Ακίνητα όλα τα ψιλά χορτάρια κι οι κορφές όλες ξαφνικά τα κινεί ο άνεμος όταν αποφασίσει να φύγει σ’ άλλα μέρη
Μιλάς κι εσύ που πήρες τον καλύτερο, καλόψυχος και τρυφερός και σε κοιτάει στα μάτια
Διασώστης πουλιών είναι αυτός που βγάζει τα σπουργίτια από το στόμα της γάτας.
Τα γόνατά μου έτρεμαν αλλά ευτυχώς κινούνταν. Ένιωθα ότι προχωρούσα στο δάσος, μια νοτισμένη μέρα από την προηγούμενη νεροποντή
Είκοσι οκτώ χιλιάδες στίχοι κι ούτε μια λέξη για τον εαυτό σου.
Πώς θα φωτίσεις τα σκοτάδια σου; / Με ποιάς συνείδησης φλόγα;
Την καταλάβαινε· της είχαν φορτώσει μια ξένη στο σπίτι της και την είχαν αφήσει να την προσέχει
Και τότε αρθρώσαμε την ερώτηση που τόσο καιρό ντρεπόμασταν να ξεστομίσουμε: Ποιος ήταν, τέλος πάντων, ο Καπέλας;
Μπορεί και να το βρει κανείς υπονοούμενο σε κάποια διφορούμενη απόδοση ενός αγγλικού αριστουργηματικού ποιήματος
«Άσπρο το θέλει», ακούστηκε πάλι η φωνή του θείου κι ένα μουρμουρητό βαθύ, φωνή γδαρμένη από το τσιγάρο και τα κλάματα
Σ' αυτό το όνειρο είναι Γενάρης και τον Γενάρη τα μαλλιά σου μακραίνουν από τη βροχή
Όσοι μου τράβηξαν τις χαρακιές / δεν θα έχουν τη χαρά / να δουν το χάραμα μες απ’ το χαράκωμα