την καμινάδα ανέβαινε σκούρος καπνός, γινόταν ένα με τον άνεμο του λιμανιού κι αμέσως στροβιλίζονταν μαζί, μια άυλη ατασθαλία καρφωμένη στο γαλάζιο, ώσπου αφομοιώνονταν και χάνονταν εντελώς. Μόλις έβγαλε το κρέας σε μια μεγάλη μεταλλική πιατέλα, πέταξε απευθείας στο σκεύος τις πατάτες. Έπρεπε να πάρουν εκείνο το κεχριμπαρένιο χρώμα, και μόνο τότε ήταν έτοιμες. Χρυσές λίρες που λιώνουν στον ουρανίσκο, συνήθιζε να λέει. Τις έβγαλε και τις έστρωσε τακτικά πάνω απ’ το ψημένο κρέας. Άνοιξε ένα παγωμένο μπουκάλι μπίρας και το κατέβασε με μια γενναία γουλιά στο μισό. Άραξε στην πλαστική πολυθρόνα, περιμένοντας να φανούν οι πρώτοι πελάτες. Ένας σκύλος κοντοστάθηκε δίπλα στο μαγαζί. Είχε απλώσει τα μπροστινά του πόδια κι έπαιζε με το χώμα, ενώ κάποιες στιγμές έκανε να γαυγίσει, τελικά όμως το έπνιγε. Ο άντρας δεν ένιωθε καμιά συμπόνοια για τα ζώα. Ωστόσο, σε κείνο τον σκύλο είδε κάτι απ’ τον εαυτό του. Δεν ξεχώριζε τι ακριβώς ήταν. Ίσως το βλέμμα του —ίσως εκείνη η πνιχτή φωνή που ήθελε ν’ ακουστεί και στο τέλος έσβηνε— μπορεί ακόμα και το παιχνίδι με τα πόδια του στην άμμο, όταν ήταν παιδί και ποτέ δεν του ‘φτασε όσο χώμα κι αν είχε, γιατί τα πόδια του πάντα περίσσευαν. Κοιτούσε για ώρα, παρατηρούσε τον σκύλο, όσο εκείνος κουνούσε με δύναμη την ουρά του. Καθόταν μόνος, το φαγητό κρύωνε στην μεγάλη πιατέλα. Δεν έπαιρνε την απόφαση να χαραμίσει ούτε μπουκιά. Ο σκύλος όμως δεν έφευγε, συνέχιζε ξαπλωμένος δίπλα στο μαγαζί, παίζοντας με τα χώματα και κουνώντας την ουρά του. Ένας ηλικιωμένος άντρας κάθισε και παράγγειλε. Ζήτησε μπιφτέκια με ρύζι. Μόλις πληροφορήθηκε το ένα και μοναδικό πιάτο του μενού, έδειξε αποστροφή, γύρισε προς τον σκύλο και πέταξε με μένος τη σαγιονάρα του. Ο μαγαζάτορας δάγκωσε το χείλος του, τράβηξε απότομα την πετσέτα απ’ τον αυχένα του και την ακούμπησε στον πάγκο. Μετά από λίγο επέστρεψε στον πελάτη και του είπε ένα κοφτό: «Δεν σερβίρουμε». Ο ηλικιωμένος δεν αντέδρασε. Δεν είπε κουβέντα. Πήρε το καπέλο του απ’ το τραπέζι, φόρεσε λίγο πιο πέρα την πεταμένη σαγιονάρα του κι έφυγε. Στο μεταξύ ο σκύλος, απ’ το παιχνίδι με τα πόδια του, είχε ανοίξει στο χώμα μια μεγάλη γούβα ακριβώς μπροστά απ’ το μαγαζί. Ο άντρας πήρε την πιατέλα με το κρέας και τις πατάτες, άνοιξε ακόμα ένα μπουκάλι μπίρας, βόλεψε μια καρέκλα και άπλωσε τα πόδια του στη γούβα, ταΐζοντας ταυτόχρονα τον σκύλο.
Καντίνα